Ήδη, από τις αρχές του 21ου αιώνα, διαπιστώνουμε ότι τα σχέδια της "νέας τάξης πραγμάτων", της τάξης δηλαδή της παγκοσμιοποιημένης οικονομικής ολιγαρχίας, έχουν όχι απλώς τεθεί σε εφαρμογή, αλλά προχωρούν προοδευτικά με σταθερούς και ταχύτατους ρυθμούς στην ολοκλήρωσή τους, με την συνέργεια της νέας ψηφιακής πραγματικότητας και των προηγμένων μέσων της τεχνολογίας, την ποδηγέτηση των μαζών και τον έλεγχο της εξαρτημένης πλέον κεντρικής και περιφερειακής πολιτικής εξουσίας.
Κρίσιμο στοιχείο, κομβικής σημασίας, για την επίτευξη των στόχων της, αποτελεί η αποδόμηση του κοινωνικού ιστού με την εκποίηση της δημόσιας περιουσίας και την συρρίκνωση των δημόσιων υπηρεσιών, με την υποβάθμιση και τον κατακερματισμό του κράτους πρόνοιας και των προσφερόμενων κοινωνικών αγαθών. Κυρίως, όμως, με την ηθικά ανερμάτιστη και εθνικά επικίνδυνη προπαγάνδα και ιδεολογική χειραγώγηση των πολιτών και της υπαγόρευσης της αντίληψης της ιδιώτευσης ως μέτρου ζωής και αξίας στο απλανές χαοτικό αθροιστικό σύμφυρμα της σύγχυσης, της αναιτιότητας και της ανορθόδοξης σιωπής.

Η απίσχναση του δημόσιου χώρου σε όλες τις εκφάνσεις του, ως ασκουμένη πολιτική επιδίωξη, κατ' ουσίαν φαλκιδεύει ευθέως την δημοκρατική νομιμότητα, την κοινωνική και πολιτική ισότητα, καθώς βάλλει κατάφωρα εναντίον των κεκτημένων και συνταγματικά κατοχυρωμένων ελευθεριών των πολιτών και σηματοδοτεί, αφενός σε επίπεδο θεσμικό, την συρρίκνωση τόσο της προαπαιτούμενης σε δημοκρατικά πολιτεύματα κοινωνικής μέριμνας και προνοιακής πολιτικής, ιδιαίτερα απέναντι σε ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού της κοινότητας, όσο και της κοινής συλλογικής συνείδησης, η οποία, ενώ σφυρηλατεί την ενότητά της αδιάκοπα μέσα στον χρόνο –και για λόγους αυτοσυντήρησης– με την επίδειξη πνεύματος προσφοράς, αλληλεγγύης, προστασίας και υπεράσπισης των δημοσίων αγαθών και των κοινών δεσμών των μελών της δημοκρατούμενης κοινότητας, αναγκάζεται να παραμένει λόγω του παραμορφωτικού συγκεντρωτισμού εξουσίας στο περιθώριο της ιστορίας, και αφετέρου σε επίπεδο συμβολικό, σηματοδοτεί την κατάρρευση του αισθήματος συναντίληψης και συνυπευθυνότητας στο πεδίο των συλλογικών μας αναφορών, καθ' όσον η ατοπία και η συνεπαγόμενη ανεστιότητα της συλλογικής ψυχής επιτρέπει την ανάπτυξη πεδίου φυγόκεντρων διχαστικών διαλυτικών συμπεριφορών με την είσοδο της αλαζονεύουσας ατομικότητας στο απείρως φαυλοκεντρικό ανταγωνιστικό πλαίσιο επιδίωξης του προσωπικού της και μόνο οφέλους, του κέρδους και της εξατομικευμένης ικανοποίησης των υλικών της παραδοχών.
