Κωνσταντίνου Χαράλαμπος
Αναντίρρητα, η αξία του έργου του εκπαιδευτικού εξακολουθεί να είναι σημαντική και καθοριστική, μολονότι και, δυστυχώς, έχουν αλλάξει καταλυτικά και επιβαρυντικά οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ασκεί το εκπαιδευτικό του έργο

Και αυτό οφείλεται, χωρίς αμφιβολία, στις ραγδαίες μεταβολές των πολιτικών, κοινωνικών, οικονομικών, τεχνολογικών και πολιτισμικών συνθηκών, που αφήνουν τα αποτυπώματά τους σε όλους τους θεσμούς και, με βεβαιότητα, στον θεσμό του σχολείου, ο οποίος, αποδεδειγμένα, συνιστά μικρογραφία της κοινωνίας. Αυτό σημαίνει ότι η κοινωνική πραγματικότητα δεν είναι, πλέον, ίδια. Έχει αλλάξει σημαντικά, γιατί έχει υποστεί αξιακές και θεσμικές διαβρώσεις, και έχει άλλους, πιο γρήγορους και πιεστικούς ρυθμούς, με αποτέλεσμα να επηρεάζονται, σε καθοριστικό βαθμό, τόσο η λειτουργία του κοινωνικού συστήματος όσο και η ίδια η ανθρώπινη συμπεριφορά και, ασφαλώς, και  οι εργασιακές συνθήκες των εκπαιδευτικών. Επίσης, οι νέες αυτές διαφορετικές συνθήκες έχουν επηρεάσει και την εκπαιδευτική πολιτική, τους σκοπούς της εκπαίδευσης, τη λειτουργία του σχολείου  και τη συμπεριφορά των μαθητών.

Το ίδιο το σχολείο, εδώ και αρκετές δεκαετίες, έχει μετατραπεί σε έναν γνωσιοκεντρικό, βαθμοκεντρικό και εξετασιοκεντρικό θεσμό, ειδικά το Λύκειο, με κεντρικό σημείο αναφοράς τις εισαγωγικές εξετάσεις για τα ΑΕΙ και το φροντιστήριο να αποτελεί συμπλήρωμα ή ακόμη και υποκατάστατό του. Οι μαθητές έχουν, πλέον, μεταβάλει, σε αισθητό βαθμό,  τη μαθησιακή και κοινωνική συμπεριφορά τους, επηρεασμένοι από το οικογενειακό, πολιτισμικό, τεχνολογικό και κοινωνικό περιβάλλον, δημιουργώντας αναγκαίες συνθήκες εκπαιδευτικής, ψυχολογικής και κοινωνιολογικής παρέμβασης. Δηλαδή, οι μαθησιακές δυσκολίες, οι παραβατικές συμπεριφορές και οι ανάγκες ψυχικής διαχείρισης των μαθητών έχουν αυξηθεί, τελευταία, πολύ ανησυχητικά και χρήζουν αντιμετώπισης όχι μόνο από τους εκπαιδευτικούς της πράξης αλλά και από εξειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό.

Δυστυχώς, αυτές οι ραγδαίες κοινωνικές αλλαγές έχουν αλλάξει προς το χειρότερο και τη στάση των γονέων. Έτσι, οι γονείς, ευτυχώς όχι όλοι αλλά ένα μέρος τους, δημιουργούν προβλήματα με τις παρεμβάσεις τους, δυσχεραίνοντας τις σχέσεις τους με τους εκπαιδευτικούς και το σχολείο. Συγκεκριμένα, ένας αριθμός γονέων, περισσότερο στα αστικά κέντρα, παρεμβαίνει άκριτα, υποτιμητικά, απαξιωτικά, χωρίς όρια και, γενικά, δυσλειτουργικά στη σχέση του με το σχολείο και τον ίδιο τον εκπαιδευτικό. Ή οι γονείς αυτοί δείχνουν πλήρη αδιαφορία για όσα αφορούν την εκπαίδευση του παιδιού τους, θεωρώντας ότι αυτά ανήκουν μόνο στην ευθύνη του εκπαιδευτικού, ενώ, ουσιαστικά, είναι συνυπεύθυνοι έχοντας την αποκλειστική ευθύνη του παιδιού τους.  Ωστόσο, αρκεί, λοιπόν,  και αυτή η μειονότητα των γονέων να προσθέσει άλλη μια δυσχέρεια στην επιτέλεση του έργου του εκπαιδευτικού. Η διαφορά με το παρελθόν είναι ότι αυτή η μειονότητα των γονέων δείχνει πρακτικά σημάδια αμφισβήτησης προς τον εκπαιδευτικό, που, όταν, μάλιστα, υιοθετείται από τα παιδιά τους, διαταράσσεται πιθανότατα και η σχέση μαθητή-εκπαιδευτικού. Το γεγονός αυτό είναι μια πολύ ανησυχητική εξέλιξη, γιατί, όταν αίρεται η εμπιστοσύνη προς τον δάσκαλό τους, αυτό επηρεάζει την εν γένει στάση και τη μαθησιακή και κοινωνική συμπεριφορά τους.    

