Η πρόωρη αποχώρηση από την εργασία μέσω μειωμένης σύνταξης αποτελεί για πολλούς ασφαλισμένους μια εναλλακτική λύση, ιδιαίτερα όταν οι συνθήκες δεν επιτρέπουν τη συνέχιση της απασχόλησης. Ωστόσο, συνοδεύεται από μια κρίσιμη παράμετρο που δεν ανατρέπεται: η μείωση στο ποσό της σύνταξης είναι διαρκής και ισχύει σε όλη τη διάρκεια καταβολής της.
Στο ισχύον ασφαλιστικό καθεστώς, η μειωμένη σύνταξη δίνεται σε χαμηλότερο ηλικιακό όριο σε σχέση με την πλήρη. Σε γενικές γραμμές, προβλέπεται δυνατότητα εξόδου από τα 62 έτη με τουλάχιστον 15 έτη ασφάλισης, υπό την προϋπόθεση ότι το δικαίωμα αυτό προβλέπεται από το ταμείο του ασφαλισμένου.
Η βασική διαφοροποίηση αφορά το ύψος της παροχής. Η «ποινή» επιβάλλεται αποκλειστικά στο τμήμα της εθνικής σύνταξης, με μείωση που φτάνει το 6% για κάθε χρόνο που υπολείπεται έως το όριο πλήρους συνταξιοδότησης, με ανώτατο όριο το 30%. Αντίθετα, το ανταποδοτικό μέρος —που συνδέεται με τις εισφορές και τα χρόνια ασφάλισης— δεν επηρεάζεται από την πρόωρη έξοδο.
Παρότι η περικοπή δεν αφορά το σύνολο της σύνταξης, οι επιπτώσεις μπορεί να είναι αισθητές, ιδίως για ασφαλισμένους με χαμηλές αποδοχές ή περιορισμένο ασφαλιστικό χρόνο. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ακόμη και η μείωση μόνο στην εθνική σύνταξη μπορεί να επιβαρύνει σημαντικά το τελικό εισόδημα.
Η επιλογή της μειωμένης σύνταξης μπορεί να αποδειχθεί λειτουργική σε περιπτώσεις όπου ο ασφαλισμένος αντιμετωπίζει ανεργία, προβλήματα υγείας ή διαθέτει συμπληρωματικά εισοδήματα που αντισταθμίζουν τη μείωση. Επίσης, αποτελεί συνειδητή επιλογή για όσους επιθυμούν να αποχωρήσουν νωρίτερα, αποδεχόμενοι το χαμηλότερο ποσό.
Αντίθετα, δεν είναι συμφέρουσα όταν η πλήρης σύνταξη βρίσκεται κοντά χρονικά. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η απόφαση για πρόωρη έξοδο μπορεί να οδηγήσει σε μόνιμη απώλεια εισοδήματος για περιορισμένο χρονικό όφελος.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται και στις προϋποθέσεις που σχετίζονται με τα τελευταία έτη ασφάλισης. Σε αρκετές κατηγορίες, απαιτείται συγκεκριμένος αριθμός ημερών εργασίας πριν από την αίτηση ή πριν από τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας. Για παράδειγμα, σε ορισμένες περιπτώσεις μισθωτών, ο e-ΕΦΚΑ προβλέπει ενδεικτικά 100 ημέρες ασφάλισης ανά έτος την τελευταία πενταετία.
Πριν από οποιαδήποτε απόφαση, οι ασφαλισμένοι καλούνται να προχωρούν σε αναλυτικό υπολογισμό: να συγκρίνουν το ποσό της πλήρους και της μειωμένης σύνταξης, να εκτιμήσουν τον χρόνο που απομένει έως τη θεμελίωση πλήρους δικαιώματος και να σταθμίσουν το όφελος της άμεσης αποχώρησης έναντι της μόνιμης μείωσης.
Σε κάθε περίπτωση, η επιλογή δεν θα πρέπει να βασίζεται αποκλειστικά στο ηλικιακό όριο, αλλά σε συνολική αξιολόγηση του ασφαλιστικού ιστορικού, των ενσήμων, των πιθανών πλασματικών ετών και του τελικού ποσού που θα διαμορφωθεί.
Όλες οι σημαντικές ειδήσεις
Προκηρύξεις εκπαιδευτικών 2026: Πώς θα δεις πρώτος τους πίνακες μέσω google
Μαρία Δούση