Για πολλά χρόνια ο μόνιμος διορισμός στο δημόσιο σχολείο παρουσιαζόταν ως η μεγάλη δικαίωση για έναν εκπαιδευτικό. Ήταν το τέλος μιας μακράς αναμονής, η στιγμή που η αβεβαιότητα του αναπληρωτή έδινε τη θέση της στη σταθερότητα, η στιγμή που κάποιος μπορούσε επιτέλους να πει ότι «τα κατάφερε». Μόνο που για τη σημερινή γενιά εκπαιδευτικών αυτή η εικόνα έχει αλλάξει δραματικά. Για πολλούς, ο μόνιμος διορισμός δεν έρχεται στα 25 ή στα 30, αλλά στα 40, στα 45 ή ακόμη και αργότερα. Και τότε το ερώτημα δεν είναι μόνο «διορίστηκα;», αλλά κυρίως «και τώρα τι;».
Ο νεοδιόριστος εκπαιδευτικός των 45 ετών δεν είναι ένας νέος άνθρωπος που κάνει τα πρώτα του βήματα στην αγορά εργασίας. Είναι συνήθως ένας άνθρωπος που εργάζεται ήδη πολλά χρόνια. Έχει υπάρξει αναπληρωτής σε νησιά, χωριά και πόλεις, έχει κουβαλήσει βαλίτσες από Σεπτέμβρη σε Σεπτέμβρη, έχει ψάξει σπίτι μέσα σε λίγες ημέρες, έχει πληρώσει ενοίκια δυσανάλογα με τον μισθό του, έχει αφήσει οικογένεια πίσω, έχει μεγαλώσει παιδιά, έχει πάρει πτυχία, μεταπτυχιακά και επιμορφώσεις, έχει συγκεντρώσει μόρια και προϋπηρεσία. Δεν μπαίνει λοιπόν στο Δημόσιο ως «πρωτοδιοριζόμενος» με την πραγματική έννοια της λέξης. Μπαίνει έχοντας ήδη διανύσει ένα μεγάλο μέρος της επαγγελματικής και προσωπικής του ζωής.
Και κάπου εδώ αρχίζει η μεγάλη αντίφαση.
Στα 45 μπορεί να έχει μπροστά του περίπου δύο δεκαετίες υπηρεσίας μέχρι τη συνταξιοδότηση. Για έναν εργαζόμενο που ξεκίνησε να ασφαλίζεται και να εργάζεται πολύ νωρίτερα, αυτό μπορεί να μη φαίνεται λίγο. Όμως η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Άλλο πράγμα είναι να έχει κανείς διανύσει μια ομαλή ασφαλιστική διαδρομή και άλλο να έχει περάσει χρόνια με ανεργία, συμβάσεις ορισμένου χρόνου, μήνες χωρίς ένσημα ή εργασιακά κενά. Για πολλούς εκπαιδευτικούς η επαγγελματική ζωή δεν υπήρξε ποτέ μια ευθεία γραμμή.
Έτσι δημιουργείται μια ολόκληρη γενιά δασκάλων και καθηγητών που κατακτά τη μονιμότητα όταν πλέον έχει ήδη πληρώσει βαρύ τίμημα για να φτάσει σε αυτήν.
Και ο μισθός δεν λύνει αυτομάτως το πρόβλημα.
Ο 45χρονος νεοδιόριστος μπορεί να έχει παιδί που σπουδάζει, στεγαστικό δάνειο, ηλικιωμένους γονείς που χρειάζονται στήριξη, υποχρεώσεις που δεν είχε ένας νεοδιοριζόμενος 25 ετών πριν από τριάντα χρόνια. Αν ταυτόχρονα διοριστεί εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από τον τόπο κατοικίας του, καλείται ουσιαστικά να συντηρεί δύο ζωές: μία στον τόπο όπου εργάζεται και μία εκεί όπου βρίσκεται η οικογένειά του.
