Η διατροφή χωρίς λακτόζη δεν σημαίνει απαραίτητα αποκλεισμό των γαλακτοκομικών, αλλά πιο συνειδητές επιλογές. Αφορά άτομα που δυσκολεύονται να διασπάσουν τη λακτόζη –το φυσικό σάκχαρο του γάλακτος– και εμφανίζουν ενοχλήσεις μετά την κατανάλωσή της. Δεν πρόκειται για αλλεργία, ούτε για διατροφική μόδα, παρότι τα σχετικά προϊόντα πληθαίνουν στα ράφια.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, η δυσανεξία στη λακτόζη είναι ιδιαίτερα συχνή, ενώ στην Ελλάδα τα γενετικά δεδομένα δείχνουν χαμηλότερα ποσοστά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα συμπτώματα είναι σπάνια. Γι’ αυτό και πριν από δραστικές αλλαγές στη διατροφή, ένας ιατρικός έλεγχος μπορεί να βοηθήσει να ξεκαθαρίσει αν όντως ευθύνεται η λακτόζη.
Στο ράφι βρίσκουμε πλέον γάλα, γιαούρτι και παγωτά χωρίς λακτόζη, που στην ουσία είναι κανονικά γαλακτοκομικά με προσθήκη του ενζύμου λακτάση. Έχουν ελαφρώς πιο γλυκιά γεύση, χωρίς πρόσθετη ζάχαρη. Παράλληλα, πολλά σκληρά και ώριμα τυριά –όπως παρμεζάνα και γραβιέρα– περιέχουν από τη φύση τους ελάχιστη ή καθόλου λακτόζη.
Αυτό που χρειάζεται προσοχή είναι τα επεξεργασμένα τρόφιμα: επιδόρπια, έτοιμες σάλτσες, αρτοσκευάσματα και σνακ μπορεί να είναι χωρίς λακτόζη, αλλά συχνά περιέχουν περισσότερα σάκχαρα, αλάτι ή λιπαρά. Η ανάγνωση της ετικέτας παραμένει καθοριστική.
Τα φυτικά ροφήματα αποτελούν εναλλακτική λύση, αρκεί να είναι εμπλουτισμένα με ασβέστιο και βιταμίνη D. Διαφορετικά, δεν αντικαθιστούν διατροφικά το γάλα.
Συμπερασματικά, η διατροφή χωρίς λακτόζη δεν χρειάζεται υπερβολές ούτε «ειδικές» επιλογές σε όλα. Συχνά αρκεί η σωστή ποσότητα, η γνώση των τροφίμων και η επιλογή εκείνων που πραγματικά καλύπτουν τις ανάγκες μας – χωρίς περιττό κόστος και περιορισμούς.
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Voucher 750 ευρώ σε εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα - Ανοίγουν οι αιτήσεις
Alfavita Newsroom