Έντονο προβληματισμό και δυναμική δημόσια συζήτηση έχει προκαλέσει η ανακοίνωση της ένταξης των τμημάτων Φυσικής στο 3ο Επιστημονικό Πεδίο (ΕΠ), δηλαδή αυτό των επιστημών Υγείας & Ζωής, από τις Πανελλαδικές του 2027. Ο κύριος προβληματισμός εδράζεται στην ικανότητα των υποψηφίων να ανταποκριθούν σε ένα πρόγραμμα υψηλού μαθηματικού επιπέδου, εισαγόμενοι χωρίς να έχουν διδαχθεί στη Γ’ Λυκείου βασικές έννοιες ανώτερων μαθηματικών.
Στο ίδιο δελτίο τύπου ανακοινώνεται και η ένταξη 2 τμημάτων Μηχανικών Περιβάλλοντος (σε Θεσσαλονίκη και Ξάνθη) τα οποία, ως πολυτεχνικά τμήματα, έχουν επίσης προγράμματα σπουδών με υψηλού επιπέδου μαθηματικό περιεχόμενο.
Ο δημόσιος προβληματισμός είναι προφανώς αιτιολογημένος. Η ένταξη των συγκεκριμένων τμημάτων στο 3ο ΕΠ είναι εκπαιδευτικά ανορθολογική. Πολλοί υποψήφιοι οδηγούνται σ’ αυτό περισσότερο φοβούμενοι τα Μαθηματικά, έχοντας εγκαταλείψει την ουσιαστική ενασχόλησή τους με αυτά από τη Β’ Λυκείου.
Ας πλέει το καράβι και την πορεία τη βρίσκουμε…
Είναι φυσικά γνωστό στους παρεικούντες την Ιερουσαλήμ ότι η αποψίλωση των Φυσικών τμημάτων (και πολλών ακόμα) από φοιτητές, ειδικά μετά την εισαγωγή της περιώνυμης Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής (ΕΒΕ) -αλλά και όχι μόνο εξαιτίας της-, οδηγεί στην αναζήτηση φοιτητών απ’ όπου είναι δυνατόν, προτάσσοντας ως μείζον, το ζήτημα της πλήρωσης των θέσεών τους, και θεωρώντας ως δευτερεύον την ικανότητα ανταπόκρισής τους στα προγράμματα σπουδών των τμημάτων αυτών.

Η λογική αυτή δεν εκπλήσσει πλέον κανέναν, μιας και αποτελεί κοινή συνισταμένη της προσέγγισης του νεοελληνικού κράτους σε πλείστα όσα ζητήματα. Χωρίς μακρόπνοο στρατηγικό σχεδιασμό, τις περισσότερες φορές αρκεί να «πέσει η βάρκα στο νερό», ακόμη και χωρίς πυξίδα, και τα υπόλοιπα «τα βρίσκουμε πλέοντας».
Φυσικά, η πορεία της «βάρκας» είναι τις περισσότερες φορές η αναμενόμενη και το άκρως αξιοσημείωτο είναι ότι αυτό όχι μόνο δεν πτοεί τους λεγόμενους «υπεύθυνους», αλλά, -κατά παράδοξο τρόπο- τους ωθεί σε ολοένα και ευρύτερη εφαρμογή της πρακτικής αυτής, ποντάροντας στο «θαύμα». Ίσως βέβαια μια τέτοια προσέγγιση να εξασφαλίζει ικανή πελατεία στους επίδοξους «θαυματοποιούς».
Δυστυχώς το όλο ζήτημα αναδεικνύει για μία ακόμη φορά το αδιέξοδο του υπάρχοντος συστήματος εισαγωγής που, μέσω των διαδοχικών και πάντα εμβαλωματικών παρεμβάσεων, κατόρθωσε να γίνει ένα από τα πλέον ανελαστικά και ανορθολογικά συστήματα εισαγωγής που γνώρισε η χώρα μας από συστάσεως των «Εισιτηρίων Εξετάσεων» το 1964.