Δεν είναι, λοιπόν, τυχαία η βίαιη λειτουργική απορρύθμιση που συμβαίνει στις μέρες μας τόσο στον χώρο της δημόσιας υγείας όσο και στον χώρο της δημόσιας εκπαίδευσης, με απρόβλεπτες για το μέλλον συνέπειες. Πρόκειται για τους δύο βασικούς πυλώνες που θεμελιώνουν την έννοια της ευνομούμενης δημοκρατικής κοινωνίας και της συλλογικής της έκφρασης, των έννομων αγαθών που ανέκαθεν προσδιόριζαν και εξακολουθητικώς προσδιορίζουν την ποιότητα ζωής των πολιτών σταθμίζοντας τον δείκτη των κοινωνικών και ηθικών μας αξιών.
Στον χώρο της εκπαίδευσης πιο συγκεκριμένα, σήμερα, επειδή ο στόχος είναι η διάσπαση της ενότητας τόσο της ιστορικής μας συνέχειας και του ομότροπου της πολιτιστικής μας φυσιογνωμίας όσο και της συλλογικής μας έκφρασης με την υποβάθμιση της κοινωνικής μας συνείδησης, οι κοτζαμπάσηδες της αριστείας και οι προύχοντες της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, ευθυγραμμιζόμενοι πλήρως με τις απαιτήσεις του μεγάλου κεφαλαίου, προσπαθούν με κάθε μέσο να ανακατευθύνουν την εκπαίδευση αποκλειστικά στην χρησιμοθηρία, προσανατολίζοντάς την απλώς στην επίτευξη του επαγγελματικού βιοπορισμού, ετοιμάζοντας τους αυριανούς εργάτες της ψηφιακής τους φάμπρικας, που χωρίς σκέψη και κρίση, χωρίς συναίσθημα και προσωπική βούληση, θα εκτελούν υπάκουα τις εντολές τους και θα διεκπεραιώνουν σε συνθήκες εργασιακής γαλέρας, για ένα κομμάτι ψωμί, τις επαγγελματικές και προσωπικές τους διαστροφές.
Μετά λύπης μου διαπιστώνω, ιδίοις όμμασι μάλιστα, ως ενεργό μέλος της εκπαιδευτικής κοινότητας, ότι η εκπαίδευση δεν λογαριάζεται πλέον ως πολιτισμικό κεφάλαιο του λαού μας που θα λαμπρύνει τα παιδιά μας με το όραμα ενός υψηλού ανθρωπισμού, παρά μόνο ως επενδυτικό κεφάλαιο στην υπηρεσία των απρόσωπων επιχειρηματικών funds και των αδηφάγων ορέξεων της καπιταλιστικής τους μήτρας. Έτσι εξηγείται και η εμμονικά σταθερή προσπάθεια αποσύνδεσης του σχολείου από αυτό που ονομάζουμε μόρφωση, ουσιαστική καλλιέργεια ψυχής και πνεύματος, με συνέπεια την διολίσθησή του σε μηχανισμό αναπαραγωγής, μεγέθυνσης και επικύρωσης της υφιστάμενης ταξικής ανισότητας. Στο εξής δεν θα μιλάμε για σχολεία, αλλά για σούπερ μάρκετ της γνώσης, μιας γνώσης αποστεωμένης από όλους τους ζωτικούς χυμούς της τέχνης, της δημιουργικής φαντασίας, της κριτικής αντίληψης και των δημοκρατικών αξιών, μιας γνώσης κονσερβοποιημένης που θα πλασάρεται ως εμπόρευμα στο ράφι της ματαιοδοξίας μας και θα πουλιέται και θα αγοράζεται, ανάλογα με το βαλάντιο του καθενός, σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης με τίτλους σπουδών και τυπικών προσόντων.

