Περί βάσεων εισαγωγής στα ΑΕΙ της Χώρας – Αλήθειες και Προβληματισμοί
Τις τελευταίες ημέρες, όπως και κάθε χρόνο τέτοια εποχή, ανακοινώνονται οι βάσεις εισαγωγής στα Πανεπιστήμια της Χώρας και λόγω της μεγάλης σημασίας που έχει το θέμα για την ελληνική κοινωνία –κάτι που θα πρέπει να εκληφθεί ως θετικό στοιχείο – αναπαράγεται μία συζήτηση με επίκεντρο τις χαμηλές βάσεις εισαγωγής σε πανεπιστημιακά Tμήματα της Xώρας.

Οι περισσότεροι σχολιαστές διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους για το πώς είναι δυνατόν να εισάγονται μαθητές στην τριτοβάθμια εκπαίδευση με βαθμούς που κατά μέσο όρο βρίσκονται πολύ κάτω από το ψυχολογικό όριο του βαθμού «10», αν και δεν εκφράζουν τις ίδιες ανησυχίες για την εισαγωγή στα κολλέγια που δυνητικά είναι επαγγελματικά ισοδύναμα με πολλά από τα Τμήματα των δημοσίων Πανεπιστημίων. Αναρωτιούνται αν μπορεί ένας μαθητής με τόσο χαμηλές επιδόσεις να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις πανεπιστημιακών σπουδών. Ένα μέρος των δημοσιογραφούντων και λοιπών σχολιαστών στα κοινωνικά μέσα δικτύωσης θεωρούν ότι σε αυτή την κατακρήμνιση των βάσεων έχει συμβάλει η πανεπιστημιοποίηση τμημάτων ΤΕΙ που νομοθετήθηκε επί υπουργίας Κ. Γαβρόγλου. Με αφορμή αυτές τις ανησυχίες και επειδή το θέμα ενδιαφέρει πολύ την ελληνική κοινωνία, θα ήθελα να συμβάλω στον διάλογο αυτό με κάποιες αλήθειες, οι οποίες δεν προβάλλονται όσο θα έπρεπε, κατά την άποψή μου.

Α. Όσα  Τμήματα έχουν χαμηλή βάση δε σημαίνει ότι υστερούν σε ακαδημαϊκό επίπεδο. Υπάρχουν σημαντικά παραδείγματα Τμημάτων όπως τα Τμήματα Επιστήμης Υλικών, τα Τμήματα Γαλλικής Φιλολογίας και άλλα που στελεχώνονται από επιστήμονες διεθνούς φήμης και παράγουν πολύ υψηλής ποιότητας ακαδημαϊκό έργο. Να θυμίσουμε ότι αυτά τα Τμήματα ήταν ανέκαθεν πανεπιστημιακά και δεν τα επηρέασε η μεταρρύθμιση Γαβρόγλου στην Ανώτατη Εκπαίδευση. Άρα η χαμηλή ζήτηση δεν υφίσταται  μόνο για Τμήματα που προέρχονται από τα ΤΕΙ, όπως εσκεμμένα τονίζεται από κάποιες πλευρές.

Β. Οι βάσεις εισαγωγής καθορίζονται από τη δυσκολία των θεμάτων και από τη ζήτηση, η οποία είναι συνάρτηση της γεωγραφικής θέσης του Τμήματος, της αδρανειακά παγιωμένης αντίληψης της κοινωνίας για το ποιες είναι οι «καλές» σχολές (βλ. Ιατρική, Νομική), τις προοπτικές επαγγελματικής αποκατάστασης (έτσι εξηγείται η υψηλή βάση στα Σώματα Ασφαλείας) και της πολύ δύσκολης οικονομικής κατάστασης που επιβάλλει στους περισσότερους υποψηφίους να δηλώνουν Τμήματα κοντά στη μόνιμή τους κατοικία. Οι βάσεις εισαγωγής καθορίζονται από τη ζήτηση λοιπόν σε μία διαδικασία μίας και μόνο εξέτασης, αυτή των πανελλαδικών εξετάσεων, που είναι αμιγώς διαγωνιστική και δεν είναι ο στόχος της να πιστοποιήσει το επίπεδο σπουδών των υποψηφίων, αλλά να τους κατατάξει από το 1 έως το 20. Έτσι εξηγούνται και τα, συχνά, στρυφνά θέματα, τα οποία επιλέγονται από τις επιτροπές των πανελλαδικών για να κρίνουν την εισαγωγή στις πολύ περιζήτητες σχολές (Ιατρική, Νομική, Μηχανικοί κλπ) και ανάλογα με τη δυσκολία τους ανεβοκατεβάζουν τις βάσεις από χρονιά σε χρονιά.