Γενική και κατηγορηματική είναι σήμερα η διαπίστωση από την πλειονότητα των εκπαιδευτικών ότι τα τελευταία χρόνια επικρατεί μια κυριολεκτικά αφόρητη επιβάρυνσή τους με υποχρεώσεις, κυρίως διοικητικού, γραφειοκρατικού και τυπολατρικού χαρακτήρα με ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα. Αυτή η επιβάρυνση, μοιραία, οδηγεί στον αποπροσανατολισμό από το εκπαιδευτικό έργο, την κύρια αποστολή, στην επαγγελματική φθορά στον χώρο της εκπαίδευσης, ως απόρροια όχι μόνον του αυξημένου φόρτου εργασίας αλλά της σύνθετης και απαιτητικής πραγματικότητας, συχνά χωρίς την απαραίτητη θεσμική υποστήριξη. Στα παραπάνω έρχονται να προστεθούν οι πολλαπλοί ρόλοι, οι γρήγοροι ρυθμοί αλλαγών και οι πολύ υψηλές κοινωνικές προσδοκίες.

Σε αυτό το περιβάλλον, προστίθεται και ένας ακόμη νέος, δυναμικός αλλά ασαφής και, εν πολλοίς, άγνωστος ρόλος, ο ρόλος της τεχνητής νοημοσύνης (ΤΝ), η οποία εισέρχεται δυναμικά στην εκπαιδευτική πράξη, και όχι μόνο, ενώ η εφαρμογή της προκαλεί ποικίλες αντιδράσεις, από ενθουσιασμό και περιέργεια μέχρι ανησυχία και αβεβαιότητα. Σε κάθε περίπτωση, τόσο η ΤΝ όσο και οι ψηφιακές δυνατότητες (π.χ. τα κοινωνικά δίκτυα) δεν πρέπει να χρησιμοποιηθούν  επί ζημία της αξιοπρέπειας και υπέρ της απαξίωσης και της κοινωνικής ταπείνωσης των εκπαιδευτικών αλλά και των συμμαθητών, γεγονός που ήδη παρατηρείται, σε έναν ανησυχητικό βαθμό (π.χ. ψηφιακή βία), από μερίδα μαθητών και όχι μόνο. Ειδικά η ΤΝ δεν πρέπει να λειτουργήσει σε βάρος της εργατικότητας, της δραστηριοποίησης και της νομιμότητας-εντιμότητας, υπηρετώντας μεθοδεύσεις ήσσονος προσπάθειας, εξαπάτησης και, γενικά, χρήσης αθέμιτων μέσων. Η ΤΝ επιβάλλεται να υπηρετεί τον άνθρωπο και όχι άλλους σκοπούς και, κυρίως, όχι την εξουσία.

Αυτό το απαιτητικό περιβάλλον μπορεί να οδηγήσει, δυστυχώς, τον εκπαιδευτικό όχι μόνο σε αναστάτωση, ανατροπή των δεδομένων και εξουθένωση, αλλά και σε μια σιωπηλή παραίτηση, σε μία ψυχική κατάπτωση, δηλαδή σε μια εσωτερική απόσυρση από τη δημιουργικότητα, τη χαρά και την πρωτοβουλία.

 Άλλο ένα πολύ ανησυχητικό φαινόμενο είναι ότι οι συντελούμενες ραγδαίες κοινωνικές μεταβολές έχουν επιφέρει και αλλαγές στη συμπεριφορά των μαθητών. Τα αίτια στην αισθητή αλλαγή της συμπεριφοράς των μαθητών οι ερευνητές τα αποδίδουν στις μεταβολές του οικογενειακού και του ευρύτερου κοινωνικού περιβάλλοντος, όπως για παράδειγμα τα καθημερινά φαινόμενα βίας, οι οποίες σχετίζονται, ασφαλώς, και με την υγειονομική (περίοδος πανδημίας), οικονομική και κοινωνική κρίση, που ταλάνισε τη χώρα μας τα τελευταία χρόνια. Αυτή η αλλαγή στη συμπεριφορά των μαθητών προσθέτει νέους ρόλους στον εκπαιδευτικό (π.χ. του κοινωνικού ψυχολόγου, του κοινωνικού λειτουργού κ.λπ.), ο οποίος καλείται να τη διαχειριστεί από άποψη παιδαγωγική, ψυχολογική και κοινωνιολογική.