Ο καθείς και η μοίρα του. Η μάζα, οι πολλοί, τα παιδιά του λαού που δεν θα έχουν την οικονομική δυνατότητα, οι μελλοντικοί προλετάριοι, θα πρέπει στο σχολείο να αποκτήσουν μόνο βασικές δεξιότητες, τις δεξιότητες που θα τους επιτρέψουν να ρίχνουν νερό στον μύλο της στυγνής τους εκμετάλλευσης, να είναι πιστοποιημένοι εργάτες στην δούλεψη του μεγάλου κερδοσκόπου. Οι άλλοι, οι λίγοι και εκλεκτοί του συστήματος, οι κηφήνες του πολιτικού παρασιτισμού, με την οικονομική τους ευχέρεια θα νέμονται και θα απολαμβάνουν –εκτός των άλλων– και της κοινωνικής καταξίωσης, καθ’ ότι η θέση τους και η «αξιοσύνη» τους θα επικυρώνεται όχι μόνο από την εξουσιαστική δύναμη του πλούτου τους αλλά και από την σωρεία των διπλωμάτων σπουδών που θα κατέχουν.
Κι όσο το κοινωνικό και οικονομικό χάσμα θα διευρύνεται, όσο περισσότερο ο αυταρχισμός και η βαρβαρότητα θα αποκτούν χαρακτηριστικά «κανονικότητας», όσο περισσότερο θα περισσεύει ο αμοραλισμός και η ιδιοτέλεια, άλλο τόσο θα διογκώνεται η παθολογία της εκπαιδευτικής πραγματικότητας. Επομένως, θεωρώ ότι είναι αρκούντως υποκριτικό να αναρωτιόμαστε το «γιατί» και να προσπαθούμε να δώσουμε δήθεν απαντήσεις σε ερωτήματα και σε προβλήματα που εμείς οι ίδιοι με τις πολιτικές μας δημιουργήσαμε, που εμείς οι ίδιοι με την αδιαφορία μας επιτρέψαμε, που εμείς οι ίδιοι, άμεσα ή έμμεσα, με τον έκλυτο βίο μας εκθρέψαμε.
Σε τούτες τις άγριες εποχές, τις ανερμάτιστες ηθικά, που το χρήμα κυβερνά και τυραννά την ανθρώπινη διάνοια και την ανθρώπινη σάρκα με όλα τα διαθέσιμα μέσα, η κάθε είδους διαφοροποίηση στο επίπεδο της εκπαίδευσης, έχει ως στόχο την κατάτμηση και τον κατακερματισμό της δημόσιας, αδιαίρετης και αδιάσπαστης, ενιαίας και κοινής παρεχόμενης παιδείας και των προσφερόμενων μορφωτικών αγαθών, με αποτέλεσμα να κλυδωνίζεται η κοινωνική συνοχή, να καταρρακώνεται ο αξιακός κώδικας του ανθρωπισμού, να υπονομεύεται η ισότητα των πολιτών και να ακυρώνεται εν τέλει η πορεία προς την συλλογική ευτυχία.
Κι αυτό πλέον, δυστυχώς, δεν αποτελεί ένα ενδεχόμενο εφιαλτικό σενάριο ή μια επαπειλούμενη κινδυνολογία για το μέλλον, αλλά μια πραγματικότητα, που σχηματοποιείται μέρα με την μέρα συστηματικά και μεθοδικά. Η απομείωση του δημόσιου χώρου γενικώς και της δημόσιας εκπαίδευσης ειδικώς έχει ως αποτέλεσμα την αποσυναρμολόγηση του συλλογικού ασυνειδήτου και των ιδεολογικών ερεισμάτων των λαϊκών του καταβολών με στόχο την υποβάθμιση –ή και την εκμηδένιση– της δύναμης του κοινωνικού παράγοντα ως ιστορικού υποκειμένου που καθορίζει αυτοτελώς την τύχη και την μοίρα του, αναδεικνύοντας παράλληλα την «ατομική υπεραξία» ως ιδανικό κεφαλαιώδους σημασίας στις μελλοντικές ολοκληρωτικές δομές εξουσίας των απρόσωπων πολυάνθρωπων αστικών κέντρων του εφήμερου υλισμού και των αγοραίων συναλλαγών. Έτσι, η ατομική συνείδηση, αποκομμένη από την συλλογική της ταυτότητα, ως μονάδα, θα είναι αδύναμη να αντιδράσει ενεργά και να αντισταθεί ουσιωδώς στην ισοπεδωτική λογική της αφομοίωσης του μαζικού εμπορευματοποιημένου πολιτισμού και της δικτατορίας του χρηματοπιστωτικού κατεστημένου των ολιγαρχών που τον προωθούν. Ο κατακερματισμός δηλαδή της δημόσιας παιδείας ισοδυναμεί με κατακερματισμό και της συλλογικής μας ταυτότητας που αποσκοπεί στον απομονωτισμό της ατομικής συνείδησης και στην ηθική, ψυχική και πνευματική εξασθένησή της.
