Φράσεις της νεοελληνικής γλώσσας που περιλαμβάνουν δοτική πτώση - ΜΕΡΟΣ Ε'
Μιλάμε σωστά την ελληνική γλώσσα; Ξέρουμε τι είναι αυτό που λέμε;

Διαβάστε εδώ άρθρα σχετικά με την ορθογραφία της νεοελληνικής γλώσσας.

Το Α ΜΕΡΟΣ για τη δοτική πτώση

Το Β ΜΕΡΟΣ για τη δοτική πτώση

Το Γ ΜΕΡΟΣ για τη δοτική πτώση

Το Δ ΜΕΡΟΣ για τη δοτική πτώση

εν παρόδω

= (σε πάροδο) = σε παρένθεση, παρενθετικά

Ειρήσθω εν παρόδω (= ας λεχθεί παρενθετικά). Ειρήσθω εν παρόδω ότι ο περι ου ο λόγος είναι και μέλος του κόμματος. (είρημαι: παθητικός παρακείμενος του λέγω, προστακτική: είρησο, ειρήσθω, ...)

εν πάση περιπτώσει

= τέλος πάντων, ό,τι κι αν γίνει, πάντως 

Εν πάση περιπτώσει, είναι δικαίωμά σου να έχεις τη γνώμη σου.

εν περιλήψει, εν εκτάσει

= σε περίληψη, περιληπτικά 
= σε έκταση, εκτεταμένα
Στην έκθεση περιγράφεται το συμβάν καταρχήν ενπεριλήψει και στη συνέχεια εν εκτάσει

εν πλω

= κατά τον πλου, κατά τη διάρκεια της πλεύσης, πλέοντας

Εν πλω προς Περαιά = Πλέοντας προς τον Πειραιά. Το συμβάν έγινε εν πλω.
Εν πλω, 21 Μαρτίου 2002 = Όντας σε πλοίο, 21 Μαρτίου 2002 (σε επιστολή).

εν πνεύματι

= με πνεύμα, πνευματικά

Πνεύμα ο Θεός και τοις προσκυνούσιν Αυτόν εν πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν (από το Ευαγγέλιο).

εν πολλαίς αμαρτίαις

= (σε πολλές αμαρτίες)

Θεωρείται από πολλούς ως εν πολλαίςαμαρτίαιςπεριπεσούσαγυνή (λέγεται ως παραλληλισμός προς την Μαγδαληνή για να υποδηλώσει «μετανοημένον άνθρωπο», ανάλογο προς το «μετανοούσα Μαγδαληνή»)

εν πολλοίς

= ανάμεσα σε πολλά (άλλα)

Εν πολλοίς, συνέβη και ένα ατύχημα.

εν προκειμένω

= επί του προκειμένου = σχετικά με αυτό που λέμε, σχετικά με το θέμα μας

Εν προκειμένω, ποια είναι η γνώμη σου;

εν πρώτοις

= πρώτα-πρώτα, καταρχήν, καταρχάς

Εν πρώτοις, εγώ δεν μίλησα σε σένα!

εν πτήσει

= κατά τη διάρκεια πτήσης, πετώντας

Γευματίσαμε δύο φορές εν πτήσει ώσπου να φτάσουμε στην Αθήνα.
«Την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές ο ίδιος ο υπουργός ήταν εν πτήσει προς τη Λευκωσία...» (ΒΗΜΑ/Τουρισμός/Β11, Κυριακή 19-5-02)

εν ριπή οφθαλμού

= (με το ρίξιμο του βλέμματος, σε μια ματιά) = αστραπιαία

Αντέδρασε εν ριπή οφθαλμού

εν σειρά,
εν παραλλήλω

= σε σειρά
= παράλληλα 
(τρόπος σύνδεσης ηλεκτρονικών εξαρτημάτων ή διατάξεων, σε μεταξύ τους σχέση ή σε σχέση με άλλα στοιχεία ενός ηλεκτρικού/ηλεκτρονικού κυκλώματος)

Σύνδεση αντιστάσεων εν σειρά. Σύνδεση βολτομέτρου ενπαραλλήλω

εν σοφία

= με σοφία, σοφά

(Ο Θεός) πάντα εν σοφία εποίησε = (ο Θεός) κατασκεύασε σοφά τα πάντα.

