Το ζήτημα της αντιστοίχισης των πτυχίων των πρώην ΤΕΙ με τα πανεπιστημιακά πτυχία επιστρέφει με ένταση στο προσκήνιο, μετά τις δηλώσεις του υφυπουργού Παιδείας Νίκου Παπαϊωάννου στον Αθήνα 9,84. Ένα θέμα που αφορά περίπου 400.000 αποφοίτους των ΑΕΙ Τεχνολογικού Τομέα παραμένει, για ακόμη μία φορά, χωρίς σαφές χρονοδιάγραμμα, χωρίς συγκεκριμένη δέσμευση και χωρίς ορατή οριστική λύση.
Ο υφυπουργός αναγνώρισε ότι το ζήτημα υπάρχει, ότι το υπουργείο το εξετάζει και ότι αναζητείται η «βέλτιστη λύση». Την ίδια στιγμή, όμως, ξεκαθάρισε πως δεν μπορεί να δεσμευτεί χρονικά, ενώ σημείωσε ότι η διαδικασία «δεν θα είναι αυτόματη», αλλά θα περιλαμβάνει αξιολόγηση ανάλογα με το αντικείμενο σπουδών κάθε αποφοίτου.
Για τους αποφοίτους των πρώην ΤΕΙ, αυτή η διατύπωση ακούγεται γνώριμη. Είναι η ίδια υπόσχεση που επανέρχεται εδώ και χρόνια: «το συζητάμε», «το εξετάζουμε», «υπάρχουν τεχνικά ζητήματα». Μόνο που πίσω από αυτές τις φράσεις υπάρχουν πραγματικοί άνθρωποι, επαγγελματίες, επιστήμονες, εργαζόμενοι στο Δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα, οι οποίοι βλέπουν τον τίτλο σπουδών τους να αντιμετωπίζεται σαν κάτι μετέωρο.
Το παράδοξο των δύο ταχυτήτων
Το πιο χαρακτηριστικό σημείο της συνέντευξης ήταν η παραδοχή της ίδιας της στρέβλωσης. Ο υφυπουργός περιέγραψε το παράδειγμα δύο φοιτητών που εισήχθησαν την ίδια χρονιά στο ίδιο τμήμα ΤΕΙ. Ο ένας ολοκλήρωσε εγκαίρως τις σπουδές του και έλαβε πτυχίο ΤΕΙ. Ο άλλος καθυστέρησε, βρέθηκε μέσα στη μεταβατική περίοδο της πανεπιστημιοποίησης και είχε τη δυνατότητα, με επιπλέον μαθήματα, να λάβει πανεπιστημιακό τίτλο.
Με απλά λόγια, η πολιτεία επιβράβευσε την καθυστέρηση και τιμώρησε τη συνέπεια.
Αυτό δεν είναι ένα δευτερεύον τεχνικό ζήτημα. Είναι ζήτημα ισονομίας. Απόφοιτοι με παρόμοια ή και ίδια προγράμματα σπουδών, από τα ίδια ιδρύματα, αντιμετωπίζονται διαφορετικά επειδή αποφοίτησαν σε διαφορετική χρονική στιγμή. Η αξία των σπουδών τους δεν κρίθηκε από το περιεχόμενο, τη διάρκεια ή το επίπεδο του προγράμματος, αλλά από το ημερολόγιο.
Τα ΤΕΙ δεν ήταν «κάτι ανάμεσα»
Η δημόσια συζήτηση για τα ΤΕΙ συχνά πάσχει από μια σοβαρή παρανόηση. Τα Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα δεν ήταν μεταλυκειακές σχολές ούτε εκπαιδευτικοί σχηματισμοί κατώτερης βαθμίδας. Από το 2001, με τον νόμο 2916, εντάχθηκαν ρητά στην ανώτατη εκπαίδευση ως ΑΕΙ Τεχνολογικού Τομέα.
