Η ειδική αγωγή και εκπαίδευση βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με μια συστηματική υποβάθμιση, η οποία γίνεται προσπάθεια να παρουσιαστεί ως «εκσυγχρονισμός» ή «βελτίωση». Στην πραγματικότητα, τα μέτρα που προωθούνται αποκαλύπτουν μια ξεκάθαρη πολιτική επιλογή: τη μείωση του κόστους και την εξοικονόμηση κονδυλίων, ακόμη κι αν αυτό γίνεται σε βάρος των μαθητών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τον νέο νόμο 5224/2025 (άρθρο 117) αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι «σε τμήμα σχολείου με περισσότερες από μία εγκρίσεις παράλληλης στήριξης, ο εκπαιδευτικός Ε.Α.Ε. υποστηρίζει το σύνολο των μαθητών με σχετική εγκριτική απόφαση». Ταυτόχρονα, «ο εκπαιδευτικός του Τ.Ε. υποστηρίζει τους μαθητές εντός του περιβάλλοντος της τάξης τους, σε συνεργασία με τους εκπαιδευτικούς των τάξεων, με στόχο τη διαφοροποίηση των δραστηριοτήτων και των διδακτικών πρακτικών, καθώς και την κατάλληλη προσαρμογή του εκπαιδευτικού υλικού και του εκπαιδευτικού περιβάλλοντος. Η υποστήριξη σε ιδιαίτερο χώρο υλοποιείται εφόσον το επιβάλλουν οι ιδιαίτερες εκπαιδευτικές ανάγκες των μαθητών, με απώτερο στόχο τη δυνατότητα μελλοντικής υποστήριξης αυτών εντός του περιβάλλοντος της τάξης τους».

Πού στοχεύει, όμως, το άρθρο 117 του νόμου που ψηφίστηκε μέσα στο καλοκαίρι και με τα σχολεία κλειστά; Οι προθέσεις του νομοθέτη, δυστυχώς, διαφαίνονται ξεκάθαρα. Σταδιακές περικοπές στην Παράλληλη Στήριξη και διάχυση των εκπαιδευτικών των Τμημάτων Ένταξης στα τμήματα Γενικής Εκπαίδευσης. Ποιο θα είναι το άμεσο αποτέλεσμα στο εγγύς μέλλον; Ένας εκπαιδευτικός της Ειδικής Αγωγής μέσα στη γενική τάξη για όλους ανεξαιρέτως τους μαθητές με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, ανεξάρτητα με τον αριθμό και τις ποιοτικές διαφορές των αναγκών τους, ανεξάρτητα από το ποια μορφή υποστήριξης συστήνει η γνωμάτευσή τους. Με τον τρόπο αυτό, Παράλληλη Στήριξη και Τμήμα Ένταξης εξισώνονται, αλληλοκαλύπτονται και εν τέλει οι εκπαιδευτικοί Ειδικής Αγωγής καταλήγουν περιφερόμενες και αποσπασματικές παρουσίες χωρίς διακριτό ρόλο αλλά με πολλές ευθύνες.
Η πρόθεση καταβαράθρωσης της ειδικής αγωγής γίνεται σαφέστερη στο ίδιο ακριβώς άρθρο της νέας νομοθεσίας. Πιο συγκεκριμένα: «Στα Τ.Ε. των δημοτικών σχολείων στα οποία φοιτούν έως διακόσιοι (200) μαθητές, τοποθετείται ένας (1)εκπαιδευτικός. Στα Τ.Ε. των σχολικών μονάδων της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, στις οποίες φοιτούν έως διακόσιοι πενήντα (250) μαθητές, τοποθετούνται ένας (1) εκπαιδευτικός κλάδου ΠΕ02 και ένας εκπαιδευτικός κλάδου ΠΕ03». Εν ολίγοις, ένας εκπαιδευτικός ειδικής αγωγής στο δημοτικό και δύο στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση καλούνται να στηρίξουν τους δεκάδες μαθητές του σχολείου. Και όλα αυτά στο όνομα της ενταξιακής πολιτικής.
Η προώθηση της λειτουργίας των τμημάτων ένταξης εντός της γενικής τάξης παρουσιάζεται ως πρακτική συμπερίληψης. Ωστόσο, η εκπαιδευτική πραγματικότητα αποδεικνύει το αντίθετο. Όταν η υποστήριξη παρέχεται μέσα σε μια ήδη επιβαρυμένη τάξη 20 – 25 μαθητών, σε ένα εξετασιοκεντρικό πλαίσιο, χωρίς τον απαραίτητο χρόνο, χώρο και εξειδικευμένη προσέγγιση και με τη δαμόκλειο σπάθη ενός εξαιρετικά απαιτητικού Αναλυτικού Προγράμματος να κρέμεται πάνω από εκπαιδευτικούς και μαθητές, καταλήγει να είναι επιφανειακή και αναποτελεσματική. Οι μαθητές δεν λαμβάνουν την εξατομικευμένη παρέμβαση που έχουν ανάγκη και οι εκπαιδευτικοί αδυνατούν να ανταποκριθούν στις αυξημένες απαιτήσεις.

