Η συζήτηση για την ποιότητα της εκπαίδευσης συχνά εξαντλείται σε δείκτες, μεθοδολογίες και φόρμες αξιολόγησης. Όσοι όμως ζούμε το σχολείο από μέσα γνωρίζουμε μια απλή αλήθεια που σπάνια αποτυπώνεται σε πίνακες: η ανασφάλεια του εκπαιδευτικού μεταφέρεται αναπόφευκτα στην τάξη και επηρεάζει το παιδαγωγικό κλίμα και τη μαθησιακή διαδικασία.
Όταν η διοίκηση του σχολείου λειτουργεί υπό καθεστώς άτυπων πιέσεων και προφορικών «οδηγιών», το πρώτο θύμα δεν είναι ο εκπαιδευτικός αλλά ο μαθητής και η μαθήτρια. Η παιδαγωγική ηρεμία, που αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τη μάθηση, διαταράσσεται όταν αποφάσεις που έχουν ληφθεί από τα αρμόδια συλλογικά όργανα της σχολικής μονάδας, σύμφωνα με το Π.Δ. 79/2017, ανατρέπονται αιφνιδιαστικά όχι βάσει θεσμικού σχεδιασμού και νόμιμης διαδικασίας, αλλά κατόπιν άτυπων, προφορικών παρεμβάσεων.
Το ζήτημα δεν είναι θέμα «διοικητικής κουλτούρας». Είναι θέμα θεσμικής τάξης και νομιμότητας. Στο διοικητικό δίκαιο, η διοικητική δράση οφείλει να ασκείται από το καθ’ ύλην αρμόδιο όργανο, με την προβλεπόμενη διαδικασία και –όπου απαιτείται– σε έγγραφη και αιτιολογημένη μορφή, ώστε να διασφαλίζονται η διαφάνεια, η λογοδοσία και η προστασία των διοικουμένων. Συναφώς, η αρχή της υπαλληλικής νομιμότητας και της υπηρεσιακής τάξης αποτυπώνεται και στο άρθρο 25 του Υπαλληλικού Κώδικα (Ν. 3528/2007). Η παράκαμψη των θεσμικών διαδρομών δεν είναι «ευελιξία». Γεννά ασάφεια, ανασφάλεια και τελικά αυθαιρεσία.
Σύμβουλος Εκπαίδευσης: Θεσμικός συνεργάτης της σχολικής μονάδας, όχι εντολοδόχος
Ο Σύμβουλος Εκπαίδευσης είναι, και πρέπει να παραμείνει, θεσμικός σύμμαχος της σχολικής μονάδας. Σύμφωνα με τον Ν. 4823/2021, ο ρόλος του είναι παιδαγωγικός και επιστημονικός: καθοδήγηση, υποστήριξη, επιμόρφωση, συμβολή στον συλλογικό προγραμματισμό και στην αυτοαξιολόγηση της σχολικής μονάδας.
Δεν είναι διοικητικός προϊστάμενος του σχολείου ούτε φορέας διοικητικής εντολής. Οι παιδαγωγικές εισηγήσεις του εντάσσονται στη συλλογική λειτουργία του σχολείου και αξιοποιούνται από τα αρμόδια όργανα, τα οποία φέρουν τη θεσμική ευθύνη της τελικής απόφασης, σύμφωνα με το κανονιστικό πλαίσιο λειτουργίας τους.
Όταν αυτός ο ρόλος παρακάμπτεται ή υποβαθμίζεται προς όφελος μιας κάθετης και συγκεντρωτικής αντίληψης εποπτείας, διαρρηγνύεται ο πυρήνας της παιδαγωγικής λειτουργίας. Και χωρίς εμπιστοσύνη μεταξύ σχολείου και επιστημονικής καθοδήγησης, καμία εκπαιδευτική μεταρρύθμιση δεν μπορεί να ριζώσει στην τάξη.
Ο ρόλος του Επόπτη Ποιότητας και τα θεσμικά του όρια
Ο Ν. 4823/2021 αποδίδει στον Επόπτη Ποιότητας της Εκπαίδευσης ρόλο παιδαγωγικής εποπτείας και συντονισμού σε επίπεδο εκπαιδευτικού συστήματος, ιδίως ως προς το έργο των Συμβούλων Εκπαίδευσης. Δεν προκύπτει όμως, από το ίδιο πλαίσιο, αρμοδιότητα άμεσης διοικητικής εντολής προς τις σχολικές μονάδες.