Ο Αριστοτέλης στα "Πολιτικά" του θεωρεί ότι η παιδεία είναι ζήτημα εξόχως πολιτικό και μάλιστα μείζονος σημασίας, γιατί διαμορφώνει ανάλογα την συνείδηση και την προσωπικότητα του ανθρώπου, ώστε να υπηρετήσει αργότερα ως πολίτης με ευσυνειδησία τις αξίες και τα ιδανικά μιας συγκεκριμένης πολιτειακής τάξης με καθορισμένα και διακριτά χαρακτηριστικά. Το πολίτευμα μορφοποιεί μέσα από την επιδραστική λειτουργία της εκπαίδευσης το ήθος του ενάρετου πολίτη και αυτός, ως αντίδωρον του δώρου που έλαβε, το υπερασπίζεται, το διαφυλάσσει συνομολογώντας τις αξίες του, με στόχο την προσωπική ολοκλήρωση και την συλλογική εκπλήρωση της ευδαιμονίας. «Ὅτι μὲν οὖν νομοθετητέον περὶ παιδείας καὶ ταύτην κοινὴν ποιητέον, φανερόν· τίς δ’ ἔσται ἡ παιδεία καὶ πῶς χρὴ παιδεύεσθαι, δεῖ μὴ λανθάνειν», (δηλαδή, «Ότι πρέπει, λοιπόν, να θεσπίσουμε νόμους για την παιδεία και ότι αυτήν πρέπει να (την) κάνουμε ίδια για όλους (ή: να έχει δημόσιο χαρακτήρα), είναι φανερό· ποιος λοιπόν θα πρέπει να είναι ο χαρακτήρας αυτής της παιδείας και με ποιον τρόπο πρέπει αυτή να παρέχεται, (αυτά) είναι ανάγκη να μη διαφύγουν της προσοχής μας»).
Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, λοιπόν, ο δημόσιος χαρακτήρας της παιδείας, το ενιαίο και κοινό πρόγραμμα σπουδών, οι κοινές εκπαιδευτικές πρακτικές, ο ενιαίος και κοινός σκοπός αποτελούν θεμέλιο και εγγύηση της ενότητας της πόλεως, διαμορφώνουν και διασφαλίζουν πνεύμα ομοθυμίας και ομοψυχίας ανάμεσα στους πολίτες, που αντιλαμβάνονται ότι είναι ισότιμα μέλη ενός αξιολογικά υπέρτερα όλου και ότι ομοτρόπως πορεύονται με όπλο την αρετή, χωρίς διακρίσεις, με σύμπνοια, αλληλεγγύη και αδελφοσύνη στην επίτευξη του «τέλους», της συλλογικής τους ευδαιμονίας. Μόνο η πνευματική και ηθική εξύψωση συντελεί στην συγκρότηση του αδέσμευτου χαρακτήρα και στην ολοκλήρωσή του. Και γι’ αυτό, κάθε τι το «βάναυσον», το ποταπό δηλαδή, το ευτελές, που δεν ταιριάζει στην ελεύθερη φύση του ανθρώπου, θα πρέπει να απορρίπτεται από το πρόγραμμα της δημόσιας εκπαίδευσης.