Ερευνητικά δεδομένα από πολλές χώρες, και ανάμεσα σε αυτές και η χώρα μας, δείχνουν ότι παρατηρείται αύξηση του ποσοστού των ψυχοκοινωνικών διαταραχών στα παιδιά, τουλάχιστον την τελευταία εικοσαετία, και, ειδικότερα, μετά την οικονομική κρίση και την πανδημία. Συγκεκριμένα, οι διαταραχές συμπεριφοράς, επιθετικότητας και παραβατικότητας έχουν αυξηθεί κατά 20% έως 30%, ανάλογα με τις μεθοδολογικές προσεγγίσεις του θέματος.

Ως εκ τούτου, στον χώρο του σχολείου τα σημερινά παιδιά δείχνουν να είναι πιο εσωστρεφή, πιο καταπιεσμένα, πιο οργισμένα, πιο απείθαρχα, πιο επιθετικά, πιο παρορμητικά και πιο παραβατικά. Η κοινωνικοποίηση των παιδιών στη βία και τη μίμηση είναι συνεχής, σταθερή και συστηματική. Βία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης-ψηφιακή βία (βιντεοπαιχνίδια, ταινίες, απειλές και εκφοβισμός –bullying- κ.ο.κ.). Βία στα γήπεδα, τις αθλητικές συναντήσεις, καθώς και σε άλλους χώρους. Βία στις σχολικές μονάδες κ.ο.κ.  Όπου και αν στρέψουν το βλέμμα τους κυριαρχεί η βία.

Η κοινωνικοποίηση στη βία και τη μίμηση, κυρίως μέσω των κοινωνικών δικτύων, δηλαδή της ψηφιακής βίας, διογκώθηκε με την οικονομική κρίση και τον εγκλεισμό λόγω κορωνοϊού. Η οικονομική δυσπραγία επέφερε εντάσεις, συγκρούσεις και, γενικά, διαμόρφωσε αρνητικό κλίμα στην οικογένεια, με ψυχολογικές επιπτώσεις για τα παιδιά. Επιπλέον, οι σημερινοί έφηβοι, δηλαδή τα αποκαλούμενα και παιδιά της οθόνης, ήταν μικρής ηλικίας όταν άρχισε ο εγκλεισμός τους λόγω κορωνοϊού. Κυρίως μόνοι στο σπίτι, προσηλωμένοι σε μια οθόνη, μεγάλωναν χωρίς φυσικές δραστηριότητες, κοινωνική ζωή και φίλους, με αποτέλεσμα να μην αναπτύξουν τις βασικές ακαδημαϊκές και κοινωνικές δεξιότητες. Με την έννοια αυτή, καθηλώθηκαν στο σπίτι και έλαβαν υπερβολική δόση εικονικής, ψεύτικης πραγματικότητας και βίας και σχημάτισαν την εντύπωση ότι έτσι λειτουργεί ο κόσμος. Αλλά, δυστυχώς, αυτή η κατάσταση συνεχίζεται και σήμερα. Τα σημερινά παιδιά είναι προσκολλημένα στην οθόνη (κινητά, τάμπλετ) για πολλές ώρες, χωρίς να ασκούνται σε φυσικές δραστηριότητες, σε αντίθεση με τις προηγούμενες γενιές.

Συνεπώς, η ψηφιακή παιδική ηλικία δημιουργεί μια νέα κουλτούρα μοναξιάς, όπου οι νέοι είναι καθηλωμένοι στην οθόνη και, ταυτόχρονα, κατά κανόνα, μόνοι. Συνεπώς, απομονωμένοι από γονείς, δασκάλους και την πραγματική ζωή οδηγούνται, αναπόφευκτα, σε μια μορφή απο-ανθρωποποίησης, χάνοντας το νόημα της ζωής και αντιμετωπίζοντας το διαδίκτυο ως υποκατάστατο ζωής. Αποκαλυπτικές είναι οι έρευνες σχετικά  με τις επιπτώσεις από τον εθισμό των παιδιών στη χρήση του διαδικτύου, δηλαδή τον ψηφιακό εθισμό: μείωση συγκέντρωσης, αυξημένη αφηρημάδα, μείωση σχολικών επιδόσεων, εκνευρισμό, ευερεθιστότητα, ανυπακοή, υπερβολική κόπωση, πονοκέφαλο, ημερήσια υπνηλία, οφθαλμική κόπωση ή και αύξηση μυωπίας, εσωστρέφεια, κοινωνική απόσυρση και παραμέληση άλλων αγαπημένων δραστηριοτήτων.