Δύο σπίτια. Δύο λογαριασμοί. Μετακινήσεις. Εισιτήρια. Καύσιμα. Ενοίκιο. Και ένας μισθός που πολλές φορές δεν επαρκεί για να στηρίξει αυτή τη διπλή πραγματικότητα.
Εδώ βρίσκεται και μία από τις μεγαλύτερες παραδοξότητες της σημερινής εκπαιδευτικής πολιτικής. Το κράτος ζητά από έναν άνθρωπο 45 ή 50 ετών να συμπεριφερθεί σαν να είναι 25. Να πάρει μια βαλίτσα, να αφήσει πίσω οικογένεια, σπίτι και υποχρεώσεις και να ξεκινήσει από την αρχή σε έναν άγνωστο τόπο. Μόνο που στα 45 η ζωή έχει ήδη ρίζες.
Και αυτές οι ρίζες δεν ξεριζώνονται εύκολα.
Γι’ αυτό και ο μόνιμος διορισμός, που κάποτε θεωρούνταν αυτονόητα η κορυφαία επαγγελματική επιτυχία ενός εκπαιδευτικού, αρχίζει πλέον να συνοδεύεται από δεύτερες σκέψεις. Υπάρχουν εκπαιδευτικοί που αναρωτιούνται αν μπορούν οικονομικά να αποδεχθούν τη θέση. Άλλοι σκέφτονται εάν αντέχουν να ξαναζήσουν τη ζωή του αναπληρωτή με διαφορετική απλώς εργασιακή σχέση. Και κάποιοι, ακόμη κι αν βρίσκονται ψηλά στους πίνακες, δεν αισθάνονται πλέον βέβαιοι ότι θέλουν να συνεχίσουν στο επάγγελμα μέχρι το τέλος της εργασιακής τους ζωής.
Αυτό ίσως είναι το πιο ανησυχητικό στοιχείο.
Γιατί όταν ο μόνιμος διορισμός παύει να θεωρείται αυτονόητα επιθυμητός, κάτι πολύ βαθύτερο έχει αλλάξει.
Το δημόσιο σχολείο δεν αντιμετωπίζει πλέον μόνο πρόβλημα στελέχωσης. Αντιμετωπίζει σταδιακά και πρόβλημα ελκυστικότητας του ίδιου του επαγγέλματος.
Ο εκπαιδευτικός καλείται σήμερα να ανταποκριθεί σε πολύ περισσότερους ρόλους από εκείνους που περιγράφει τυπικά η ειδικότητά του. Να διδάξει, να διαχειριστεί τάξεις με μεγάλες κοινωνικές και μαθησιακές διαφοροποιήσεις, να στηρίξει παιδιά με δυσκολίες, να επικοινωνήσει με γονείς, να ανταποκριθεί σε διοικητικές απαιτήσεις, πλατφόρμες, προγράμματα, αξιολογήσεις, επιμορφώσεις και συνεχώς μεταβαλλόμενες οδηγίες.
Και όλα αυτά σε ένα επάγγελμα που εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται συχνά από ένα μέρος της κοινωνίας με το γνωστό στερεότυπο: «Έχετε πολλές διακοπές».
Η πραγματικότητα όμως του 45χρονου νεοδιόριστου απέχει πολύ από αυτή την εικόνα.
Είναι ένας άνθρωπος που μπορεί να χρειάστηκε είκοσι χρόνια για να αποκτήσει κάτι που προηγούμενες γενιές αποκτούσαν πολύ νωρίτερα. Ένας εργαζόμενος που φτάνει στη μονιμότητα την ίδια στιγμή που αρχίζει να σκέφτεται σοβαρά τη σύνταξη, τη σωματική αντοχή, την οικονομική ασφάλεια της οικογένειάς του και το πώς θα είναι η ζωή του σε είκοσι χρόνια.
