Τον Φεβρουάριο ανοίγει –νωρίτερα απ’ όσο αρχικά είχε προαναγγελθεί– ο φάκελος της Συνταγματικής Αναθεώρησης, σηματοδοτώντας μια πολιτική κίνηση ουσιαστικών συνεπειών. Η διαδικασία θα ξεκινήσει από την παρούσα Βουλή των Ελλήνων και θα ολοκληρωθεί από την επόμενη, όπως ορίζει το ίδιο το Σύνταγμα, ωστόσο το πολιτικό αποτύπωμα θα αρχίσει να διαμορφώνεται από τώρα.
Η κυβέρνηση επιλέγει να επιταχύνει, μεταφέροντας τη συζήτηση από το «κάποτε» στο «τώρα». Δεν πρόκειται απλώς για θεσμική πρωτοβουλία, αλλά για μια προσεκτικά υπολογισμένη κίνηση στη σκακιέρα των πολιτικών εξελίξεων. Το Μέγαρο Μαξίμου επιδιώκει να ενισχύσει το μεταρρυθμιστικό προφίλ τόσο της κυβέρνησης όσο και του ίδιου του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, σε μια περίοδο όπου οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν φθορά και κοινωνική κόπωση.
Αναζήτηση συναινέσεων – και πολιτικών συμμάχων
Παράλληλα, το κυβερνητικό επιτελείο επενδύει στη δημιουργία συναινέσεων, κυρίως με το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη, εκτιμώντας ότι δύσκολα θα υπάρξει πλήρης άρνηση σε ένα πακέτο αλλαγών που παρουσιάζεται ως «θεσμικός εκσυγχρονισμός». Η αναθεώρηση, άλλωστε, απαιτεί ευρείες πλειοψηφίες· και η συναίνεση εδώ δεν είναι απλώς πολιτική αρετή, αλλά αριθμητική αναγκαιότητα.
Τα άρθρα-κλειδιά στο τραπέζι
Στον πυρήνα της κυβερνητικής πρότασης βρίσκονται τέσσερα άρθρα με ιδιαίτερο πολιτικό και κοινωνικό βάρος:
Άρθρο 86 (ευθύνη υπουργών), που επανέρχεται με ένταση στον δημόσιο διάλογο, ειδικά υπό τη σκιά της τραγωδίας των Τεμπών και του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Άρθρο 103, με αιχμή την άρση της μονιμότητας στο Δημόσιο – μια αλλαγή που αγγίζει τον σκληρό πυρήνα της μεταπολιτευτικής διοίκησης και αναμένεται να προκαλέσει σφοδρές αντιδράσεις.
Άρθρο 16, για τη δυνατότητα ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων, ζήτημα ιδεολογικά φορτισμένο και κοινωνικά διχαστικό.
Άρθρο 24, που αφορά την προστασία του περιβάλλοντος, σε μια εποχή όπου η κλιματική κρίση μετατρέπει τη θεωρία σε επείγουσα πράξη.
Διεύρυνση της ατζέντας
Σύμφωνα με πληροφορίες, το «βασικό πακέτο» δεν σταματά εκεί. Στην κυβερνητική ατζέντα περιλαμβάνονται ακόμη:
αλλαγές στο άρθρο 90 για τον τρόπο επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης,
αναθεώρηση του άρθρου 30, με αύξηση της θητείας του Προέδρου της Δημοκρατίας από πέντε σε έξι έτη,
τροποποιήσεις στα άρθρα 53 και 72, που αφορούν τη διάρκεια της βουλευτικής περιόδου και τις αρμοδιότητες της Ολομέλειας αντίστοιχα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η πρόθεση για καθολική εφαρμογή της επιστολικής ψήφου σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις, καθώς και η εισαγωγή νέας συνταγματικής διάταξης για την αξιοποίηση των δυνατοτήτων της τεχνητής νοημοσύνης – ένα άνοιγμα του Συντάγματος προς το μέλλον, με άγνωστες ακόμη πρακτικές προεκτάσεις.
