Η παρουσίαση της ετήσιας έκθεσης του ΟΟΣΑ στο Υπουργείο Παιδείας για τα αποτελέσματα και τα ευρήματα που αφορούν την ελληνική εκπαίδευση έχει προγραμματιστεί να πραγματοποιηθεί για σήμερα Τετάρτη 28 Ιανουαρίου (όπου το πόρισμα και τα βασικά ευρήματα της έκθεσης θα παρουσιαστούν επισήμως στο υπουργείο).
Η εκδήλωση περιλαμβάνει την ανάλυση των στοιχείων που δίνει ο ΟΟΣΑ για τη χρηματοδότηση και τις επιδόσεις του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος σε σύγκριση με άλλες χώρες της Οργάνωσης.
To alfavita.gr παρουσιάζει κατ΄ αποκλειστικότητα τα βασικά σημεία της Έκθεσης
Η έκθεση του ΟΟΣΑ για το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα με τίτλο “Improving Learning Outcomes in Greece” η οποία παρουσιάστηκε σήμερα είναι η τρίτη έκθεση που παρουσιάζει ο οργανισμός προκειμένου να αποτυπώσει τα βασικά στοιχεία λειτουργίας του και να διατυπώσει προτάσεις για τη βελτίωσή του με βάση τις βέλτιστες διεθνείς πρακτικές. Η πρώτη από αυτή τη σειρά των εκθέσεων παρουσιάστηκε επί υπουργίας Άννας Διαμαντοπούλου το 2011 και είχε τίτλο “Education Policy Advice for Greece”, και η δεύτερη επί υπουργίας Κώστα Γαβρόγλου το 2018 και είχε τίτλο “Education for a Bright Future in Greece”.
Στην έκθεση που παρουσιάζεται σήμερα αναλύεται συνοπτικά το εκπαιδευτικό σύστημα της Ελλάδας, εκτίθενται οι πρόσφατες μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση της πρόσβασης (π.χ. διεύρυνση της προσχολικής εκπαίδευσης, τη μείωση της σχολικής διαρροής), της ισότητας και της ψηφιακής μάθησης (ψηφιακό σχολείο, ψηφιακό φροντιστήριο), του συστήματος αξιολόγησης και της διασύνδεσης των ΕΠΑΛ με την αγορά εργασίας, ενώ εστιάζεται στις συνεχιζόμενες προκλήσεις για την ποιότητα της εκπαίδευσης. Ως προς τις τελευταίες περιλαμβάνει στοχευμένες προτάσεις για τη σχολική αυτονομία, τους εκπαιδευτικούς, την προσχολική εκπαίδευση και την ψηφιακή εκπαίδευση.
Σε πολλά σημεία της η έκθεση διαπιστώνει δομικές αδυναμίες του συστήματός μας που είχαν επισημανθεί και στις δυο προηγούμενες όπως ο συγκεντρωτισμός, η έλλειψη δεδομένων με βάση τα οποία μπορεί να ασκηθεί τεκμηριωμένη εκπαιδευτική πολιτική, η έλλειψη σχολικής αυτονομίας, το αδύναμο σύστημα αξιολόγησης των εκπαιδευτικών και των σχολικών μονάδων, οι ελλιπείς δομές και διαδικασίες για την επαγγελματική ανάπτυξη των εκπαιδευτικών, κοκ.
Ως προς τον άξονα της ενίσχυσης της σχολικής αυτονομίας προτείνεται η μετάβαση από ένα ιδιαίτερα συγκεντρωτικό εκπαιδευτικό σύστημα προς ένα πιο ισορροπημένο μοντέλο σχολικής διακυβέρνησης, το οποίο θα ενισχύει τη σχολική αυτονομία, τη λογοδοσία και τη σύνδεση με την τοπική ικανότητα. Τα βασικά εμπόδια που εντοπίζονται προς μια τέτοια μετάβαση είναι η αντίσταση στην αποκέντρωση λόγω της διαχρονικά εγκατεστημένης κουλτούρας του συστήματος, ο σχετικά αποδυναμωμένος ρόλος της σχολικής διεύθυνσης και η έλλειψη υποστήριξής της στη λήψη αποφάσεων και η τυπική εφαρμογή της εσωτερικής αξιολόγησης (αυτό-αξιολόγησης). Προτείνεται η ενίσχυση της σχολικής αυτονομίας με λογοδοσία και υποστήριξη, η ενδυνάμωση των διευθυντών για αποτελεσματική λήψη αποφάσεων σε επίπεδο σχολικής μονάδας και η απλοποίηση του γενικότερου συστήματος διοίκησης της εκπαίδευσης για βελτίωση της συνοχής και της ανταπόκρισής του στις ανάγκες με καλύτερη ευθυγράμμιση των αρμοδιοτήτων μεταξύ των διαφόρων επιπέδων του.