Η ανώτατη εκπαίδευση στην Ελλάδα συγκροτήθηκε σε δύο παράλληλους τομείς: τον Πανεπιστημιακό και τον Τεχνολογικό. Τα ΤΕΙ είχαν τετραετή προγράμματα σπουδών, 240 πιστωτικές μονάδες ECTS, εργαστηριακή κατάρτιση, πρακτική άσκηση, ερευνητική δραστηριότητα, συμμετοχή σε ευρωπαϊκά προγράμματα και πρόσβαση των αποφοίτων τους σε μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, τα ΤΕΙ αντιστοιχούσαν στο μοντέλο των Universities of Applied Sciences, των Fachhochschulen και των Πολυτεχνικών Ινστιτούτων που λειτουργούν σε πολλές χώρες. Εκεί, η εφαρμοσμένη επιστήμη δεν αντιμετωπίζεται ως δεύτερης κατηγορίας γνώση, αλλά ως ένας ισότιμος δρόμος ανώτατης εκπαίδευσης, με σαφή επαγγελματικό και ακαδημαϊκό αντίκρισμα.
Το κράτος αναγνώριζε τα ΤΕΙ έξω, αλλά τα υποβάθμιζε μέσα
Υπάρχει και ένα ακόμη παράδοξο. Για τις ανάγκες των ευρωπαϊκών προγραμμάτων, των χρηματοδοτήσεων, του Erasmus και της διεθνούς κινητικότητας, η ελληνική πολιτεία παρουσίαζε τα ΤΕΙ ως ιδρύματα ανώτατης εκπαίδευσης. Οι απόφοιτοί τους λάμβαναν Παράρτημα Διπλώματος, οι σπουδές τους αποτυπώνονταν σε ECTS, οι τίτλοι τους αναγνωρίζονταν στο εξωτερικό ως τίτλοι πρώτου κύκλου ανώτατης εκπαίδευσης.
Κι όμως, στο εσωτερικό της χώρας, οι ίδιοι απόφοιτοι συχνά αντιμετωπίζονται ως κατηγορία μειωμένου κύρους.
Στο Δημόσιο, η διάκριση μεταξύ ΤΕ και ΠΕ μεταφράζεται σε μισθολογικές, υπηρεσιακές και επαγγελματικές διαφορές. Στην αγορά εργασίας, οι στρεβλώσεις στα επαγγελματικά δικαιώματα εξακολουθούν να δημιουργούν εμπόδια, ιδιαίτερα σε κλάδους όπως οι μηχανικοί. Το αποτέλεσμα είναι χιλιάδες επιστήμονες να έχουν σπουδάσει σε ΑΕΙ, να έχουν εργαστεί, να έχουν αποκτήσει εμπειρία, αλλά να βλέπουν το κράτος να τους κρατά σε θεσμική εκκρεμότητα.
Η ακαδημαϊκή αντιστοίχιση δεν μπορεί να παραπέμπεται επ’ αόριστον
Ο υφυπουργός έκανε διάκριση ανάμεσα στην ακαδημαϊκή ισοτίμηση και στα επαγγελματικά δικαιώματα. Πράγματι, δεν είναι απολύτως ταυτόσημα ζητήματα. Όμως είναι βαθιά συνδεδεμένα.
Η ακαδημαϊκή αντιστοίχιση ανήκει στην αρμοδιότητα του υπουργείου Παιδείας. Επομένως, εδώ δεν μπορεί να υπάρχει διαρκής μετάθεση ευθύνης. Το υπουργείο οφείλει να απαντήσει καθαρά: ποια πτυχία αντιστοιχίζονται, με ποια διαδικασία, με ποια κριτήρια και σε ποιο χρονοδιάγραμμα.
Η φράση «δεν μπορώ να δεσμευτώ» μπορεί να είναι πολιτικά προσεκτική, αλλά για τους αποφοίτους σημαίνει παράταση της αβεβαιότητας. Και αυτή η αβεβαιότητα κρατά ήδη πάρα πολύ.
Η σύγκριση με τα κολέγια είναι αναπόφευκτη
Η δυσαρέσκεια των αποφοίτων γίνεται ακόμη εντονότερη όταν συγκρίνουν την ταχύτητα με την οποία η πολιτεία κινείται σε άλλες περιπτώσεις. Για τα ιδιωτικά κολέγια και τα παραρτήματα ξένων πανεπιστημίων, η νομοθέτηση προχώρησε με ταχύτητα και με σαφή πολιτική βούληση.
Αντιθέτως, για τους αποφοίτους δημόσιων ελληνικών ΑΕΙ Τεχνολογικού Τομέα, που σπούδασαν σε ιδρύματα του ελληνικού κράτους, η απάντηση παραμένει: «θα το δούμε».
