Συνεχίζουμε τη σειρά που ψάχνει τις αρχαίες λέξεις στον λόγο μας.
Υπάρχει ένας μηχανισμός που επαναλαμβάνεται τόσο συχνά στην ιστορία της ελληνικής ώστε να μοιάζει με κανόνα: το μέρος αντικαθιστά το όλον. Η επίσημη, γενική λέξη μοιάζει απόμακρη· ο ομιλητής προτιμά κάτι πιο συγκεκριμένο, πιο χειροπιαστό, συχνά πιο μικρό. Με τον καιρό το συγκεκριμένο απλώνεται, καλύπτει όλη τη σημασία, και η γενική λέξη αποσύρεται στα επίσημα συμφραζόμενα. Έτσι μιλάμε σήμερα με λέξεις που κάποτε δήλωναν λεπτομέρειες.
ἄρτος: η επίσημη λέξη
Οι αρχαίοι έλεγαν ἄρτος. Η λέξη δεν χάθηκε — απλώς ανέβηκε επίπεδο. Ζει στην εκκλησία («τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον»), στη γλώσσα του κράτους και του εμπορίου (αρτοποιείο, αρτοσκευάσματα, άρτος πολυτελείας), αλλά κανείς δεν λέει στο σπίτι «δώσ' μου τον άρτο».
ψωμός: η μπουκιά
Η λέξη που την αντικατέστησε δεν σήμαινε ψωμί. Σήμαινε μπουκιά.
Το ψωμός στα αρχαία είναι το κομμάτι, η μπουκιά ψωμιού ή γενικότερα το κομμάτι τροφής. Είναι ήδη ομηρική λέξη — τη βρίσκουμε στην Οδύσσεια, στη σκηνή με τον Κύκλωπα, με τη σημασία «κομμάτια σάρκας». Ετυμολογικά ανάγεται στο ρήμα ψήω, «τρίβω»: ψωμός είναι, κατά βάθος, το τριμμένο, το αποσπασμένο κομμάτι.
Από εκεί σχηματίστηκε το υποκοριστικό ψωμίον — «κομματάκι» — που στα ελληνιστικά χρόνια σημαίνει ήδη «μπουκιά ψωμιού». Και το ψωμίον έδωσε το μεσαιωνικό ψωμίν και το σημερινό ψωμί.
Τι λέμε στ' αλήθεια
Όταν λέμε «ψωμί», ετυμολογικά λέμε «μπουκιά». Ένα κομματάκι, ένα υποκοριστικό ενός κομματιού.
Το πιο ωραίο αποτέλεσμα φαίνεται σε μια φράση που λέμε συνέχεια χωρίς να ακούμε τι λέει: «μια μπουκιά ψωμί». Ετυμολογικά, αυτό μεταφράζεται σε «μια μπουκιά μπουκιά».
Πηγές
Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (Ίδρυμα Μ. Τριανταφυλλίδη), λ. ψωμί — greek-language.gr
LSJ, λ. ψωμός — lsj.gr