Ως κατακλείδα στο θέμα αυτό τονίζουμε τα ακόλουθα. Τον τελευταίο καιρό διαπιστώνονται πολύ ανησυχητικά φαινόμενα, τα οποία αφορούν τη συμπεριφορά ενός ικανού αριθμού μαθητών, οι οποίοι εκδηλώνουν, σαφώς, παρεκκλίνουσα αντικοινωνική συμπεριφορά είτε εναντίον συμμαθητών τους είτε στοχευμένα σε βάρος των εκπαιδευτικών τους. Συνεπώς, η ευθύνη των γονέων και της πολιτείας στο θέμα αυτό είναι πολύ μεγάλη. Τονίζουμε ιδιαίτερα την ευθύνη των γονέων στη συμπεριφορά των παιδιών τους, δεδομένου ότι είναι ψυχολογικά αποδεδειγμένη η παραδοχή ότι η παιδική ηλικία καθορίζει τον χαρακτήρα του παιδιού. Με άλλα λόγια, ο χαρακτήρας του παιδιού χτίζεται στο οικογενειακό περιβάλλον. Γι’ αυτό οι γονείς οφείλουν να διαμορφώσουν ένα περιβάλλον σωστής επικοινωνίας και προτύπων συμπεριφοράς, αποβλέποντας στην υγιή ανάπτυξή του. Να αφιερώνουν χρόνο στα παιδιά τους, να τα αφουγκράζονται και να δείχνουν έμπρακτα την αγάπη και τη στοργή τους. Τα παιδιά, που στερήθηκαν τη συναισθηματική προσέγγιση του γονέα-κηδεμόνα ή είχαν τραυματικά βιώματα (π.χ. εμπειρίες με άσκηση βίας), έγιναν, κατά κανόνα, προβληματικά παιδιά, εμφανίζοντας ψυχοσωματικές διαταραχές, όπως επιθετικότητα, βία, φοβία, μειωμένη σχολική επίδοση, ανικανότητα ανάπτυξης κοινωνικών σχέσεων, τάση για άσκηση βίας και χρήση απαγορευμένων ουσιών και, γενικά, παραβατική μέχρι και εγκληματική συμπεριφορά.

Επανερχόμενοι στο μεγάλο ζήτημα της εκπαίδευσης, επισημαίνουμε ότι αυτό που απουσιάζει είναι σαφέστατο: είναι η απαραίτητη, κατά το δυνατόν, διακομματική και υπερκομματική συναίνεση και συνεννόηση, ώστε, χωρίς παλινωδίες, ιδεολογήματα και αγκυλώσεις να έχουμε μια εκπαιδευτική μεταρρύθμιση που θα αντέξει στον χρόνο. Με άλλη διατύπωση, επιβάλλεται, ανυπερθέτως, ένας μακροπρόθεσμος στρατηγικός και συλλογικός σχεδιασμός για την εκπαίδευση, ο οποίος θα αλλάξει το περιεχόμενο, τις διαδικασίες και τους σκοπούς της εκπαίδευσης.

Οφείλουμε να τονίσουμε ότι η εκπαίδευση συνιστά κοινωνικό αγαθό ύψιστης αξίας και καθοριστικής συμβολής στην κοινωνική συνοχή και  οικονομική, επιστημονική, τεχνολογική, πολιτισμική και κοινωνική ανάπτυξη μιας χώρας και, προφανώς, δεν αποτελεί αναλώσιμο είδος για ιδεολογική και πολιτική εκμετάλλευση. Επομένως, οι κοινωνίες που δεν σέβονται τους δασκάλους που εκπαιδεύουν τα παιδιά τους οδηγούνται, αναπόφευκτα, σε κατάπτωση.