Αυτό δημιουργεί εύλογο αίσθημα αδικίας. Δεν μπορεί η πολιτεία να εμφανίζεται αποφασιστική όταν ρυθμίζει ζητήματα ιδιωτικής ανώτατης εκπαίδευσης και διστακτική όταν καλείται να αποκαταστήσει τους δικούς της αποφοίτους.
Ζήτημα δικαιοσύνης, όχι συντεχνιακής διεκδίκησης
Η αντιστοίχιση των πτυχίων ΤΕΙ δεν είναι μια στενή συντεχνιακή απαίτηση. Είναι ζήτημα θεσμικής συνέπειας. Το ίδιο το κράτος δημιούργησε τα ΤΕΙ, τα αναβάθμισε, τα ενέταξε στην ανώτατη εκπαίδευση, τα χρηματοδότησε ως ΑΕΙ, τα πανεπιστημιοποίησε και στη συνέχεια άφησε τους παλαιούς αποφοίτους τους σε εκκρεμότητα.
Δεν ζητούν χάρη οι απόφοιτοι. Ζητούν να αναγνωριστεί θεσμικά αυτό που η ίδια η πολιτεία έχει ήδη παραδεχθεί: ότι τα ΤΕΙ υπήρξαν ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, με προγράμματα σπουδών επιπέδου πρώτου κύκλου, και ότι οι τίτλοι τους δεν μπορεί να αντιμετωπίζονται ως πτυχία δεύτερης κατηγορίας.
Η λύση πρέπει να είναι καθαρή
Η όποια ρύθμιση δεν μπορεί να χαθεί σε έναν νέο λαβύρινθο επιτροπών, εξετάσεων, ασαφών αξιολογήσεων και ατομικών φακέλων χωρίς τέλος. Χρειάζονται καθαρά κριτήρια, διαφάνεια και κυρίως πολιτική απόφαση.
Για τα τετραετή προγράμματα σπουδών των ΑΕΙ Τεχνολογικού Τομέα, με 240 ECTS, η κατεύθυνση πρέπει να είναι η άμεση και ουσιαστική αντιστοίχιση με τα αντίστοιχα σημερινά πανεπιστημιακά τμήματα, όπου υπάρχει ακαδημαϊκή συνέχεια. Όπου υπάρχουν πραγματικές διαφορές προγραμμάτων, μπορούν να προβλεφθούν περιορισμένες και στοχευμένες διαδικασίες συμπλήρωσης. Όχι όμως μια γενικευμένη αντιμετώπιση όλων ως «υπό αξιολόγηση» από την αρχή.
Γιατί αυτό θα σήμαινε ότι οι απόφοιτοι καλούνται να αποδείξουν ξανά την αξία ενός πτυχίου που τους χορήγησε το ίδιο το κράτος.
Το τέλος μιας μακράς ομηρίας
Οι 400.000 απόφοιτοι των ΤΕΙ δεν είναι αριθμός σε έναν πίνακα. Είναι επιστήμονες, επαγγελματίες, εργαζόμενοι, άνθρωποι που στήριξαν τη δημόσια διοίκηση, την παραγωγή, την υγεία, τις τεχνικές υπηρεσίες, την εκπαίδευση, την οικονομία.
Η πολιτεία οφείλει να σταματήσει να τους αντιμετωπίζει ως εκκρεμότητα.
Η ακαδημαϊκή αντιστοίχιση των πτυχίων των πρώην ΤΕΙ δεν είναι απλώς μια εκπαιδευτική ρύθμιση. Είναι πράξη αποκατάστασης, ισονομίας και σεβασμού προς ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας που για χρόνια ακούει υποσχέσεις, αλλά δεν βλέπει λύση.
Και όσο το υπουργείο παραμένει στη φράση «δεν μπορώ να δεσμευτώ», τόσο η αδικία βαθαίνει. Το ζητούμενο πλέον δεν είναι άλλη μία τεχνοκρατική συζήτηση. Είναι μια καθαρή πολιτική απόφαση που θα βάλει τέλος σε μια θεσμική πληγή δεκαετιών.
Όλες οι σημαντικές ειδήσεις
Ανατροπές στις αναθέσεις μαθημάτων: Τι αλλάζει για χιλιάδες εκπαιδευτικούς
Οι 20 βασικοί συνεργάτες του Αλέξη Τσίπρα - Τα ονόματα
Προκηρύξεις εκπαιδευτικών 2026: Πώς θα δεις πρώτος τους πίνακες μέσω google
Χρήστος Κάτσικας