Το σχολείο έχει μάθει να διαχειρίζεται τα πάντα — εκτός από τη φθορά των ανθρώπων του. Και όταν αυτή η φθορά αγνοείται για χρόνια, δεν εξαφανίζεται επιστρέφει με τρόπο βίαιο, οδυνηρό και εκτεθειμένο σε όλους.
Σύμφωνα με στοιχεία που διακινούνται εντός του διοικητικού μηχανισμού, περίπου 2.500 εκπαιδευτικοί σε όλη τη χώρα έχουν καταγραφεί ως “αδυνατούντες” να ασκήσουν διδακτικό έργο, κυρίως για ψυχολογικούς λόγους.
Η υπόθεση στις Σέρρες ανέδειξε με σκληρό τρόπο τι συμβαίνει όταν ένα σχολείο βρίσκεται επί χρόνια σε καθεστώς δυσλειτουργίας και όλοι «ξέρουν», αλλά κανείς δεν παρεμβαίνει έγκαιρα. Συχνές αποχωρήσεις εκπαιδευτικών, κουτσουρεμένο ωρολόγιο πρόγραμμα, καταγγελίες που μένουν στα συρτάρια. Και τελικά, μια πράξη που δεν μπορεί να ερμηνευτεί ως μεμονωμένο ξέσπασμα, αλλά ως κατάρρευση ορίων και αυτοελέγχου.
Όταν η πρόληψη φορά στολή καχυποψίας
Με αφορμή το περιστατικό, η ηγεσία του Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων επαναφέρει σχέδιο για αξιολόγηση των εκπαιδευτικών πριν από την πρόσληψη, αλλά και για περιοδική επανεκτίμηση της ψυχολογικής τους κατάστασης, από επιτροπές ψυχολόγων και ιατρών σε συνεργασία με το υπουργείο Υγείας.
Παράλληλα, εξετάζεται η δημιουργία ειδικών νομικών και υποστηρικτικών τμημάτων στις Περιφερειακές Διευθύνσεις Εκπαίδευσης, ώστε να προστατεύονται τόσο οι εκπαιδευτικοί που χρειάζονται αλλαγή ρόλου όσο και τα στελέχη που καλούνται να λάβουν δύσκολες αποφάσεις.
Το ερώτημα, όμως, παραμένει κρίσιμο: Θα πρόκειται για μηχανισμό φροντίδας ή για φίλτρο αποκλεισμού;
Η μετακίνηση «αδυνατούντων» εκπαιδευτικών σε διοικητικές θέσεις, όταν γίνεται έγκαιρα και με συναίνεση, έχει αποδειχθεί λειτουργική. Πολλοί παραμένουν παραγωγικοί και χρήσιμοι, χωρίς να εκτίθενται — ούτε να εκθέτουν άλλους.
Η συζήτηση που άνοιξε γύρω από τον σχεδιασμό του Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων για καθιέρωση υποχρεωτικών ψυχολογικών ή ψυχιατρικών ελέγχων στους εκπαιδευτικούς παρουσιάζεται ως μέτρο πρόληψης. Ως θεσμική απάντηση σε μεμονωμένα –και συχνά αδιευκρίνιστα– περιστατικά που σοκάρουν την κοινή γνώμη.
Η προστασία των μαθητών είναι αδιαπραγμάτευτη. Το ερώτημα όμως δεν είναι αν πρέπει να υπάρχει μέριμνα, αλλά πώς. Και εδώ ακριβώς αρχίζει το πρόβλημα.
Από τη φροντίδα στον έλεγχο
Η ψυχική υγεία δεν είναι λίστα ελέγχου. Δεν πιστοποιείται ανά τριετία, δεν μετριέται με κουτάκια «κατάλληλος / ακατάλληλος», ούτε αποκόπτεται από το εργασιακό και κοινωνικό πλαίσιο.
Η σύγχρονη επιστήμη είναι σαφής: Η ψυχική κατάσταση είναι δυναμική, διαστασιακή και βαθιά συνδεδεμένη με τις συνθήκες ζωής και εργασίας. Καμία διάγνωση δεν συνεπάγεται αυτομάτως επαγγελματική ανικανότητα. Και –κυρίως– η πρόβλεψη «επικίνδυνης συμπεριφοράς» σε ατομικό επίπεδο παραμένει επιστημονικά επισφαλής. Όταν λοιπόν η πολιτεία μετατρέπει την πρόληψη σε υποχρεωτικό φίλτρο «καταλληλότητας», δεν φροντίζει· επιτηρεί.
