Στη διοίκηση της εκπαίδευσης, οι λέξεις δεν είναι ουδέτερες. Παράγουν αποτέλεσμα. Γι’ αυτό και μια φαινομενικά «διαδικαστική» διατύπωση μπορεί να μεταβάλει, στην πράξη, το πώς ενεργοποιείται η επιστημονική υποστήριξη των σχολείων και με ποιον χρόνο ανταπόκρισης, εκεί όπου ο χρόνος συχνά είναι κρίσιμος.
Το τελευταίο διάστημα, σε υπηρεσιακές πρακτικές, εμφανίζεται μια συγκεκριμένη λογική: αιτήματα παιδαγωγικής και ψυχοκοινωνικής υποστήριξης να υποβάλλονται πρώτα στη Διεύθυνση Εκπαίδευσης και η διαβίβασή τους προς τα αρμόδια επιστημονικά όργανα να γίνεται, «όπου απαιτείται», αποκλειστικά μέσω της Διεύθυνσης. Η κρίσιμη λέξη εδώ είναι το «αποκλειστικά».
Από οργανωτικό κανάλι σε προϋπόθεση ενεργοποίησης
Η Διοίκηση δικαιούται να οργανώνει την υπηρεσιακή διακίνηση, την πρωτοκόλληση και τον συντονισμό. Αυτό είναι οργανωτική ευχέρεια. Όμως η οργανωτική ευχέρεια έχει όριο: δεν μπορεί να μετατρέπεται σε υποχρεωτική πύλη που καθίσταται λειτουργικά αναγκαία για να ενεργοποιηθεί επιστημονική συνδρομή.
Όταν μια διαδικασία ορίζεται ως «αποκλειστική», παύει να είναι απλώς ένα κανάλι. Γίνεται όρος. Και ως όρος εισάγει ένα ενδιάμεσο στάδιο το οποίο, ανάλογα με το πώς εφαρμόζεται, μπορεί να παράγει καθυστέρηση ή να καταλήξει σε άτυπη αξιολόγηση του «παραδεκτού» πριν φτάσει το ζήτημα στους ειδικούς. Αυτό είναι το θεσμικό σημείο τριβής: ο συντονισμός είναι διοικητική λειτουργία· η επιστημονική κρίση είναι επιστημονική αρμοδιότητα.
«Όπου απαιτείται»: η αοριστία που γεννά ανισότητες
Συχνά, η “αποκλειστικότητα” συνοδεύεται από μια δεύτερη φράση: «όπου απαιτείται». Στην επιφάνεια, ακούγεται εύλογη. Στην πράξη όμως, αν δεν συνοδεύεται από σαφή κριτήρια, αρμόδιο πρόσωπο κρίσης, στάδια και προθεσμίες, δημιουργεί μια γκρίζα ζώνη:
- Πότε “απαιτείται” διαβίβαση προς επιστημονικό φορέα και πότε όχι;
- Ποιος αποφασίζει και σε ποιον χρόνο;
- Με ποια προτεραιοποίηση, ιδίως σε επείγοντα περιστατικά;
Χωρίς σαφή πλαίσιο, η ίδια κατηγορία περιστατικού μπορεί να αντιμετωπίζεται διαφορετικά από σχολείο σε σχολείο και από υπηρεσία σε υπηρεσία. Και τότε, μια “οργανωτική” πρόβλεψη μετατρέπεται σε πεδίο διακριτικής ευχέρειας, με συνέπειες στη διαφάνεια και στην ισότητα.
Διοικητική εποπτεία - επιστημονική κρίση (και τι λέει ο νόμος)
Η διοικητική εποπτεία είναι αναγκαία. Όμως πρέπει να παραμένει στον φυσικό της χώρο: καταγραφή, συντονισμός, εικόνα του συστήματος, υποστήριξη λειτουργίας. Όχι ουσιαστική κρίση επί της αναγκαιότητας ενός παιδαγωγικού ή ψυχοκοινωνικού αιτήματος.
Ο Ν. 4823/2021 (άρθρο 10) αποδίδει στον/στη Σύμβουλο Εκπαίδευσης ρόλο επιστημονικής ευθύνης και παιδαγωγικής καθοδήγησης. Συνεπώς, κάθε διαδικασία που στην πράξη μετατρέπει την πρόσβαση/ενεργοποίηση της επιστημονικής συνδρομής σε προϋπόθεση διοικητικής διαμεσολάβησης κινδυνεύει να υπερβεί τον οργανωτικό της χαρακτήρα και να αλλοιώσει την κατανομή αρμοδιοτήτων, μετατρέποντας τον διοικητικό προϊστάμενο σε άτυπο «κριτή» της επιστημονικής ανάγκης.
Το ζήτημα δεν είναι θεωρητικό. Αν η διάκριση αυτή θολώσει, θολώνουν μαζί της και οι ευθύνες: ποιος καθυστέρησε; ποιος όφειλε να ενεργήσει; ποιος έκρινε την ουσία;
Επείγον: όταν η «ενιαία διαδρομή» καθυστερεί αυτό που πρέπει να γίνει άμεσα
Σε ζητήματα που αφορούν ανηλίκους, το επείγον δεν είναι εξαίρεση. Υπάρχουν περιστατικά που απαιτούν άμεση επιστημονική εκτίμηση και καθοδήγηση: έντονη ψυχοκοινωνική κρίση, σοβαρές συγκρούσεις, περιστατικά βίας, κλιμάκωση που συμβαίνει μέσα σε ώρες.