Ανοίγοντας το πλάνο: από την Μπολόνια στην ΕΒΕ και στα άδεια αμφιθέατρα
Η μετατροπή των ΑΤΕΙ σε Πανεπιστήμια (2018-19, επί υπουργίας Γαβρόγλου), στο πλαίσιο της «Διαδικασίας της Μπολόνια», οδήγησε σε μια εσπευσμένη αναδιοργάνωση του Ακαδημαϊκού χάρτη, που στις περισσότερες περιπτώσεις δεν έπεισε για την σκοπιμότητά της, προσθέτοντας πανεπιστημιακά τμήματα με συναφές αντικείμενο σε ειδικότητες που από καιρό θεωρούνταν υπερκορεσμένες και όχι στη δημιουργία τμημάτων με καινοτόμα προγράμματα σπουδών, που θα μπορούσαν να αντλήσουν τεχνογνωσία από την καλύτερη επαφή των ΤΕΙ με τον κόσμο της εργασίας.
Έτσι αντί να εκμεταλλευτούμε τη διαδικασία για την ανανέωση και εμπλουτισμό του ακαδημαϊκού χάρτη, ώστε να «φυσήξει» ο πολυπόθητος και άκρως αναγκαίος «φρέσκος αέρας» στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, απλά αυξήσαμε τον αριθμό των ομοειδών τμημάτων, με συνακόλουθη αύξηση του αριθμού των διαθέσιμων θέσεων σε συναφείς ειδικότητες.
Το αδιέξοδο που δημιουργήθηκε από τη δημιουργία χιλιάδων νέων θέσεων σε αντικείμενα, ήδη κορεσμένα στην αγορά εργασίας, κλήθηκε να λύσει συγκεκαλυμμένα η εισαγωγή της ΕΒΕ με τον νόμο 4777/2021 (επί υπουργίας Νίκης Κεραμέως) το 2021. Με την πρόφαση του αποκλεισμού των ακαδημαϊκά ανεπαρκών υποψηφίων, ο μεταβλητός αυτός βαθμολογικός πήχης σχεδιάστηκε ώστε να αποκλείει ένα σημαντικό ποσοστό υποψηφίων.
Ακόμη και σήμερα, μετά από 5 χρόνια εφαρμογής του, δεν έχει γίνει ακόμη πλήρως αντιληπτό ότι πρόκειται για ένα δυναμικό και όχι στατικό όριο, που προσαρμόζεται στις επιδόσεις των υποψηφίων, ώστε να αποκλείει σε κάθε περίπτωση ένα ισχυρό ποσοστό ακόμη και αν όλοι γράψουν πάνω από 18.
Το αποτέλεσμα ήταν να μείνουν χιλιάδες κενές θέσεις, κυρίως σε περιφερειακά τμήματα, φέρνοντάς τα σε κατάσταση οριακής και σίγουρα μη αποδοτικής λειτουργίας. Σε ορίζοντα πενταετίας (2021–2025), οι κενές θέσεις αγγίζουν συνολικά τις 60.000, δηλαδή μια ολόκληρη εύρωστη επαρχιακή πόλη φοιτητών. Αντιμετωπίζοντας υπαρξιακό πρόβλημα πολλά από τα τμήματα αυτά καλούνται να βρουν φοιτητές ακόμη και χωρίς το απόλυτα ταιριαστό ακαδημαϊκό προφίλ. Έχουν όμως αυτοί οι μελλοντικοί φοιτητές την ελάχιστη υποψία για το τι θα κληθούν να αντιμετωπίσουν;
Επίλογος
Δυστυχώς, όταν πραγματοποιούνται παρεμβάσεις σε τομείς που επηρεάζουν την εξέλιξη της κοινωνίας μας και την ικανότητά της να ανταποκριθεί στις προκλήσεις του παρόντος και κυρίως του μέλλοντος, δεν αρκούν οι καλές προθέσεις. Χωρίς σχεδιασμό και στόχευση σε συγκεκριμένες κατευθύνσεις όχι μόνο δεν επιλύουμε τις υπάρχουσες παθογένειες, αλλά προσθέτουμε και νέες.
Νομοτελειακά όταν ένα σύστημα αποκτά μη λειτουργική πολυπλοκότητα καταρρέει εκ των έσω. Ας ελπίσουμε να το προλάβουμε.
Τελικά το ερώτημα που θέτουμε είναι: Το μείζον πρόβλημα βρίσκεται στο σύστημα εισαγωγής ή στον ακαδημαϊκό χάρτη της χώρας; Ή για να το διατυπώσουμε απλούστερα: Τι Πανεπιστήμιο θέλουμε και γιατί το θέλουμε;
του Αργύρη Μυστακίδη,
Φυσικού, Εκπαιδευτικού Φροντιστή, Εκπαιδευτικού Αναλυτή