Αυτό σημαίνει, επίσης, με απλά λόγια ότι το σχολείο επιβάλλεται να δώσει βαρύτητα στη μόρφωση και την κοινωνική παιδεία και, προφανώς, στη διαμόρφωση της συμπεριφοράς του μαθητή, και να μην περιορίζεται στον ρόλο του απλού μεταδότη στείρων γνώσεων. Γιατί θέλουμε έναν μαθητή με υψηλό γνωστικό επίπεδο και ανεπτυγμένες δεξιότητες, όπως κριτική και δημιουργική σκέψη και ενισχυμένη αυτοπεποίθηση. Έναν μαθητή που σέβεται τις πανανθρώπινες αξίες, την ιστορία της χώρας, τον πολιτισμό και το φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον. Έναν μαθητή που σέβεται τον συνάνθρωπό του και τη δημόσια και ιδιωτική περιουσία. Έναν μαθητή με αρχές υπέρ της δημοκρατίας και της ειρήνης και εναντίον της βίας. Τελικά, θέλουμε έναν μαθητή, νοητικά, συναισθηματικά και κοινωνικά, ώριμο που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες, τις προσδοκίες και την πρόοδο της κοινωνίας.

Αναφορικά με τον εκπαιδευτικό, υπογραμμίζουμε ότι για να μπορέσει να ανταποκριθεί πληρέστερα στο έργο του χρειάζεται ένα ευνοϊκό περιβάλλον εργασίας σε ένα σχολείο δημιουργικό που αναπτύσσει σωστές προσωπικότητες και εμπνέει, δίνοντας όραμα για τη ζωή των μαθητών του. Στο πνεύμα αυτό, κρίνεται απαραίτητη η θεσμική προστασία των εκπαιδευτικών από παράγοντες (π.χ. μερίδα γονέων) που διαταράσσουν την εκπαιδευτική διαδικασία και την εύρυθμη λειτουργία του σχολείου, δημιουργώντας, ορισμένες φορές, καταπιεστικές καταστάσεις σε βάρος τους και οδηγώντας τους σε οδυνηρές επιλογές, αδυνατώντας να τις διαχειριστούν με ορθολογικό τρόπο. Με άλλα λόγια, απαιτείται έμπρακτη, θεσμική, οικονομική και ηθική, στάση αναγνώρισης και υποστήριξης του εκπαιδευτικού και όχι απαξίωσή του. Επιπλέον, η ραγδαία εξέλιξη των επιστημών και, συνολικά, οι κοινωνικές μεταβολές, επιβάλλουν τη διαρκή παιδαγωγική επιμόρφωση και τη γνωστική ανανέωση των εκπαιδευτικών. Έτσι θα είναι σε θέση να διαχειριστούν, εκτός από τις καθιερωμένες παιδαγωγικές και διδακτικές ανάγκες, και την πολιτισμική ετερότητα των μαθητών, τις μαθησιακές δυσκολίες, τις ψυχικές διαταραχές και τα αυξημένα ποσοστά παραβατικότητας.

Ολοκληρώνοντας την παρουσίαση του θέματος, επισημαίνουμε με τη μορφή ρήσεων τα ακόλουθα:

  • «Ο γονέας χρειάζεται την παιδαγωγική γνώση και καθοδήγηση του εκπαιδευτικού, αλλά και ο εκπαιδευτικός έχει ανάγκη την εμπιστοσύνη και στήριξη του γονέα».
  • «Η απουσία επικοινωνίας του γονέα με το παιδί και, βέβαια, σωστής επικοινωνίας, καθώς και τα αρνητικά πρότυπα συμπεριφοράς του δημιουργούν προβληματικά παιδιά».
  • «Ας μην μεγαλώνουμε παιδιά με έναν τρόπο που τα κάνει να πιστεύουν ότι έχουν μόνο δικαιώματα και όχι υποχρεώσεις και ότι πάντα φταίνε οι άλλοι. Οφείλουν να μάθουν ότι η κάθε πράξη τους συνοδεύεται από συνέπειες».
  •  «Η οικογένεια και το σχολείο είναι ανάγκη, μέσω της διαπαιδαγώγησης,  να διαμορφώσουν στο παιδί την κουλτούρα να συμβιώνει ειρηνικά με τους συνανθρώπους του και ότι η μούντζα, το υβρεολόγιο, η βία και το πλήγμα στην αξιοπρέπεια του άλλου δεν λύνουν τα προβλήματα, αλλά, αντιθέτως, τα επιτείνουν και οδηγούν σε αδιέξοδα».
  • «Μόνο η διαχείριση των αρνητικών συναισθημάτων και των προστριβών με ορθολογικό τρόπο και ενσυναίσθηση οδηγούν στη λύση και την ειρηνική συνύπαρξη. Αυτό ας γίνει αξίωμα και αδιαπραγμάτευτη πρακτική για όλους μας».

