Η λέξη «σαμπουάν» παραμένει καθιερωμένη στην ελληνική γλώσσα, ωστόσο έχουν προταθεί και πιο ελληνοποιημένες αποδόσεις, όπως «υγρό καθαριστικό μαλλιών», «καθαριστικό μαλλιών» ή περιγραφικά «παχύρρευστο σαπούνι για το λούσιμο των μαλλιών».
Στην πράξη, δεν έχει επικρατήσει κάποια σύντομη, αυτόνομη ελληνική λέξη που να αντικαθιστά πλήρως το «σαμπουάν», καθώς ο όρος θεωρείται πλέον δάνειο ενσωματωμένο στη νεοελληνική.
Η λέξη προέρχεται από την ινδική chāmpo, που σημαίνει «μασάζ», πέρασε στα αγγλικά ως shampoo και στη συνέχεια υιοθετήθηκε στα ελληνικά, διατηρώντας σχεδόν αναλλοίωτη τη μορφή της.