Κρίσιμη είναι η διάκριση μεταξύ παιδαγωγικής σύστασης και διοικητικής εντολής:
- Παιδαγωγική σύσταση υπάρχει όταν διατυπώνεται ως μη δεσμευτική εισήγηση, χωρίς άμεσο χαρακτήρα εφαρμογής και χωρίς να μεταβάλλει ισχύουσες αποφάσεις.
- Αντίθετα, κάθε «οδηγία» που απαιτεί άμεση συμμόρφωση, ανατρέπει υφιστάμενες ρυθμίσεις ή παράγει έννομα αποτελέσματα, λειτουργεί στην πράξη ως διοικητική εντολή και προϋποθέτει αρμοδιότητα και τήρηση της νόμιμης διαδικασίας, ανεξαρτήτως ονομασίας.
Ακόμη και όταν προκύπτουν πραγματικές δυσκολίες στη λειτουργία μιας σχολικής μονάδας, το θεσμικό πλαίσιο προβλέπει συγκεκριμένες διοικητικές οδούς αντιμετώπισης, με αρμόδια όργανα και σαφείς διαδικασίες. Η ύπαρξη αυτών των μηχανισμών δεν νομιμοποιεί άτυπες ή προφορικές παρεμβάσεις. Αντίθετα επιβεβαιώνει ότι η αναγκαία παρέμβαση οφείλει να ασκείται θεσμικά, εγγράφως και με καθαρή κατανομή ευθυνών.
Η αντίληψη ότι «ένα τηλεφώνημα λύνει γρήγορα το πρόβλημα» είναι επικίνδυνη. Αυτό που σήμερα εμφανίζεται ως πρακτική λύση, αύριο μετατρέπεται σε αυθαιρεσία. Αν αποδεχτούμε ότι η λειτουργία ενός σχολείου μπορεί να αλλάζει με ένα τηλεφώνημα, τότε ακυρώνουμε τη διοικητική του αυτοτέλεια και μετατρέπουμε τους εκπαιδευτικούς σε απλούς εκτελεστές προφορικών επιθυμιών.
Η νομιμότητα ως ασπίδα του μαθητή και της μαθήτριας
Συχνά ακούγεται ότι η επιμονή στις έγγραφες διαδικασίες είναι τυπολατρία. Είναι μια βολική αλλά λανθασμένη άποψη. Η έγγραφη και αιτιολογημένη διοικητική πράξη:
- διασφαλίζει ότι μια απόφαση έχει εξεταστεί σοβαρά και δεν είναι προϊόν πίεσης ή συγκυρίας,
- εγγυάται ότι έχουν συνεκτιμηθεί οι παιδαγωγικές ανάγκες των μαθητών/τριών,
- κατοχυρώνει την ευθύνη του οργάνου που αποφασίζει.
Όταν ζητάμε τα πράγματα να γίνονται εγγράφως και θεσμικά, δεν αποφεύγουμε τον έλεγχο. Τον απαιτούμε. Γιατί η νομιμότητα δεν είναι εμπόδιο στην ποιότητα, είναι προϋπόθεσή της.
Συμπέρασμα: Ποιότητα σημαίνει διαφάνεια και καθαρούς ρόλους
Η πραγματική αναβάθμιση της ποιότητας στην εκπαίδευση δεν θα έρθει μέσα από διοικητικό αυτοσχεδιασμό ή άτυπες παρεμβάσεις. Θα έρθει μέσα από την ενδυνάμωση των σχολικών μονάδων να λειτουργούν με καθαρούς ρόλους, σεβασμό στη νομιμότητα και ουσιαστική παιδαγωγική συνεργασία.
Ζητάμε καθαρούς ρόλους. Ζητάμε σεβασμό στις θεσμικές διαδικασίες.
Όχι για λόγους συντεχνιακούς, αλλά γιατί ένα δημοκρατικό σχολείο δεν μπορεί να διοικείται με όρους «αποφασίζομεν και διατάσσομεν». Μπορεί να λειτουργεί μόνο με όρους παιδαγωγικής ευθύνης, θεσμικής ασφάλειας και διαφάνειας, προς όφελος, τελικά, των ίδιων των μαθητών/τριών.
Η ποιότητα δεν χτίζεται με τηλεφωνήματα, χτίζεται με κανόνες, ρόλους και ευθύνη.
* Διευθυντής 4ου Πειραματικού Δημοτικού Σχολείου Κέρκυρας - Αθηναγόρειο
Πρώην αιρετός σε Υπηρεσιακά Συμβούλια
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Voucher 750 ευρώ σε εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα - Ανοίγουν οι αιτήσεις