Μονιμότητα και ιδιωτικά πανεπιστήμια: μεταρρύθμιση ή μετατόπιση ευθυνών;
Στη συζήτηση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, δύο λέξεις λειτουργούν σαν πολιτικοί μαγνήτες: μονιμότητα και ιδιωτικά πανεπιστήμια. Δεν είναι τυχαίο. Αγγίζουν ταυτόχρονα το κράτος, την εργασία, τη γνώση και –τελικά– την κοινωνική ισότητα. Και ακριβώς γι’ αυτό αξίζουν κάτι περισσότερο από συνθήματα και εύκολες βεβαιότητες.
Η άρση της μονιμότητας στο Δημόσιο παρουσιάζεται ως τομή «λογικής»: αξιολόγηση, αποτελεσματικότητα, τέλος στην ατιμωρησία. Όμως το ερώτημα που αποφεύγεται συστηματικά είναι άλλο: ποιο πρόβλημα ακριβώς λύνει; Γιατί αν το πρόβλημα είναι η κακοδιοίκηση, η απάντηση δεν μπορεί να είναι η εργασιακή ανασφάλεια του υπαλλήλου αλλά η θεσμική επάρκεια της διοίκησης. Η μονιμότητα δεν θεσπίστηκε ως προνόμιο· θεσπίστηκε ως εγγύηση ανεξαρτησίας από πολιτικές πιέσεις, ρουσφέτια και αυθαίρετες παρεμβάσεις.
Σε ένα κράτος όπου η αξιολόγηση παραμένει αποσπασματική και συχνά εργαλειακή, η κατάργηση της μονιμότητας κινδυνεύει να μετατραπεί σε μηχανισμό πειθάρχησης αντί για εργαλείο βελτίωσης. Ο «κακός υπάλληλος» είναι το βολικό άλλοθι για να μη συζητάμε για υποστελέχωση, υποχρηματοδότηση και πολιτικές ευθύνες δεκαετιών. Αντί να διορθώνουμε το σύστημα, αλλάζουμε τον εργαζόμενο.
Αντίστοιχη είναι η εικόνα και στο ζήτημα των ιδιωτικών πανεπιστημίων. Η αναθεώρηση του άρθρου 16 προβάλλεται ως εκσυγχρονισμός, ως άνοιγμα στον «ανταγωνισμό» και τη «διεθνοποίηση». Όμως και εδώ το κρίσιμο ερώτημα παραμένει αναπάντητο: τι ακριβώς δεν πάει καλά στα δημόσια πανεπιστήμια και γιατί η λύση δεν είναι η ενίσχυσή τους;
Η ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων δεν έρχεται σε ένα εκπαιδευτικό τοπίο ουδέτερο. Έρχεται σε μια χώρα όπου τα δημόσια ΑΕΙ λειτουργούν με χρόνια υποχρηματοδότηση, ελλείψεις προσωπικού και διαρκή απαξίωση στον δημόσιο λόγο. Σε αυτό το πλαίσιο, το «δικαίωμα επιλογής» μεταφράζεται εύκολα σε εκπαιδευτική διαστρωμάτωση: όσοι μπορούν πληρώνουν, όσοι δεν μπορούν προσαρμόζονται.
Το επιχείρημα ότι «η αγορά θα βελτιώσει την ποιότητα» ακούγεται ελκυστικό, αλλά παραβλέπει κάτι θεμελιώδες: η παιδεία δεν είναι προϊόν. Είναι δημόσιο αγαθό. Και όταν το κράτος επιλέγει να επενδύσει πολιτικά και θεσμικά στην ιδιωτική εκδοχή της, στέλνει ένα σαφές μήνυμα για το ποια εκπαίδευση θεωρεί προτεραιότητα.
Η σύμπτωση των δύο αυτών αλλαγών –άρση μονιμότητας και ιδιωτικά πανεπιστήμια– δεν είναι τυχαία. Συνθέτουν ένα κοινό αφήγημα: λιγότερο κράτος ως εγγυητής, περισσότερο κράτος ως ρυθμιστής της αγοράς. Ένα αφήγημα που παρουσιάζεται ως «φωτεινό μέλλον», αλλά για πολλούς εργαζόμενους και φοιτητές μοιάζει περισσότερο με μετατόπιση του ρίσκου από το σύστημα στο άτομο.
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Voucher 750 ευρώ σε εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα - Ανοίγουν οι αιτήσεις
Νίκος Μακρής