Η προέλευση της λέξης
Η λέξη "ἀγήρω" σχηματίζεται από το στερητικό πρόθημα "α-" και το ρήμα "γηράσκω", που σημαίνει "γερνώ". Κυριολεκτικά, δηλώνει εκείνον ή εκείνο που δεν γερνά και δεν αλλοιώνεται με την πάροδο του χρόνου.
Η λέξη απαντάται στην ομηρική και την κλασική γραμματεία, κυρίως σε ποιητικά και θρησκευτικά συμφραζόμενα. Παρόμοιες μορφές, όπως "ἀγήρατος" και "ἀγήραος", εκφράζουν την ίδια έννοια της αιώνιας νεότητας και της αφθαρσίας.
Το "ἀγήρω" στην αρχαία ελληνική σκέψη
Στην ελληνική μυθολογία, οι θεοί χαρακτηρίζονταν από αγέραστη ομορφιά και αμετάβλητη μορφή. Εκφράσεις όπως "ἀγήρω κάλλος" ή "ἀγήρως μορφή" χρησιμοποιούνταν για να αποδώσουν τη διαχρονική λάμψη και την αθανασία των θεϊκών μορφών, οι οποίες παρέμεναν έξω από τα όρια του χρόνου και της φθοράς.
Ωστόσο, η σημασία της λέξης δεν περιορίζεται μόνο στη φυσική αθανασία. Το "ἀγήρω" μπορεί να περιγράψει και κάτι άυλο, όπως μια ιδέα, ένα έργο τέχνης ή μια μνήμη που εξακολουθεί να επηρεάζει τους ανθρώπους, ακόμη και όταν ο δημιουργός της δεν βρίσκεται πια στη ζωή.