Κάθε καλοκαίρι, με την ανακοίνωση των βάσεων εισαγωγής, χιλιάδες υποψήφιοι και οικογένειες επιχειρούν να αποκωδικοποιήσουν αριθμούς. Υψηλές και χαμηλές βάσεις, άνοδος και πτώση, «δύσκολες» και «εύκολες» σχολές. Κι όμως, πίσω από αυτή την αριθμητική πραγματικότητα, κρύβεται μια βαθιά στρέβλωση που σπάνια συζητιέται με ειλικρίνεια: τα κοινά τμήματα και η άνιση σύγκριση υποψηφίων που έχουν εξεταστεί σε διαφορετικά μαθήματα.
Πρόκειται για ένα από τα πιο αθόρυβα, αλλά ουσιαστικά, προβλήματα του συστήματος πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Το παράδοξο της «ίδιας» επιλογής
Τα κοινά τμήματα αποτελούν μια καθιερωμένη πρακτική του μηχανογραφικού. Δίνουν τη δυνατότητα σε υποψηφίους από διαφορετικά επιστημονικά πεδία –ακόμη και από διαφορετικούς τύπους σχολείων– να διεκδικήσουν την ίδια σχολή.
Σε πρώτη ανάγνωση, αυτό μοιάζει δίκαιο και ευέλικτο. Στην πράξη, όμως, δημιουργεί ένα κρίσιμο ερώτημα:
Πώς είναι δυνατόν να συγκρίνονται ισότιμα υποψήφιοι που δεν εξετάστηκαν στα ίδια αντικείμενα;
Ένας μαθητής μπορεί να έχει διαγωνιστεί σε Μαθηματικά και Φυσική, ενώ ένας άλλος σε Οικονομία και Πληροφορική. Και οι δύο, όμως, καταλήγουν να συγκρίνονται στην ίδια κατάταξη, με βάση τα μόρια.
Η έννοια της ισοτιμίας, εδώ, αρχίζει να δοκιμάζεται.
Η ψευδαίσθηση των μορίων
Τα μόρια παρουσιάζονται ως το απόλυτο μέτρο αξιολόγησης. Ένας αριθμός που αποτυπώνει την προσπάθεια και την επίδοση. Όμως, όταν τα δεδομένα από τα οποία προκύπτει αυτός ο αριθμός δεν είναι ομοιογενή, τότε η σύγκριση γίνεται προβληματική.
Η δυσκολία των μαθημάτων δεν είναι ίδια.
Η φιλοσοφία των εξετάσεων διαφέρει.
Οι βαθμολογικές «κουλτούρες» αποκλίνουν.
Έτσι, ένας υψηλός βαθμός σε ένα μάθημα δεν είναι απαραίτητα συγκρίσιμος με έναν αντίστοιχο βαθμό σε ένα άλλο. Κι όμως, στο τελικό αποτέλεσμα, όλα μετατρέπονται σε έναν κοινό αριθμό.
Το αποτέλεσμα είναι μια ψευδαίσθηση αντικειμενικότητας.
Όταν η επιλογή γίνεται τακτική
Μπροστά σε αυτή την πραγματικότητα, οι μαθητές αρχίζουν να σκέφτονται στρατηγικά. Δεν επιλέγουν πάντα με βάση το τι τους ενδιαφέρει, αλλά με βάση το τι τους συμφέρει.
Ποιο πεδίο δίνει περισσότερες πιθανότητες;
Ποια μαθήματα θεωρούνται πιο «βατά»;
Ποιος δρόμος οδηγεί πιο εύκολα στον στόχο;
Έτσι, η εκπαιδευτική επιλογή μετατρέπεται σε παιχνίδι πιθανοτήτων.
Και το σχολείο, αντί να καλλιεργεί τη γνώση, αρχίζει να υπηρετεί τη στρατηγική.
Το νόημα των βάσεων υπό αμφισβήτηση
Όταν οι υποψήφιοι δεν συγκρίνονται με κοινά κριτήρια, τότε και οι βάσεις εισαγωγής χάνουν την ερμηνευτική τους αξία.
Μια «υψηλή» βάση δεν σημαίνει απαραίτητα υψηλή δυσκολία.
Μια «χαμηλή» βάση δεν σημαίνει απαραίτητα εύκολη πρόσβαση.
Οι αριθμοί παύουν να λένε την αλήθεια.
Και αυτό δημιουργεί σύγχυση, ανασφάλεια και –κυρίως– έλλειμμα εμπιστοσύνης.
Γιατί όλο και περισσότεροι υποψήφιοι στρέφονται στο 4ο Επιστημονικό Πεδίο;
Τα τελευταία χρόνια το 4ο Επιστημονικό Πεδίο έχει περάσει στην πρώτη θέση από την άποψη του πλήθους των υποψηφίων ενώ παράλληλα καταγράφει συνεχή αύξηση των υποψηφίων που το προτιμούν (36,59%). Πέρσι είχε όσους υποψηφίους έχει το 2ο και το 3ο Πεδίο μαζί.
Ένας από τους βασικούς λόγους είναι ότι τα μαθήματά του 4ου Επιστημονικού Πεδίου είναι ευκολότερα από τα μαθήματα των άλλων Πεδίων, εκτός των Μαθηματικών όπου η αποτυχία είναι μαζική και γι’ αυτό δεν μετράει πολύ.
Παράλληλα οι σχολές που περιλαμβάνει ανήκουν στις περιζήτητες σχολές και οι πιθανότητες εισαγωγής είναι μεγαλύτερες, λόγω χαμηλότερης Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής (ΕΒΕ). Λογικό είναι να το προτιμούν οι υποψήφιοι και αναμενόμενο η τάση αυτή να αυξηθεί τα επόμενα χρόνια.
Όλες οι σημαντικές ειδήσεις
Συναγερμός ΕΦΕΤ: Ανάκληση σε πασίγνωστη φέτας λόγω Λιστέριας
Προκηρύξεις εκπαιδευτικών 2026: Πώς θα δεις πρώτος τους πίνακες μέσω google
Παναγιώτης Παραμυθιώτης