Τα τελευταία χρόνια, η διαλειμματική νηστεία και τα μοντέλα χρονικά περιορισμένης σίτισης έχουν γίνει ιδιαίτερα δημοφιλή, καθώς πολλοί αναζητούν εύκολες στρατηγικές για καλύτερη καρδιομεταβολική υγεία χωρίς περίπλοκες δίαιτες ή αυστηρούς περιορισμούς. Μια πρόσφατη μελέτη, δημοσιευμένη στο Arteriosclerosis, Thrombosis, and Vascular Biology, εξέτασε τα οφέλη της παράτασης της νυχτερινής νηστείας σε σχέση με τον ύπνο.
Η έρευνα, που πραγματοποιήθηκε σε υπέρβαρους και παχύσαρκους ενήλικες 36–75 ετών, έδειξε ότι η κατανάλωση του τελευταίου γεύματος τουλάχιστον τρεις ώρες πριν τον ύπνο βελτιώνει βασικούς δείκτες καρδιομεταβολικής υγείας. Αντίθετα με άλλες μορφές διαλειμματικής νηστείας που ορίζουν αυστηρά χρονικά παράθυρα ή αφήνουν τον συμμετέχοντα να αποφασίζει, η συγκεκριμένη προσέγγιση επικεντρώνεται στη νυχτερινή ανάπαυση και στη φυσιολογική ρύθμιση του οργανισμού.
Στη μελέτη συμμετείχαν 39 άτομα, χωρισμένα σε δύο ομάδες. Η ομάδα παρέμβασης ακολούθησε νυχτερινή νηστεία 13–16 ωρών, ενώ η ομάδα ελέγχου 11–13 ωρών. Επιπλέον, οι συμμετέχοντες μείωσαν τα φώτα τρεις ώρες πριν τον ύπνο, ώστε να ευνοηθεί η φυσική προετοιμασία του οργανισμού για ξεκούραση. Η παρέμβαση διήρκησε 7,5 εβδομάδες, αρκετές για να παρατηρηθούν μεταβολικές και καρδιαγγειακές αλλαγές.
Καρδιολογικά οφέλη
Η ομάδα που παρέτεινε τη νηστεία παρουσίασε καλύτερη νυχτερινή πτώση της διαστολικής αρτηριακής πίεσης, δείκτη καλής καρδιαγγειακής ρύθμισης. Παράλληλα, υπήρξε χαμηλότερος νυχτερινός καρδιακός ρυθμός και αυξημένη μεταβλητότητα καρδιακού ρυθμού, δείχνοντας καλύτερη ισορροπία μεταξύ συμπαθητικού και παρασυμπαθητικού νευρικού συστήματος. Τα επίπεδα κορτιζόλης κατά τη νύχτα ήταν επίσης μειωμένα, υποδηλώνοντας χαμηλότερο βιολογικό στρες.
Μεταβολικά οφέλη
Η ομάδα παρέμβασης εμφάνισε καλύτερη απόκριση στην γλυκόζη μετά τα γεύματα, με χαμηλότερα επίπεδα σακχάρου και βελτιωμένη πρώιμη έκκριση ινσουλίνης, χωρίς όμως σημαντική αλλαγή στον δείκτη Matsuda. Η έμφαση δόθηκε στον συγχρονισμό της διατροφής με τον κιρκαδικό ρυθμό, υπογραμμίζοντας πόσο σημαντικό είναι το πότε τρώμε, όχι μόνο το τι τρώμε.
Πρακτική εφαρμογή
Η αποφυγή γευμάτων τρεις ώρες πριν τον ύπνο επιτρέπει στο σώμα να εισέλθει στη "νυχτερινή λειτουργία", όπου κυριαρχούν μηχανισμοί επιδιόρθωσης, αποκατάστασης και ρύθμισης αρτηριακής πίεσης και σακχάρου. Σε αντίθεση με αυστηρά πρωτόκολλα, η συγκεκριμένη στρατηγική είναι ευέλικτη, προσαρμόζεται στον προσωπικό χρόνο ύπνου και απαιτεί μόνο να τερματίζεται το τελευταίο γεύμα νωρίτερα.
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Voucher 750 ευρώ σε εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα - Ανοίγουν οι αιτήσεις