Γ. Δυστυχώς, από ιδία πείρα, έχω να καταθέσω ότι και οι υποψήφιοι με υψηλή βαθμολογία πολλές φορές αδυνατούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των  πανεπιστημιακών σπουδών λόγω του ότι έχουν εθιστεί στην πρόσληψη δεξιοτήτων επίλυσης ασκήσεων ως απότοκο της εντατικής φροντιστηριακής  προετοιμασίας, με αποτέλεσμα να αδυνατούν να κατανοήσουν πώς η γνώση που τους διδάσκεται μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη, ποια η ωφέλειά της και πώς μπορεί να παράγει νέα γνώση. Για αυτόν τον λόγο τα φροντιστήρια καλά κρατούν, ακόμα και μετά την εισαγωγή στο Πανεπιστήμιο. Αντί λοιπόν να προβληματιζόμαστε για τις χαμηλές επιδόσεις υποψηφίων σε έναν διαγωνισμό όπως οι πανελλαδικές, που στο κάτω-κάτω κρίνονται και από τη δυσκολία των θεμάτων, θα έπρεπε να προβληματιζόμαστε για το αν έχουν αποκτήσει κριτική σκέψη και ικανό γνωστικό υπόβαθρο οι απόφοιτοι του λυκείου (γενικού και επαγγελματικού) ανεξάρτητα από το αν θα επιλέξουν να ακολουθήσουν πανεπιστημιακές σπουδές. Συνεπώς, θα πρέπει να δοθεί έμφαση τόσο από την  πολιτεία όσο και από τους καθηγητές των σχολείων και των Πανεπιστημίων στη διαμόρφωση νέων προγραμμάτων σπουδών στο λύκειο, με έμφαση στην εκπόνηση σύνθετων εργασιών και πραγματοποίηση εργαστηριακών μαθημάτων και στην αναβάθμιση της αξιοπιστίας του απολυτηρίου, η οποία δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί αν δεν περιλαμβάνει αδιάβλητες και κεντρικά οργανωμένες απολυτήριες εξετάσεις στο πρότυπο άλλων χωρών (βλ. Γαλλία), που όμως δε θα έχουν ως στόχο την κατάταξη των υποψηφίων, αλλά την πιστοποίηση των γνώσεών τους. Συνεπώς ένα σοβαρό και αναβαθμισμένο απολυτήριο, που σήμερα δεν υπάρχει, είναι αυτό που θα αποτελέσει το εχέγγυο του καλού γνωστικού επιπέδου όλων των αποφοίτων του λυκείου και όχι η επίδοσή τους στις πανελλαδικές. Αν όντως επιτευχθεί η αναβάθμιση του απολυτηρίου, τότε οι πανελλαδικές μπορούν να συνεχίσουν να υπάρχουν μόνο για τα Τμήματα πολύ υψηλής ζήτησης, ενώ στα υπόλοιπα Τμήματα οι μαθητές θα μπορούν να εισάγονται ελεύθερα μόνο με το απολυτήριο τους. Αυτή τη λογική επιχείρησε να εισάγει πιλοτικά ο ν. 4610/2019 που ψηφίστηκε επί υπουργίας Γαβρόγλου, αλλά δυστυχώς δεν εφαρμόστηκε από την τωρινή κυβέρνηση, ώστε να υπάρξει μία πρώτη αποτίμηση της εφαρμογής της ελεύθερης πρόσβασης και των κεντρικά οργανωμένων ενδοσχολικών απολυτηρίων εξετάσεων.