Ένα επάγγελμα υπό διαρκή υποψία
Η καθολική και περιοδική ψυχιατρική αξιολόγηση δεν στοχεύει ένα πρόβλημα. Στοχοποιεί ένα επάγγελμα. Αντιστρέφει το τεκμήριο της επαγγελματικής επάρκειας: ο εκπαιδευτικός δεν θεωρείται ικανός εκτός αν αποδειχθεί το αντίθετο – ξανά και ξανά.
Και εδώ γεννιούνται εύλογα ερωτήματα:
- Ποια είναι τα κριτήρια;
- Ποιος αποφασίζει;
- Ποιος ελέγχει τον ελεγκτή;
- Και, κυρίως, ποιες θα είναι οι υπηρεσιακές συνέπειες;
Η αοριστία δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Είναι πρόσφορο έδαφος για αυθαιρεσία, στιγματισμό και σιωπηρές πειθαρχικές ποινές χωρίς πειθαρχική διαδικασία.
Η διεθνής πρακτική είναι σαφής: Ιατρικός έλεγχος κατά την πρόσληψη και στοχευμένη παρέμβαση όταν υπάρχουν συγκεκριμένες ενδείξεις. Όχι μαζική επιτήρηση.
Ακόμη και σε επαγγέλματα που φέρουν όπλο και άμεσο κίνδυνο, δεν προβλέπεται οριζόντια ψυχιατρική επιτήρηση.
Ένα τέτοιο μέτρο δεν είναι ουδέτερο. Παράγει συμπεριφορές. Και η πιο προβλέψιμη είναι η αποφυγή. Όταν η επαφή με υπηρεσίες ψυχικής υγείας συνδέεται με έλεγχο, αξιολόγηση ή ενδεχόμενες συνέπειες, ο εκπαιδευτικός δεν ζητά βοήθεια. Σιωπά. Κρύβεται. Αντέχει μέχρι να μη γίνεται άλλο.
Έτσι, η πολιτεία πετυχαίνει το ακριβώς αντίθετο από αυτό που διακηρύσσει: Αποδυναμώνει την έγκαιρη παρέμβαση και μεταθέτει τον κίνδυνο στο σκοτάδι.
Τα ψυχολογικά τεστ στους εκπαιδευτικούς δεν απαντούν στο πραγματικό πρόβλημα του σχολείου
Η γενίκευση ενός μεμονωμένου περιστατικού σε οριζόντιο έλεγχο δεκάδων χιλιάδων εκπαιδευτικών αποκαλύπτει μια βαθύτερη επιλογή: Τη μετατόπιση από την κοινωνική πρόληψη στην πειθαρχική διαχείριση.
Αντί για σχολικούς ψυχολόγους σε κάθε σχολείο, αντί για δομές στήριξης, αντί για ανθρώπινες συνθήκες εργασίας, επιλέγεται η πιο φθηνή και επικοινωνιακά εύπεπτη λύση: Ο έλεγχος του ίδιου του εργαζόμενου.
Δεν πρόκειται για πολιτική πρόληψης. Πρόκειται για πολιτική πειθάρχησης. Για ένα κράτος που, αδυνατώντας να στηρίξει το δημόσιο σχολείο, επιλέγει να τοποθετήσει την ευθύνη στο άτομο.
Υπάρχει, όμως, άλλος δρόμος. Η πραγματική προστασία των μαθητών και των εκπαιδευτικών περνά μέσα από:
- ισχυρές σχολικές δομές ψυχικής υγείας,
- ουσιαστική στήριξη απέναντι στην επαγγελματική εξουθένωση,
- σαφείς, δίκαιες και στοχευμένες διαδικασίες παρέμβασης,
- μια κουλτούρα εμπιστοσύνης – όχι καχυποψίας.
Γιατί το σχολείο δεν γίνεται ασφαλές όταν εξετάζει διαρκώς τους ανθρώπους του. Γίνεται ασφαλές όταν τους φροντίζει.
Και αυτό είναι το πραγματικό τεστ που η πολιτεία καλείται ακόμη να περάσει.
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Voucher 750 ευρώ σε εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα - Ανοίγουν οι αιτήσεις
Χρήστος Κάτσικας