Η σημασία της είναι απλή αλλά πολύ χαρακτηριστική: περιγράφει την κίνηση χωρίς συγκεκριμένο σκοπό, το πήγαινε–έλα ή το τριγύρισμα από μέρος σε μέρος. Με άλλα λόγια, χρησιμοποιείται για να δηλώσει ότι κάποιος κινείται άσκοπα στον χώρο, είτε από ανησυχία είτε από συνήθεια είτε απλώς επειδή δεν έχει κάτι συγκεκριμένο να κάνει.
Η λέξη "γκιζερίζω" δεν συνδέεται με κάποια περίπλοκη έννοια, αλλά με μια καθημερινή εικόνα: έναν άνθρωπο που περπατά εδώ κι εκεί, αλλάζει θέση, κάνει μικρές διαδρομές χωρίς προορισμό. Αυτή η επαναλαμβανόμενη κίνηση είναι που αποδίδεται με τον πιο γλαφυρό τρόπο μέσα από τον συγκεκριμένο όρο.