Δ. Οι χαμηλές βάσεις κυρίως πλήττουν Τμήματα της περιφέρειας και ειδικά των ακριτικών περιοχών. Αυτό είναι εύλογο λόγω του ότι η χώρα βρίσκεται σε μεγάλη οικονομική κρίση, ως αποτέλεσμα και της πανδημίας, επιπλέον δε, εξαιτίας αυτής οι μαθητές και οι οικογένειες τους τρομάζουν στην ιδέα να επιλέξουν Τμήματα που είναι σε δυσπρόσιτες περιοχές (π.χ. νησιά του Αιγαίου). Σε αυτό συμβάλλει η διαχρονική αδυναμία της πολιτείας να παρέχει στέγη και τροφή για τους οικονομικά αδύναμους, που σίγουρα θα ενίσχυε τη ζήτηση αυτών των Τμημάτων, αλλά και μία στρεβλή κατανομή των θέσεων ανά Τμήμα που ουδείς από τους ειδήμονες δημοσιογραφούντες σχολιάζει αυτές  τις ημέρες. Αν και ο αριθμός εισακτέων θα έπρεπε να προκύπτει με βάση τον λόγο διδασκόντων-φοιτητών και άλλων αντικειμενικών παραμέτρων, στη χώρα μας επιλέγεται αυθαίρετα και με τάση αυξητική για τα Τμήματα της περιφέρειας, που κατά τεκμήριο έχουν λιγότερο προσωπικό και ανεπαρκείς υποδομές. Ας δούμε λοιπόν σε ομοειδή τμήματα π.χ στα Τμήματα Διοικητικής Επιστήμης και Τεχνολογίας πόσους εισακτέους έχουμε στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΟΠΑ), που είναι ένα κατεξοχήν ισχυρό και καλά στελεχωμένο Πανεπιστήμιο, και πόσους στο Διεθνές Πανεπιστήμιο Ελλάδας (ΔΙΠΑΕ) με έδρα την Καβάλα, που είναι ένα νέο Τμήμα με ελλείψεις σε ανθρώπινο δυναμικό και επιφορτισμένο την τελευταία διετία με το δύσκολο έργο της οργάνωσης ενός εξ ολοκλήρου νέου προγράμματος σπουδών. Στο ΟΠΑ λοιπόν οι εισακτέοι είναι 128 και στο ΔΙΠΑΕ 257. Αν δούμε δε τη διαφορά της βαθμολογίας του πρώτου (16.200) και του τελευταίου επιτυχόντα (βάση εισαγωγής) στο ΔΙΠΑΕ (4.750) αντιλαμβανόμαστε ότι αυτή η χαοτική διαφορά και επομένως η χαμηλή βάση οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στον υπερβολικά μεγάλο αριθμό των εισακτέων σε ένα Τμήμα που δεν έχει τις αντίστοιχες υποδομές και βρίσκεται μακριά από κεντρικές πόλεις. Η ανορθολογική κατανομή των εισακτέων μεταξύ Τμημάτων κέντρου και περιφέρειας, αλλά και μεταξύ Τμημάτων που βρίσκονται στο κέντρο αλλά έχουν διαφορά σε ανθρώπινους και υλικούς πόρους τελικά συμβάλλει στη μεγάλη διαφορά στις βάσεις εισαγωγής ομοειδών Τμημάτων και στιγματίζει εισακτέους και Τμήματα. Θα πρέπει να υπάρξει στοχευμένη μείωση των εισακτέων στην περιφέρεια και αύξηση των εισακτέων στο κέντρο, υπό την προϋπόθεση της ενίσχυσης των Πανεπιστημίων με νέες θέσεις και πόρους, ώστε σταδιακά να επέλθει μία ισορροπία στον λόγο διδασκόντων-φοιτητών ανά την επικράτεια. Σημαντικό είναι επίσης να ενισχυθούν τα ακριτικά κυρίως Πανεπιστήμια με εστίες ικανής  χωρητικότητας, ώστε να μην απαιτείται κανένα παιδί να νοικιάζει σπίτι όταν σπουδάζει μακριά από την οικογένειά του.