Και εδώ εμφανίζεται ένα ακόμη μεγάλο ερώτημα: ποια σύνταξη θα περιμένει στο τέλος αυτής της διαδρομής;
Όταν ο μόνιμος διορισμός έρχεται τόσο αργά, η συζήτηση για τα συντάξιμα χρόνια δεν είναι καθόλου θεωρητική. Είναι βαθιά υπαρξιακή. Ο εκπαιδευτικός αρχίζει να υπολογίζει χρόνια ασφάλισης, αναγνωρίσεις, πλασματικά έτη, ηλικιακά όρια και αποδοχές πριν ακόμη προλάβει να χαρεί τη μονιμότητα.
Είναι παράδοξο αλλά απολύτως πραγματικό: υπάρχουν άνθρωποι που την ίδια χρονιά που ορκίζονται ως μόνιμοι εκπαιδευτικοί αρχίζουν ήδη να αναρωτιούνται πότε και με ποιους όρους θα μπορέσουν να συνταξιοδοτηθούν.
Αυτό δεν είναι μια φυσιολογική επαγγελματική διαδρομή.
Και το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τους ίδιους τους εκπαιδευτικούς. Αφορά το δημόσιο σχολείο συνολικά.
Ένα εκπαιδευτικό σύστημα χρειάζεται ανθρώπους που να βλέπουν μπροστά τους προοπτική. Χρειάζεται νέους επιστήμονες που να θέλουν να μπουν στην εκπαίδευση, αλλά και έμπειρους εκπαιδευτικούς που να θέλουν να παραμείνουν σε αυτήν. Αν η πρώτη σκέψη ενός νεοδιόριστου δεν είναι «πώς θα γίνω καλύτερος δάσκαλος;» αλλά «πώς θα πληρώσω το δεύτερο ενοίκιο;», αν ένας 45χρονος αντί να νιώθει ότι επιτέλους σταθεροποιήθηκε αισθάνεται ότι ξεκινά έναν ακόμη γύρο αβεβαιότητας, τότε το πρόβλημα είναι δομικό.
Γιατί η πραγματική ασφάλεια δεν είναι μόνο μια σχέση εργασίας αορίστου χρόνου.
Είναι να μπορείς να ζήσεις αξιοπρεπώς από τη δουλειά σου.
Είναι να ξέρεις ότι δεν θα χρειάζεται για χρόνια να ζεις μακριά από τα παιδιά σου.
Είναι να έχεις έναν μισθό που να ανταποκρίνεται στο κόστος ζωής.
Είναι να βλέπεις ότι η εμπειρία, οι σπουδές και η προσφορά σου έχουν πραγματική αξία.
Είναι να μπορείς να κοιτάξεις το μέλλον χωρίς να χρειάζεται κάθε βράδυ να κάνεις υπολογισμούς.
Ο νεοδιόριστος των 45 δεν ζητά προνόμια. Ζητά να μπορεί να οικοδομήσει μια φυσιολογική ζωή γύρω από το επάγγελμα που επέλεξε.
Και ίσως αυτό να είναι τελικά το μεγάλο στοίχημα των επόμενων χρόνων για τη δημόσια εκπαίδευση: όχι μόνο πόσους εκπαιδευτικούς θα διορίζει κάθε καλοκαίρι το κράτος, αλλά πόσοι από αυτούς θα μπορούν και θα θέλουν πραγματικά να παραμείνουν στο σχολείο μέχρι το τέλος της διαδρομής τους.
Γιατί ένα σχολείο δεν κρατιέται όρθιο μόνο με οργανικές θέσεις και πίνακες διορισμών.
Κρατιέται όρθιο όταν οι άνθρωποί του μπορούν να φανταστούν το μέλλον τους μέσα σε αυτό.
Και σήμερα, για έναν νεοδιόριστο εκπαιδευτικό 45 ετών, αυτό το μέλλον μοιάζει περισσότερο αβέβαιο από όσο θα έπρεπε να είναι.