εν σπέρματι

= σε σπέρμα, ως σπέρμα, ως σπόρος, σε αρχικό στάδιο

Υπάρχει εν σπέρματι η αμφιβολία στην όλη υπόθεση, άσχετα από το ποια τροπή θα πάρει. 

εν σπουδή

= (σε σπουδή, βιασύνη) = βιαστικά, γρήγορα-γρήγορα, μάνι-μάνι

Αποκρίθηκε εν σπουδή, σαν να τον κυνηγούσαν

εν στάσει

= (σε στάση) = σταματημένος, στάσιμος

Το ένα από τα αυτοκίνητα που συγκρούστηκαν ήταν ενστάσει

εν στενώ κύκλω
εν κλειστώ κύκλω

= σε στενό κύκλο, σε κλειστό κύκλο, σε περιορισμένο αριθμό ανθρώπων

Ο γάμος τους έγινε εν στενώ οικογενειακώ κύκλω.

εν στολή

= με στολή, ένστολος

Ήταν εκεί τρεις αξιωματικοί εν στολή και δυο άλλοι με πολιτικά

εν στύσει

= σε στύση

Ο φαλλός ήταν ομοίωμα ανδρικού γεννητικού μορίου εν στύσει και αποτελούσε σύμβολο της γονιμότητας.

εν συγκρίσει με,
εν συγκρίσειι προς

= σε σύγκριση με

Όταν το α είναι πολύ μεγαλύτερο εν συγκρίσει με το β το πηλίκο β/α είναι πρακτικά αμελητέα ποσότητα.

εν συμπεράσματι

= (σε συμπέρασμα) = συμπερασματικά

εν συνδυασμώ

= σε συνδυασμό, σε σύνδεση 

Το γραπτό του εν συνδυασμώ και με την προφορική του απόδοση δείχνει πολύ συγκροτημένο μαθητή.

εν συνεχεία

= στη συνέχεια, αμέσως μετά 

Εν συνεχεία, εκφωνήθηκε ο πανηγυρικός της ημέρας

εν συνόλω, 
εν τω συνόλω

= σε σύνολο, ως σύνολο, συνολικά

Εν τω συνόλω του το βιβλίο ήταν πολύ ενδιαφέρον.

εν συνόψει

= σε περίληψη, συνοπτικά, περιληπτικά, συνοψίζοντας

Εν συνόψει, η υπόθεση ήταν φιάσκο.

Πηγές:

1. Οδηγός της νεοελληνικής γλώσσας, επιμ. Άννα Ιορδανίδου, εκδόσεις Πατάκη.
2. Χανδριώτης, Ελλάδιος, Προφορά και στίξη, Λευκωσία 1972.
3. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη – Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Νεοελληνική Γραμματική (της Δημοτικής), Θεσσαλονίκη 1973.
4. Ελληνικό Λεξικό, Τεγόπουλος-Φυτράκης.
5. Σακελλαρίου, Χάρης, Κλιτικό λεξικό δημοτικής, εκδόσεις Ι. Σιδέρης, Αθήνα.
6. Κριαράς Εμμανουήλ, Νέο ελληνικό λεξικό της σύγχρονης δημοτικής γλώσσας, Εκδοτική Αθηνών.

 

 

σχετικά άρθρα

Ιεράπετρα: Αποβολή σε 18 μαθητές επειδή ήπιαν αλκοόλ την Τσικνοπέμπτη εντός σχολείου
Ιεράπετρα: Αποβολή σε 18 μαθητές επειδή ήπιαν αλκοόλ την Τσικνοπέμπτη εντός σχολείου
Μεγάλη αναστάτωση έχει προκληθεί στο 1ο Γυμνάσιο της Ιεράπετρας μετά από ένα περιστατικό που οδήγησε στην αποβολή ενός ολόκληρου τμήματος για μια...
Ιεράπετρα: Αποβολή σε 18 μαθητές επειδή ήπιαν αλκοόλ την Τσικνοπέμπτη εντός σχολείου