Ε. Όντως η μεταρρύθμιση Γαβρόγλου δεν απογείωσε τις βάσεις των πρώην Τμημάτων ΤΕΙ που εντάχθηκαν σε Πανεπιστήμια, αλλά, αν μελετήσει κανείς προσεκτικά τις βάσεις όλων των Τμημάτων των πρώην ΤΕΙ, θα διαπιστώσει ότι όσα έχουν έδρα σε μεγάλη πόλη (Αθήνα ή Θεσσαλονίκη) εμφανίζουν ελαφρώς υψηλότερες βάσεις από την εποχή που ήταν Τμήματα ΤΕΙ, παρόλο που η νέα κυβέρνηση τα θεώρησε μη αντίστοιχα των «παραδοσιακών» πανεπιστημιακών τμημάτων και ιδίως για τα Τμήματα των Σχολών Μηχανικών δε φρόντισε να προχωρήσουν οι διαδικασίες αξιολόγησης για την ακαδημαϊκή τους αντιστοιχία με αυτά των Πολυτεχνικών Σχολών. Εδώ να σημειωθεί ότι τα Τμήματα των πρώην ΤΕΙ, είτε βρίσκονται στην περιφέρεια είτε στο κέντρο, αν και ο λόγος διδασκόντων-φοιτητών στα Τμήματα των πρώην ΤΕΙ είναι από τους χαμηλότερους στην επικράτεια, είναι πρωταθλητές σε αριθμό εισακτέων σε σύγκριση με ομοειδή Τμήματα, μία παράμετρος που εξηγεί εν μέρει την όχι τόσο μεγάλη αύξηση της ζήτησής τους. Η αποτίμηση της μεταρρύθμισης Γαβρόγλου για τα ΑΕΙ  θα παρέχει ασφαλή συμπεράσματα για τα θετικά και αρνητικά της υλοποίησής της σε βάθος χρόνου και θα κριθεί κυρίως για το αν συνέβαλε στην ακαδημαϊκή αναβάθμιση και όχι στην αύξηση των βάσεων, υπό την προϋπόθεση ότι δε θα ναρκοθετηθεί από τη νυν κυβέρνηση με μεθοδεύσεις που παρεμποδίζουν την επί της ουσίας αναγνώριση αυτών των Τμημάτων ως πανεπιστημιακών και την υποστήριξή τους με νέες θέσεις και υλικούς πόρους.

Ως επίμετρο αυτού του άρθρου θα ήθελα να επισημάνω ότι στις ημέρες μας ένας συνολικός διάλογος και αγώνας συνάμα για την αναβάθμιση  και τον εκσυγχρονισμό των εγκύκλιων σπουδών που παρέχει η 14χρονη εκπαίδευση είναι πιο επίκαιρος από ποτέ, δεδομένου ότι η επαφή των νέων ανθρώπων με την πληροφορία έχει επαναστατικά αλλάξει λόγω της σύγχρονης τεχνολογίας, η οποία επίσης μετασχηματίζει γοργά τα μοντέλα οικονομίας, ενώ παράλληλα πολλαπλασιάζονται τα παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες και αυτά που χρήζουν παράλληλης στήριξης στις πρώτες τάξης του δημοτικού. Τα ζητήματα που θα πρέπει λοιπόν να απασχολούν όσους ασχολούνται με τα της εκπαίδευσης και έχουν βήμα στον δημόσιο διάλογο είναι πώς θα επιτύχουμε ως κοινωνία να μεταδώσουμε στους νέους μας την αγάπη για τα γράμματα και την αυταξία της γνώσης, πώς θα παρέχουμε ίσες ευκαιρίες σε όλα τα παιδιά, πώς θα ενισχύσουμε τις υποστηρικτικές δομές για να αντιμετωπίσουμε τις μαθησιακές δυσκολίες, πώς θα κάνουμε το σχολείο πάλι ελκυστικό, πώς θα βοηθήσουμε τα παιδιά μας να ανακαλύψουν τα ταλέντα τους σε ένα περιβάλλον γεμάτο από προκλήσεις και συνεχείς αλλαγές σε επίπεδο κοινωνικό, οικονομικό και τεχνολογικό. Αυτά είναι τα δύσκολα ερωτήματα που ζητούν επειγόντως απάντηση και θα πρέπει να μονοπωλήσουν τον δημόσιο διάλογο από εδώ και στο εξής.

 

Αντώνης Μπόγρης

Καθηγητής Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής

 

Όλες οι ειδήσεις σήμερα

Έτσι θα ανοίξουν τα σχολεία 1η Φεβρουαρίου - Τι πρέπει να προσέξουν μαθητές, γονείς και εκπαιδευτικοί

ΑΣΕΠ - ΠΡΟΣΛΗΨΕΙΣ: Πιστοποίηση Αγγλικών έως και C2 με ΤΗΛΕΞΕΤΑΣΗ μόνο σε Reading - Listening

Το ΚΟΡΥΦΑΙΟ ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ στην Ελλάδα στην ΕΙΔΙΚΗ ΑΓΩΓΗ για Προσλήψεις Εκπαιδευτικών

ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗ Η/Υ για τον ΑΣΕΠ σε 10 ημέρες εξ αποστάσεως με ΔΩΡΕΑΝ ΕΠΑΝΕΞΕΤΑΣΕΙΣ

ΈΚΠΤΩΣΗ  σε σεμινάρια μοριοδοτούμενα του Παν.Αιγαίου έως 25 Ιανουαρίου - 385 ευρώ 

σχετικά άρθρα