Φράσεις της νεοελληνικής γλώσσας που περιλαμβάνουν δοτική πτώση - ΜΕΡΟΣ Γ'
Μιλάμε σωστά την ελληνική γλώσσα; Ξέρουμε τι είναι αυτό που λέμε;

Διαβάστε εδώ άρθρα σχετικά με την ορθογραφία της νεοελληνικής γλώσσας.

Διαβάστε το Α ΜΕΡΟΣ για τη δοτική πτώση

Διαβάστε το Β ΜΕΡΟΣ για τη δοτική πτώση

εν δράσει

= σε δράση, ενεργός

Ολη η ομάδα εν δράσει!

εν δυνάμει, δυνάμει

= δυνητικός, δυνητικά 

Κάθε πολίτης είναι (εν) δυνάμει μέλος της Ενωσης Καταναλωτών

εν εγρηγόρσει εν υπνώσει, 
= στον ξύπνο, ξυπνητά 
= σε ύπνωση, στον ύπνο, υπνωτισμένα
Εν υπνώσει αποκαλύπτονται περισσότερα από όσα εν εγρηγόρσει

εν είδει

= με τη μορφή, σαν, ως (είδος=μορφή)

Η Γη περιστρέφεται γύρω από τον άξονά της και περιφέρεται γύρω από τον Ήλιο εν είδει στρόβου (= σαν σβούρα)

εν ειρήνη

= σε ειρήνη, ειρηνικά, με ειρήνη

Πορεύου εν ειρήνη = προχώρα ειρηνικά, πήγαινε με γαλήνη στην ψυχή (από το Ευαγγέλιο)

εν εκκλησίαις

= σε εκκλησίες, σε συναθροίσεις

Εν εκκλησίαις ευλογείτε τον Θεόν (από τη Θεία λειτουργία).

εν εκτάσει,
εν περιλήψει

= σε έκταση, εκτεταμένα
= σε περίληψη, περιληπτικά

Στην έκθεση περιγράφεται το συμβάν καταρχήν ενπεριλήψει και στη συνέχεια εν εκτάσει

εν Ελλάδι

= στην Ελλάδα

εν εναντία περιπτώσει

= σε ενάντια περίπτωση, σε αντίθετη περίπτωση, αντιθέτως

Εν εναντία περιπτώσει, θα έχουμε σύγκρουση

εν ενεργεία

= σε ενεργό υπηρεσία {όχι σε παύση, όχι σε σύνταξη}

Είναι ακόμα εν ενεργεία, ενώ εγώ πήρα σύνταξη

εν ενί λόγω

= με μια λέξη, συνοπτικά

Εν ενί λόγω, αποτυχία.

εν ενί στόματι

= με ένα στόμα, όλοι μαζί

Απάντησαν ταυτόχρονα εν ενί στόματι.

εν εξάλλω καταστάσει

= σε έξαλλη κατάσταση, έξαλλος, έξω φρενών

Είδα έναν Πέτρο εν εξάλλω καταστάσει? με το ζόρι τον κρατούσαν να μην ορμήσει και τα κάνει όλα γυαλιά καρφιά.

εν εξάρσει

= σε έξαρση, σε έντονη κλιμάκωση, σε φούντωμα

Ο εθνικισμός και η ξενοφοβία είναι εν εξάρσει και σήμερα.

εν εξελίξει

= σε εξέλιξη

Το φαινόμενο είναι ακόμα εν εξελίξει.

εν εσχάτη ανάγκη

= σε έσχατη ανάγκη, σε τελευταία ανάγκη

εν εσχάτη περιπτώσει

= σε έσχατη περίπτωση, σε τελευταία περίπτωση

εν έτει

= στο έτος, τη χρονιά

Εν έτει 2002 γίνονται τέτοια πράγματα!

εν ευθέτω χρόνω

= (σε εύθετο χρόνο) = σε κατάλληλο χρόνο, αργότερα

Θα ασχοληθούμε και με αυτό εν ευθέτωχρόνω

εν ευθυμία

= σε ευθυμία

Όταν πήγα εγώ, η παρέα ήδη τελούσε εν ευθυμία.

εν εφεδρεία

= σε εφεδρεία

Μετά την απόλυσή του ο στρατιώτης τελεί εν εφεδρεία για πολλά χρόνια, η κατάσταση της οποίας ενδεικνύεται από το χρώμα του απολυτηρίου του.

εν ζωή

= στη ζωή, όντας ζωντανός

Είναι εφτά αδέρφια, όλα εν ζωή. 
Έκαμε το κτήμα δωρεά εν ζωή στα παιδιά του

εν η περιπτώσει, εν περιπτώσει

= σε περίπτωση που, αν τύχει και, αν συμβεί να

Εν η περιπτώσει εμφανιστεί ο Γιώργος, τί κάνουμε;

εν ηρεμία
εν διεγέρσει

= σε ηρεμία, ανενεργός
= σε διέγερση

Ο ηλεκτρονόμος (ή ρωστήρας) είναι ρυθμιστική ηλεκτρονική διάταξη που μπορεί να είναι εν ηρεμία ή εν διεγέρσει, ανάλογα με το αν διαρρέεται από ηλεκτρικό ρεύμα ή όχι. Ηφαίστειο εν ηρεμία.

εν θαλάσση

= στη θάλασσα

εν θερμώ

εν ψυχρώ

= σε θερμή κατάσταση (με παροχή θερμότητας)
= σε έξαψη (όχι ψύχραιμα) 

= ψύχραιμα και χωρίς κανένα δισταγμό
= σε ψυχρή κατάσταση

Αντίδραση με θειικό οξύ εν θερμώ. 
Μην παίρνεις ποτέ αποφάσεις εν θερμώ.
Τον εκτέλεσε εν ψυχρώ.

εν ισχύι

= σε ισχύ, σε εφαρμογή, ισχύων (ισχύουσα, ισχύον)

Κάθε κοινοτικό νομοθέτημα τίθεται επίσημα εν ισχύι σε κάθε κράτος μέλος (της Ευρωπαϊκής Ένωσης), με την έκδοση αντίστοιχου εναρμονιστικού εθνικού νομοθετήματος.

Το εν ισχύι νομικό καθεστώς (= το ισχύον νομικό καθεστώς).

εν καιρώ

= αργότερα, κάποτε (στο μέλλον)

Θα τα πούμε εν καιρώ.

εν καιρώ ειρήνης,

εν καιρώ πολέμου

= σε καιρό ειρήνης, σε περίοδο ειρήνης, στην ειρήνη

= σε καιρό πολέμου, σε περίοδο πολέμου, στον πόλεμο.

 

Πηγές:

1. Οδηγός της νεοελληνικής γλώσσας, επιμ. Άννα Ιορδανίδου, εκδόσεις Πατάκη.
2. Χανδριώτης, Ελλάδιος, Προφορά και στίξη, Λευκωσία 1972.
3. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη – Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Νεοελληνική Γραμματική (της Δημοτικής), Θεσσαλονίκη 1973.
4. Ελληνικό Λεξικό, Τεγόπουλος-Φυτράκης.
5. Σακελλαρίου, Χάρης, Κλιτικό λεξικό δημοτικής, εκδόσεις Ι. Σιδέρης, Αθήνα.
6. Κριαράς Εμμανουήλ, Νέο ελληνικό λεξικό της σύγχρονης δημοτικής γλώσσας, Εκδοτική Αθηνών.

 

 

σχετικά άρθρα