Αυτονόητη θεωρείται για τους περισσότερους η λέξη «πατάτα». Κι όμως, πίσω από έναν από τους πιο καθημερινούς όρους της ελληνικής γλώσσας κρύβεται μια διαδρομή που ξεκινά χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την Ελλάδα και περνά μέσα από κατακτήσεις, μεταναστεύσεις και γλωσσικές συγχωνεύσεις.
Η ονομασία «πατάτα» δεν έχει ελληνική καταγωγή. Πρόκειται για δάνειο από την ισπανική patata, μια λέξη που γεννήθηκε στον Νέο Κόσμο και αποτελεί συνδυασμό δύο διαφορετικών όρων: του batata, που χρησιμοποιούσαν οι λαοί της Καραϊβικής για τη γλυκοπατάτα, και του papa, όπως αποκαλούσαν το φυτό οι Ίνκας στη γλώσσα κέτσουα. Η λέξη ταξίδεψε στην Ευρώπη μετά την ανακάλυψη της Αμερικής και καθιερώθηκε γρήγορα, μαζί με το ίδιο το τρόφιμο.
Στην Ελλάδα, η πατάτα έκανε την οργανωμένη της εμφάνιση στις αρχές του 19ου αιώνα, επί Ιωάννη Καποδίστρια, όταν εντάχθηκε συστηματικά στην καλλιέργεια και τη διατροφή. Το όνομά της, ωστόσο, δεν «εξελληνίστηκε». Σε αντίθεση με άλλες τεχνολογικές ή επιστημονικές έννοιες που απέκτησαν ελληνικές αποδόσεις, η πατάτα διατήρησε το ξενικό της όνομα, χωρίς να αντικατασταθεί από νεολογισμό.
Μοναδική εξαίρεση αποτελεί ο λόγιος όρος «γεώμηλο» —μια περιγραφική απόδοση που σημαίνει «μήλο της γης» και εμφανίζεται σποραδικά σε επίσημα ή παλαιότερα κείμενα. Αντίστοιχες εκφράσεις συναντώνται και σε άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες, όπως το γαλλικό pomme de terre, επιβεβαιώνοντας ότι το φυτό αντιμετωπίστηκε εξαρχής ως «καρπός του εδάφους».
Το συμπέρασμα είναι σαφές: η πατάτα δεν διαθέτει έναν αυθεντικά ελληνικό όρο. Η λέξη, όπως και το ίδιο το τρόφιμο, είναι προϊόν παγκόσμιας ανταλλαγής — ένα ακόμη παράδειγμα του πώς η γλώσσα ακολουθεί την ιστορία, τις μετακινήσεις και τις ανάγκες των ανθρώπων.
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Voucher 750 ευρώ σε εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα - Ανοίγουν οι αιτήσεις
Alfavita Newsroom