Σε αντίθεση με όλα τα παραπάνω, στις μέρες μας τι παρατηρούμε; Να δοξάζεται η εκπαίδευση των πολλών διαφορετικών ταχυτήτων, των διαβαθμισμένων σχολείων και των κατατεταγμένων πανεπιστημίων, των όπου και όπως λάχει σεμιναρίων και φροντιστηρίων, του πολλαπλού βιβλίου και του μοναχικού βίου, της κατηγοριοποίησης των εκπαιδευτικών και της καθιέρωσης των παγκόσμιων ημερών, των διδάκτρων και της "ιεράς εξέτασης" της τράπεζας θεμάτων (ακόμα και οι λέξεις καταμαρτυρούν την ανοικονόμητη αριθμολαγνεία της απληστίας των τεχνοκρατών), να υμνείται η εκπαίδευση των στοιβαγμένων μαθητών και των γκρίζων οθονών, η εκπαίδευση των πινάκων των διαδραστικών και των χαμένων ευκαιριών, η εκπαίδευση των διαδοχικών εξετάσεων και των πάσης φύσεως ατόπων δράσεων, η εκπαίδευση της ελάχιστης βάσης εισαγωγής και του αποκλεισμού, των Erasmus και του υποσιτισμού. Έχουν μετατραπεί τα σχολεία μας σε τουριστικά πρακτορεία ευρέσεως προορισμού, σε ταξιδιωτικά γραφεία υποσχέσεων και αναθέσεων (όσα χιλιόμετρα πιο μακριά τόσο και πιο ιδανικά), τα παιδιά μας σε θύματα της γοητείας του ανέξοδου μανιερισμού κι όλοι εμείς σε παρατηρητές του καθωσπρέπει παραλογισμού.
Αυτή είναι η νέα παιδαγωγική αντίληψη, σύμφωνα με τους σπουδασμένους σοφούς των ιδιωτικών κολλεγίων και τους μαθητευόμενους μάγους των αποτυχημένων μεθόδων της αλλοδαπής αλλά και της Αμερικής. Κι όμως, με όλες ετούτες τις αλλαγές, κι ενώ κάποιοι φιλόδοξοι εραστές της πειθαρχημένης τάξης περίμεναν τα πράγματα να βελτιωθούν, καταφανώς χειροτερεύουν. Κι είναι λογικό. Ας μην ματαιοπονούν... Οι αλλοπρόσαλλες αλλαγές και οι οικονομίστικες πρακτικές, η υποστελέχωση και η υποχρηματοδότηση, οι ψηφιακές πλατφόρμες και τα μεγάλα projects για την κερδοφορία ιδιωτικών ομίλων, η κατάτμηση και ο αυταρχισμός, η βιολογική εξάντληση και η ψυχική εξουθένωση δασκάλων και μαθητών, οδηγούν στην απαξίωση, που, παρά την κατ' επίφαση πρόοδο, με την εισαγωγή κάποιων τεχνικών μέσων, που μας την παρουσιάζουν ως πανάκεια, μας οδηγούν σε αδιέξοδο, ένα αδιέξοδο που είναι πλέον ορατό σε όλους.
Και κάπου εκεί κοντά να παραφυλάει και η τεχνητή νοημοσύνη, να εισέλθει ως Μεσσίας εν μεγαλείω και δόξη εις τον ναό της γνώσης και του βίου. Λες και μας έλειπε αυτό. Φαίνεται ότι δεν ήταν αρκετή η δική μας νοημοσύνη, δεν μας έφθανε, θέλαμε κι άλλη. Κι έτσι σοφότεροι που θα ‘μαστε, σύντομα θα ξαναβρούμε την ανθρωπιά μας. Αστειότητες. Έχω την πεποίθηση, λοιπόν, ότι από την στιγμή που χάσαμε το μέτρο και ξεπεράσαμε τα όρια που μας αναλογούν, πελαγοδρομούμε σε μια σύγχυση χωρίς προηγούμενο, που είναι βέβαιο ότι θα έχει τραγικές συνέπειες για όλους μας. Σε τούτον τον πλανημένο κόσμο του ανοήτως ζην η νέα λογική της βαθιάς ταξικής διαφοροποίησης στην εκπαίδευση δηλητηριάζει ακόμα περισσότερο τις ψυχές των νέων ανθρώπων, αφυδατώνει τα όνειρά τους, τους απογοητεύει, τους αναισθητοποιεί και τους οδηγεί σε έναν μονήρη τρόπο ζωής διαστρέφοντας την ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης. Το νέο τοξικό ή ταξικό σχολείο είναι ο επικήδειος της δημοκρατίας μας, με ό,τι σημαίνει αυτό.