Η Σουζάνα Παντελιάδου, καθηγήτρια Ειδικής Αγωγής – Μαθησιακών Δυσκολιών στο Τμήμα Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, μία από τις σημαντικότερες ειδικούς στις μαθησιακές δυσκολίες, σε πρόσφατη συνέντευξή της στη Δήμητρα Καραδήμου (Des to Alliws Pod) αναφέρει ρητά ότι «η Ειδική Αγωγή έχει ως πυρήνα την εξατομίκευση της διδασκαλίας, και αν αυτό τον πυρήνα τον παραβιάσουμε, διαλύουμε την Ειδική Αγωγή». Παράλληλα, σχολιάζοντας τη νέα νομοθεσία και τις διευκρινιστικές οδηγίες που ακολούθησαν επεσήμανε πως «η συνδιδασκαλία, με το επιχείρημα της συνεκπαίδευσης - συμπερίληψης, που έρχεται στο προσκήνιο είναι ένα μεγάλο συστηματικό λάθος».
Η ειδική αγωγή, ως πεδίο της παιδαγωγικής επιστήμης, θεμελιώνεται στην αρχή της εξατομίκευσης της διδασκαλίας. Οι μαθητές με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες παρουσιάζουν σημαντική ετερογένεια ως προς τις γνωστικές, συναισθηματικές και κοινωνικές τους δεξιότητες. Συνεπώς, η παροχή ενιαίας, ομοιογενούς διδασκαλίας δεν μπορεί να ανταποκριθεί αποτελεσματικά στις ανάγκες τους. Όταν η λειτουργία των τμημάτων ένταξης περιορίζεται ή μεταφέρεται κυρίως «μέσα στην τάξη», χωρίς εξειδικευμένο χώρο, σταθερό πλαίσιο και στοχευμένες παρεμβάσεις, τότε δεν μιλάμε για ενίσχυση της ένταξης αλλά για αποδυνάμωσή της.
Παράλληλα, είναι ανάγκη εδώ να σημειωθεί πως η περιβόητη συνδιδασκαλία, που παρουσιάζεται ως πανάκεια, απαιτείται χωρίς καμία επιμόρφωση εκπαιδευτικών γενικής και ειδικής αγωγής, χωρίς ρεαλιστικές υποδειγματικές διδασκαλίες στην τάξη και χωρίς, φυσικά, το απαραίτητο ερευνητικό υπόβαθρο της ελληνικής σχολικής πραγματικότητας.

Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι φυσικά η ίδια η αρχή της συμπερίληψης — που αποτελεί παιδαγωγικά αποδεκτή και διεθνώς κατοχυρωμένη προσέγγιση — αλλά ο τρόπος με τον οποίο επιχειρείται να εφαρμοστεί. Τα τμήματα ένταξης δεν είναι απλώς ένας διοικητικός θεσμός. Είναι ένας κρίσιμος μηχανισμός εξατομικευμένης υποστήριξης για μαθητές με μαθησιακές δυσκολίες, που χρειάζονται διαφοροποιημένη διδασκαλία, σταθερό ρυθμό και εξειδικευμένες παιδαγωγικές πρακτικές.
Η συμπερίληψη δεν μπορεί να σημαίνει την κατάργηση των εξειδικευμένων δομών και φυσικά δεν μπορεί να λειτουργεί ως άλλοθι για περικοπές. Οι εκπαιδευτικοί που εργάζονται στα τμήματα ένταξης γνωρίζουν ότι η λειτουργία τους σε μικρές ομάδες εκτός της γενικής τάξης απέφερε και αποφέρει όχι μόνο την ενίσχυση των γνωστικών ικανοτήτων των μαθητών αλλά και την παροχή ενός ασφαλούς χώρου που ενισχύει την αυτοπεποίθησή τους. Ενός χώρου στον οποίο το να συλλαβίζεις στην ανάγνωση, το να μη μπορείς να διαχωρίσεις μαθηματικά σύμβολα ή το να μη ξέρεις να διαβάζεις την ώρα είναι «αποδεκτό», είναι κάτι που δε θα σε στιγματίσει. Είναι ένα μικρό εμπόδιο και κάποιος είναι εκεί για σένα, για να σε βοηθήσει να το ξεπεράσεις.
Το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι τυπικό ή οργανωτικό. Είναι βαθιά παιδαγωγικό: θέλουμε μια συνεκπαίδευση με ουσιαστική υποστήριξη ή μια τυπική ένταξη χωρίς τα εργαλεία που την καθιστούν εφικτή;
Η απάντηση θα κρίνει όχι μόνο το μέλλον των τμημάτων ένταξης, αλλά και το αν το δημόσιο σχολείο θα παραμείνει χώρος δίκαιων ευκαιριών για όλα τα παιδιά ή θα αποτελεί χώρο απλής συνύπαρξης χωρίς στήριξη.
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Γιατί τα παράθυρα στις σχολικές αίθουσες μπαίνουν αριστερά των μαθητών