Η λέξη ακήρατος είναι μία από αυτές. Δεν τη συναντά κανείς συχνά στη σύγχρονη καθημερινή γλώσσα, όμως η σημασία της έχει μια εντυπωσιακή καθαρότητα.
Η λέξη ακήρατος σημαίνει αγνός, αμόλυντος, αδιάφθορος, αυτός που δεν έχει αλλοιωθεί ή μολυνθεί.
Προέρχεται από:
στερητικό α-
κηραίνω / κηρός με έννοια αλλοίωσης ή φθοράς
Δηλαδή: αυτός που δεν έχει υποστεί φθορά.
Συναντάται σε φιλοσοφικά, εκκλησιαστικά ή λογιότερα συμφραζόμενα.
«Διατήρησε ακήρατη τη συνείδησή του παρά τις πιέσεις.»