Ας μην λησμονούμε ότι η εκπαιδευτική πραγματικότητα αποτελεί μέρος της κοινωνικής πραγματικότητας. Μην περιμένουμε, λοιπόν, να αλλάξει κάτι στον χώρο της εκπαίδευσης, αν δεν υπάρξουν ριζικές αλλαγές στο κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο αναφοράς, και μάλιστα προς την σωστή κατεύθυνση, επαναφέροντας ως πρωταγωνιστές αυτής της καινούργιας ανατασικής πορείας τους εκπαιδευτικούς μας, δείχνοντας εμπιστοσύνη στις ικανότητές τους και στην υψηλού επιπέδου κατάρτισή τους. Γιατί ομολογουμένως δεν μπορεί να υπάρχει αληθινή παιδεία με δασκάλους υποταγμένους, με δασκάλους φοβισμένους, με δασκάλους σκυθρωπούς και άδειους από την επιβαλλόμενη πολιτική του ανέραστου διοικητισμού και του δήθεν μεταρρυθμισμού, του αυταρχισμού και της δουλοπρέπειας. Οι εκπαιδευτικοί είναι η ψυχή της παιδείας και μόνο αυτοί μπορούν να της δώσουν ξανά πνοή.
Έχουμε χρέος, λοιπόν, να προασπίσουμε τον δημόσιο χαρακτήρα της εκπαίδευσης και της μόρφωσης των παιδιών μας, επιβάλλεται να υπερασπιστούμε τον δημόσιο χώρο και τα έννομα δημόσια αγαθά υπέρ των συμφερόντων του λαού και του έθνους. Πλέον είναι θέμα επιβίωσης της ίδιας της ύπαρξής μας, της ατομικής και της συλλογικής.
Ο Κωνσταντίνος Γεωργίου είναι Φιλόλογος, ποιητής
Βιογραφικό
Ο Κωνσταντίνος Γεωργίου έλκει την καταγωγή του από την ορεινή γη της Αιτωλίας και της Ακαρνανίας. Γεννήθηκε το 1976 στο Αγρίνιο, όπου και διαμένει μόνιμα με την οικογένειά του. Είναι ποιητής και φιλόλογος, απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και υπηρετεί την δημόσια εκπαίδευση ως λειτουργός της εδώ και είκοσι τρία χρόνια. Τα τελευταία δεκαεπτά χρόνια προσφέρει τις υπηρεσίες του στο Γενικό Λύκειο Γαβαλούς του Δήμου Αγρινίου. Από πολύ νωρίς υπήρξε εραστής και θεράπων του ποιητικού λόγου. Ποιήματα και κείμενά του έχουν δημοσιευθεί σε πολλά έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά. Από τις Εκδόσεις Ιωλκός κυκλοφορούν οι ποιητικές του συλλογές Σε πρώτο πληθυντικό (Α’ έκδοση 2020 & Β’ έκδοση 2021) και Σε πτώση δοτική (Α’ έκδοση 2023 & Β’ έκδοση 2024).
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Πώς να καταλάβετε αν ο γείτονάς σας «κλέβει» το Wi-Fi σας
Παν.Αιγαίου: Νέα Μοριοδοτούμενα σεμινάρια για Εκπαιδευτικούς με Υποτροφίες έως 5/2