Αν η διαδικασία είναι ενιαία και αδιαφοροποίητη, χωρίς fast-track για επείγοντα και χωρίς σαφή χρονικά όρια διαβίβασης,δημιουργεί ένα σημείο συμφόρησης. Τότε η “αποκλειστικότητα” παύει να είναι ουδέτερη οργανωτική επιλογή και γίνεται παράγοντας καθυστέρησης. Και όταν καθυστερεί η επιστημονική παρέμβαση, η σχολική κοινότητα μένει χωρίς έγκαιρη υποστήριξη ακριβώς τη στιγμή που τη χρειάζεται περισσότερο.
Προσωπικά δεδομένα ανηλίκων: η ελαχιστοποίηση δεν είναι επιλογή, είναι υποχρέωση
Τα αιτήματα ψυχοκοινωνικής υποστήριξης συχνά αγγίζουν πληροφορίες υψηλής ευαισθησίας. Σε αυτό το πεδίο, η σωστή οργάνωση δεν κρίνεται μόνο από το “από πού περνά” ένα αίτημα. Κρίνεται από το τι ακριβώς περνά, ποιος έχει πρόσβαση, με ποιον ρόλο και για ποιον σκοπό.
Ο Γενικός Κανονισμός Προστασίας Δεδομένων (GDPR) επιβάλλει αρχές όπως η ελαχιστοποίηση και ο περιορισμός σκοπού. Με απλά λόγια: δεν είναι θεμιτό να διευρύνεται ο «κύκλος γνώσης» πέρα από τα απολύτως αναγκαία πρόσωπα και στοιχεία, όταν ο σκοπός (διοικητική καταγραφή/συντονισμός) μπορεί να καλυφθεί με πολύ πιο περιορισμένη πληροφορία.
Γι’ αυτό, η θεσμικά ασφαλής λύση δεν είναι να «περνούν όλα από όλους», αλλά η διαδικασία να οργανώνεται εξ αρχής με κανόνες που περιορίζουν την πρόσβαση στο απολύτως αναγκαίο και διαχωρίζουν καθαρά τη διοικητική από την επιστημονική πληροφορία:
- διοικητική καταγραφή με ελάχιστα στοιχεία (ποιος αιτείται, πότε, προς ποια δομή, γενικός λόγος),
- και ξεχωριστός επιστημονικός φάκελος, προσβάσιμος μόνο στους ειδικούς που έχουν την ευθύνη παρέμβασης.
Έτσι προστατεύεται το παιδί, το σχολείο και, τελικά, η ίδια η Διοίκηση από περιττούς κινδύνους.
Η απάντηση στο «μα θέλουμε απλώς να ξέρουμε»: Κοινοποίηση έναντι προϋπόθεσης
Ο συνηθέστερος αντίλογος είναι ότι η Διοίκηση «δεν θέλει να κόψει» αιτήματα, αλλά να έχει εικόνα. Αυτό είναι θεμιτό. Όμως η ανάγκη ενημέρωσης καλύπτεται πλήρως με την κοινοποίηση και την υπηρεσιακή καταγραφή.
Το σημείο εκτροπής ξεκινά όταν η ενημέρωση μετατρέπεται σε αποκλειστική οδό διαβίβασης, δηλαδή όταν η κοινοποίηση μεταλλάσσεται σε προϋπόθεση για να φτάσει ένα αίτημα στους αρμόδιους επιστημονικούς φορείς. Εκεί αλλάζει η φύση της διαδικασίας: από “γνωστοποίηση” γίνεται “πύλη”.
Μια θεσμικά ισορροπημένη λύση: συντονισμός χωρίς αποκλεισμό
Το ζητούμενο δεν είναι να ακυρωθεί η διοικητική εποπτεία. Είναι να σχεδιαστεί έτσι ώστε να μην υποκαθιστά, έστω άτυπα, την επιστημονική λειτουργία.
Μια ισορροπημένη προσέγγιση μπορεί να στηρίζεται σε τέσσερις αρχές:
1. Σαφή κριτήρια και προθεσμίες για το «όπου απαιτείται».
2. Fast-track για επείγοντα, με συγκεκριμένα χρονικά όρια διαβίβασης.
3. Διάκριση διοικητικού και επιστημονικού φακέλου, με ελαχιστοποίηση του διοικητικού περιεχομένου.
4. Ρητή οριοθέτηση ρόλων: η Διοίκηση συντονίζει και καταγράφει· οι ειδικοί κρίνουν και παρεμβαίνουν.
Αυτό δεν αποδυναμώνει τη Διοίκηση. Την προστατεύει. Αποσαφηνίζει αρμοδιότητες, μειώνει τον κίνδυνο αχρείαστης διακίνησης ευαίσθητων δεδομένων και διασφαλίζει ότι η επιστημονική συνδρομή ενεργοποιείται εγκαίρως.
Στο τέλος της ημέρας, ο δείκτης επιτυχίας δεν είναι το πρωτόκολλο. Είναι ο μαθητής και η σχολική κοινότητα.
Του Παναγιώτη Ποζίδη,
Πρώην αιρετού εκπροσώπου σε Υπηρεσιακά Συμβούλια
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Voucher 750 ευρώ σε εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα - Ανοίγουν οι αιτήσεις