Σε μια εποχή όπου η τεχνητή νοημοσύνη διεκδικεί ρόλο σχεδόν σε κάθε πτυχή της ζωής μας, η εκπαίδευση δεν θα μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστη. Όμως το ερώτημα δεν είναι αν η τεχνολογία θα μπει στο σχολείο — αυτό έχει ήδη συμβεί. Το ερώτημα είναι μέχρι πού μπορεί να φτάσει.
Ένα σχολείο χωρίς δασκάλους
Στο Alpha School, ένα ιδιωτικό δίκτυο σχολείων K-12 στις Ηνωμένες Πολιτείες, η τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι εργαλείο. Είναι ο βασικός «διδάσκων».
Κατά την επίσκεψή της στο campus του Alpha στο Όστιν του Τέξας, η τότε υπουργός Παιδείας των ΗΠΑ Λίντα Μακάχον μίλησε για «μια τεράστια ευκαιρία», περιγράφοντας ένα σχολείο όπου τα παιδιά μαθαίνουν τα βασικά μαθήματα μέσα σε μόλις δύο ώρες την ημέρα.
Μαθηματικά, γλώσσα, φυσικές και κοινωνικές επιστήμες «σπάνε» σε ενότητες των 30 λεπτών, με έναν ψηφιακό αλγόριθμο να προσαρμόζει τον ρυθμό μάθησης σε κάθε μαθητή ξεχωριστά.
«Οδηγοί» αντί για εκπαιδευτικούς
Στις αίθουσες δεν υπάρχουν δάσκαλοι όπως τους γνωρίζουμε. Υπάρχουν «guides» — συνοδοί μάθησης. Δεν παραδίδουν μάθημα, δεν βαθμολογούν, δεν σχεδιάζουν αναλυτικά προγράμματα. Ο ρόλος τους είναι κυρίως ψυχολογικός: να ενθαρρύνουν, να παρακινούν, να κρατούν τα παιδιά συγκεντρωμένα.
Η ανθρώπινη παρουσία περιορίζεται σε ειδικούς για συγκεκριμένες ανάγκες, όπως μαθησιακές δυσκολίες ή γραφή. Η φιλοσοφία είναι ξεκάθαρη: η διδασκαλία των βασικών μαθημάτων περνά σχεδόν εξ ολοκλήρου στην AI.
Το Alpha υποστηρίζει ότι οι μαθητές του μαθαίνουν «διπλάσια γρήγορα» από τον εθνικό μέσο όρο, επικαλούμενο επιδόσεις στο τεστ MAP. Παρουσιάζει υψηλότερα αποτελέσματα σε μαθηματικά, ανάγνωση και φυσικές επιστήμες.
Το σύστημα συνοδεύεται και από κίνητρα: πόντοι, έπαθλα, εκδρομές, ακόμη και ταξίδια στο εξωτερικό. Η μάθηση μετατρέπεται σε παιχνίδι επίδοσης.
Όμως εδώ γεννιέται ένα κρίσιμο ερώτημα: μαθαίνουν τα παιδιά ή απλώς “αποδίδουν”;
Οι πρώτες ρωγμές
Στο Brownsville του Τέξας, όπου άνοιξε ένα από τα πρώτα σχολεία του δικτύου, δεν ήταν όλοι ενθουσιασμένοι. Γονείς μίλησαν για άγχος, πίεση και υπερβολική εμμονή με μετρήσιμους στόχους.
Η Τζέσικα Λόπεζ, μητέρα δύο κοριτσιών – το ένα στο φάσμα του αυτισμού – απέσυρε τα παιδιά της το 2024. Όπως λέει, η μάθηση μετατράπηκε σε κυνήγι πόντων και χρόνου οθόνης. Όταν τα παιδιά επέστρεψαν σε δημόσιο σχολείο, διαπιστώθηκε ότι είχαν γνωστικά κενά.
Το Alpha απαντά ότι εκείνο το μοντέλο «δεν αντικατοπτρίζει τη σημερινή του λειτουργία». Όμως η εμπειρία άφησε πίσω της ερωτήματα που δύσκολα αγνοούνται.
Ακαδημαϊκοί εμφανίζονται ιδιαίτερα επιφυλακτικοί. Ο Βίκτορ Λι από το Stanford University επισημαίνει ότι το Alpha δεν επιτρέπει ανεξάρτητη αξιολόγηση του μοντέλου του.
Ο Τζάστιν Ράιχ από το MIT θέτει ένα ακόμη ζήτημα: πώς μπορεί να συγκριθεί ένα σχολείο με δίδακτρα έως και 75.000 δολάρια τον χρόνο με τον «εθνικό μέσο όρο»;
Ισχυροί σύμμαχοι, μεγάλα συμφέροντα
Το εγχείρημα έχει ισχυρή πολιτική και οικονομική στήριξη. Ο επενδυτής Μπιλ Άκμαν μιλά για εκπαιδευτική καινοτομία-ορόσημο, ενώ η κυβέρνηση Ντόναλντ Τραμπ έχει δείξει έντονο ενδιαφέρον για την επέκταση της AI στην εκπαίδευση. Ακόμη και ο Έλον Μασκ έχει εκφραστεί θετικά.
Όμως η ιστορία της εκπαίδευσης μας διδάσκει κάτι απλό: ό,τι είναι τεχνολογικά εφικτό δεν είναι πάντα παιδαγωγικά σωστό.
Το πραγματικό δίλημμα
Το Alpha δεν είναι απλώς ένα σχολείο. Είναι ένα πείραμα για τα όρια της τεχνητής νοημοσύνης στην πιο ευαίσθητη κοινωνική λειτουργία: τη διαμόρφωση παιδιών.
Για κάποιες οικογένειες, το μοντέλο λειτουργεί. Για άλλες, αφήνει πίσω του άγχος, αποξένωση και αμφιβολίες.
Όπως λέει η Τζέσικα Λόπεζ: «Δεν υπάρχει τέλειο σύστημα. Και όταν πουλάς την τελειότητα, κάθε ρωγμή φαίνεται διπλάσια».
Ίσως, τελικά, το ερώτημα δεν είναι αν η τεχνητή νοημοσύνη είναι το μέλλον της εκπαίδευσης. Αλλά ποιον ρόλο θέλουμε να κρατήσει ο άνθρωπος μέσα σε αυτό το μέλλον.
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Voucher 750 ευρώ σε εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα - Ανοίγουν οι αιτήσεις
Alfavita Newsroom