Ο όρος "αψίκορος" θεωρείται σύνθετος, καθώς σχετίζεται ετυμολογικά με το ρήμα "ἅπτω" (που σημαίνει αγγίζω, συνδέω ή προκαλώ) και το ουσιαστικό "κόρος", δηλαδή τον κορεσμό, το αίσθημα του χορτασμού ή της πληρότητας.
Οι σημασίες της λέξης
Η λέξη χρησιμοποιείται για να περιγράψει έναν άνθρωπο με μεταβλητή και ασταθή συμπεριφορά ή διάθεση. Πιο συγκεκριμένα, μπορεί να αναφέρεται:
σε κάποιον που χορταίνει ή κουράζεται πολύ γρήγορα από κάτι
σε άτομο που αλλάζει εύκολα γνώμη, επιθυμίες ή ενδιαφέροντα
σε άνθρωπο οξύθυμο, ευέξαπτο και παρορμητικό
Έτσι, ο "αψίκορος" δεν παραμένει σταθερός στις προτιμήσεις ή στα συναισθήματά του, αλλά παρουσιάζει συχνές μεταβολές στη συμπεριφορά του.