 

*Κωνσταντίνου Χαράλαμπος

Ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων/Αντιπρόεδρος Παιδαγωγικής Εταιρείας Ελλάδος

 

Βασική Βιβλιογραφία

Doll, B., Zucker, ST. & Brehm, K. (2009). Σχολικές τάξεις που προάγουν την ψυχική ανθεκτικότητα: Πώς να δημιουργήσουμε ευνοϊκό περιβάλλον για μάθηση (επιμ. Χατζηχρήστου, Χρυσή). Αθήνα: ΤΥΠΩΘΗΤΩ-ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΑΡΔΑΝΟΣ.

Hobmair, H. (2016). PÄDAGOGIK. Troisdorf: EINS- Stam.

Κάτσικας, Χ. (2026). Σχολείο: Αντιμέτωποι με τους «μαθητές-οθόνες» οι εκπαιδευτικοί, στην alfavita.gr, 2.5.2026.

Konstantinou, Ch. & Konstantinou, Ι. (2021). Determinants of teacher effectiveness: Pedagogical and didactic training, στο διεθνές περιοδικό Open Journal For Educational Research (OJER),  ISSN (Online), 2560-5313, 5(1), p11-24. Received: 29 December 2020 ▪ Accepted: 4 April 2021 ▪ Published Online: 21, April 2021. https://www.doi.org/10.32591/coas.ojer.0501.02011k.

Κωνσταντίνου, Χ. (2015). Το καλό σχολείο, ο ικανός εκπαιδευτικός και η κατάλληλη αγωγή ως παιδαγωγική θεωρία και πράξη. Αθήνα: Gutenberg.

Λυμπεράκη, Ν. (2026). Να σταματήσει η αυξανόμενη ψηφιοποίηση της παιδικής ηλικίας, στο ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ. Αθήνα,19.4.2026.

Τσώλη, Θ. (2023). Ευάλωτοι Ενήλικοι: Τα παιδιά της οθόνης, στο ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ. Αθήνα, 3.9.2023.

Όλες οι σημαντικές ειδήσεις

Προκηρύξεις εκπαιδευτικών 2026: Πώς θα δεις πρώτος τους πίνακες μέσω google

Βγήκαν οι προκηρύξεις εκπαιδευτικών - Όλα τα κριτήρια

Google news logo Ακολουθήστε το Alfavita στo Google News Viber logo Ακολουθήστε το Alfavita στo Viber

σχετικά άρθρα

Μιλφέιγ
Συντάγη για σπιτικό μιλφέιγ με απλά υλικά
Με λίγα βασικά υλικά και σχετικά σύντομη διαδικασία, το αποτέλεσμα είναι ένα εντυπωσιακό επιδόρπιο που δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από τις βιτρίνες...
Συντάγη για σπιτικό μιλφέιγ με απλά υλικά
ελβετια
Από την απαγόρευση της τσίχλας μέχρι το “δεν επιτρέπεται να πεθάνεις”
Σε διάφορες χώρες του κόσμου υπάρχουν νόμοι που ξεπερνούν κάθε προσδοκία και, σε κάποιες περιπτώσεις, μοιάζουν σχεδόν απίστευτοι.
Από την απαγόρευση της τσίχλας μέχρι το “δεν επιτρέπεται να πεθάνεις”
ρομποτ
Αεροδρόμια του μέλλοντος: Ρομπότ αναλαμβάνουν εργασίες στο Τόκιο
Η Ιαπωνία κάνει ένα ακόμη βήμα προς την πλήρη αυτοματοποίηση των αερομεταφορών, εισάγοντας ανθρωποειδή ρομπότ στις λειτουργίες των αεροδρομίων της.
Αεροδρόμια του μέλλοντος: Ρομπότ αναλαμβάνουν εργασίες στο Τόκιο
σπιτι
Η ξύλινη καλύβα που στέκει μόνη πάνω στον ποταμό Δρίνο
Το λεγόμενο Casa Drina έχει χτιστεί πάνω σε έναν μοναχικό βράχο στη μέση του ποταμού Δρίνου και έχει γίνει παγκόσμιο σύμβολο ιδιομορφίας και αρμονίας...
Η ξύλινη καλύβα που στέκει μόνη πάνω στον ποταμό Δρίνο