Για τους εκπαιδευτικούς η έκθεση εστιάζει στον τρόπο αξιολόγησής τους, στην επαγγελματική τους ανάπτυξη αλλά κυρίως στη διασύνδεση των δυο διαδικασιών. Αφού καταγράφει διάφορες προκλήσεις όπως το γηράσκον διδακτικό προσωπικό, η μεγάλη εξάρτηση του συστήματος από αναπληρωτές εκπαιδευτικούς, και ο αρκετά «βαρύς» διοικητικά τρόπος με τον οποίο διεξάγεται η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών αναλύει την περιορισμένη αξιοποίηση της διαμορφωτικής αξιολόγησης για την επαγγελματική ανάπτυξη των εκπαιδευτικών. Βασιζόμενη σε διεθνή τεκμήρια, η έκθεση προτείνει την ενίσχυση της διαμορφωτικής χρήσης της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών, την μεταφορά σημαντικού μέρους της ατομικής αξιολόγησης των εκπαιδευτικών στο επίπεδο της σχολικής μονάδας με την εμπλοκή περισσότερο σε αυτή τη διαδικασία των διευθυντών ή άλλων μελών του προσωπικού όπως για παράδειγμα οι μέντορες και οι συντονιστές μαθημάτων, την επένδυση σε ενδοσχολικές διαδικασίες επιμόρφωσης και επαγγελματικής ανάπτυξης και την ανάπτυξη εθνικών προτύπων διδασκαλίας για την ευθυγράμμιση της διαδικασίας της αξιολόγησης, της επιμόρφωσης και της επαγγελματικής τους εξέλιξης.
Ακολούθως, η έκθεση εστιάζει στον τομέα της προσχολικής εκπαίδευσης, στον οποίο πλέον δίνεται διεθνώς πολύ μεγάλη έμφαση λόγω της μακροχρόνιας επίπτωσης που έχει στη μετέπειτα μαθησιακή πορεία των μαθητών, στην πρώιμη διάγνωση μαθησιακών αναγκών αλλά και τη μείωση κοινωνικών χασμάτων. Αφού εξετάζονται πρόσφατες μεταρρυθμίσεις, όπως η επέκταση της υποχρεωτικής προσχολικής εκπαίδευσης από την ηλικία των τεσσάρων ετών και η δημιουργία νέου εθνικού προγράμματος σπουδών, επισημαίνεται παράλληλα η συνεχιζόμενη αποσπασματικότητα και έλλειψη σύνδεσης μεταξύ της προσχολικής εκπαίδευσης και του συστήματος της φροντίδας παιδιών κάτω των τεσσάρων ετών. Με βάση αυτές τις διαπιστώσεις η έκθεση προτείνει την ενίσχυση της παιδαγωγικής ποιότητας στην προσχολική εκπαίδευση μέσω στοχευμένης επιμόρφωσης του προσωπικού, τη στήριξη της ποιότητας μέσω βελτιωμένων συνθηκών που αφορούν τις υποδομές, τις αναλογίες εκπαιδευτικών/μαθητών, την απαλλαγή των νηπιαγωγών από διοικητικά καθήκοντα και την προώθηση της ποιότητας, την ισότητα και της ενοποίηση ολόκληρου του τομέα της προσχολικής εκπαίδευσης και της φροντίδας στην πρώιμη ηλικία (κάτω των 4 ετών).
Τέλος, στον τομέα της ψηφιακής εκπαίδευσης η έκθεση διαπιστώνει ότι παρότι η χώρα έχει αναπτύξει μια εθνική ψηφιακή στρατηγική και έχει διευρύνει την πρόσβαση σε ψηφιακές πλατφόρμες και συσκευές, τα ψηφιακά εργαλεία εξακολουθούν να υποχρησιμοποιούνται στις σχολικές αίθουσες και να ενσωματώνονται με άνισο τρόπο μεταξύ των σχολείων. Επιπλέον εντοπίζει βασικές προκλήσεις, όπως η περιορισμένη επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, η αδύναμη συνοχή του συστήματος και προτείνει έναν οδικό χάρτη για τον ψηφιακό μετασχηματισμό της εκπαίδευσης. Οι συστάσεις επικεντρώνονται στη βελτίωση της πρόσβασης σε ψηφιακές υποδομές στα σχολεία, στην ενίσχυση των ψηφιακών δεξιοτήτων των εκπαιδευτικών και στην αξιολόγηση των επιχειρούμενων σχετικών πολιτικών μέσω συστηματικής συλλογής δεδομένων σε σχέση με τη χρήση, την αξιοποίηση και τις ψηφιακές ικανότητες των εκπαιδευτικών.
Συνολικά, η έκθεση του ΟΟΣΑ επιβεβαιώνει ότι, παρά τις σημαντικές μεταρρυθμιστικές προσπάθειες και τα θετικά βήματα των τελευταίων ετών, το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει χρόνιες και δομικές προκλήσεις που απαιτούν συνεκτικές και μακρόπνοες παρεμβάσεις. Το κοινό νήμα των προτάσεων του Οργανισμού είναι η ανάγκη μετάβασης από αποσπασματικές αλλαγές σε μια συστηματική προσέγγιση μεταρρύθμισης, βασισμένη σε δεδομένα, ενισχυμένη σχολική αυτονομία με λογοδοσία, επένδυση στο ανθρώπινο δυναμικό και ουσιαστική παιδαγωγική αξιοποίηση των ψηφιακών εργαλείων. Η αξιοποίηση των συστάσεων αυτών μπορεί να αποτελέσει κρίσιμη ευκαιρία για τη βελτίωση της ποιότητας, της ισότητας και της αποτελεσματικότητας της εκπαίδευσης στη χώρα και σίγουρα η έκθεση αποτελεί σημαντική συμβολή ενόψει και του επερχόμενου «Εθνικού Διαλόγου».
Alfavita Newsroom