Αυτισμός: Διαταραχές αυτιστικού φάσματος
Όλα όσα θα πρέπει να γνωρίζετε για τον αυτισμό.

Σύμφωνα με τον Παπαχριστόπουλο (2013), η απόδοση ενός ευρέως αποδεκτού ορισμού για την αναπηρία δεν είναι εύκολη υπόθεση, εξαιτίας του ότι δεν υπάρχει μια καθολικά εφαρμόσιμη αρχή για την αξιολόγηση του φαινομένου. Σε αυτό συμφωνεί και ο Σούλης (2013), ο οποίος επισημαίνει την πολυδιάστατη έννοια της αναπηρίας και εξηγεί, ότι αυτή διατυπώνεται κάθε φορά είτε με κριτήριο το άτομο που τη φέρει, είτε με κριτήριο τη θέση του ατόμου στην κοινωνία. Το άτομο δηλαδή, ως βιολογικό και ως κοινωνικό ον αντίστοιχα. Στη σημερινή εποχή, διεθνείς συμβάσεις και όχι μόνο, υπερτονίζουν το γεγονός, ότι τα άτομα με αναπηρία αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του κοινωνικού συνόλου και πρέπει να αντιμετωπίζονται ισότιμα, δηλαδή να έχουν ίσες ευκαιρίες στην κοινωνική ζωή και στην εκπαίδευση. 

Επιπροσθέτως, ο ΟΗΕ (2006) όρισε ως άτομα με αναπηρία, εκείνα που αντιμετωπίζουν σωματικές, νοητικές, πνευματικές ή αισθητηριακές δυσλειτουργίες, κατά μεγάλο χρονικό διάστημα, οι οποίες σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες δύνανται να δυσκολέψουν την ολοκληρωμένη και αποτελεσματική ένταξη των ατόμων αυτών, ως ισότιμα μέλη, στην κοινωνία. Σύμφωνα με το κοινωνικό μοντέλο της αναπηρίας, τα άτομα βιώνουν την αναπηρία ως κοινωνικό περιορισμό, βιώνοντας διακρίσεις και αποκλεισμούς καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους. Αποτελεί ανάγκη η κατάσταση αυτή να αλλάξει, ώστε τα άτομα με αναπηρίες να σταματήσουν να περιθωριοποιούνται. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από την εκπαίδευση (Κίτσου, 2016).                                                                                                                     

Ο Kanner το 1943 χρησιμοποίησε για πρώτη φορά την έννοια του αυτισμού, ενώ επίσημα σαν έννοια αναγνωρίστηκε το 1980 (Volkmar, Siegel, Woodbury-Smith, King, McCracken&State, 2014).Ο αυτισμός δεν αντιστοιχεί σε μια ενιαία κατάσταση, άλλα περιέχει ένα εύρος συμπεριφορών (Schopler, Yirmiya, Shulman & Marcus, 2001). Πρόκειται για μια νευρο-αναπτυξιακή διαταραχή, στην οποία παρατηρείται καθυστέρηση ή και απουσία κάποιων δεξιοτήτων, όπως κοινωνικές, γνωστικές και επικοινωνιακές. Ο όρος ΔΑΦ (Διαταραχή Αυτιστικού Φάσματος) προτάθηκε από την Αμερικανική Ψυχιατρική Ένωση το 2013. Με αυτόν τον όρο στην ουσία, περιγράφεται καλύτερα ο αυτισμός, καθώς το εύρος των συμπεριφορών και η ένταση στην οποία εμφανίζονται, μπορούν να μεταφραστούν σε μια περισσότερο ή λιγότερο λειτουργική διαταραχή (Pennington, Cullinan & Southern, 2014).

Στην παρούσα εργασία θα συζητηθούν οι Διαταραχές του Αυτιστικού Φάσματος (ΔΑΦ), κάνοντας αναφορά στον ορισμό, τα αίτια, τη διάγνωση, τα χαρακτηριστικά των ατόμων αυτών, καθώς και θεραπευτικές εκπαιδευτικές παρεμβάσεις που μπορούν να χρησιμοποιηθούν. Επιπροσθέτως, θα γίνει αναφορά στις θεωρίες του αυτισμού για να καταστούν σαφείς οι ιδιαιτερότητες και οι διαφορές των ατόμων με ΔΑΦ, σε σχέση με τον τυπικά αναπτυσσόμενο πληθυσμό. 

Περιγραφή Διαταραχής Αυτιστικού Φάσματος (ΔΑΦ)

Οι Διαταραχές Αυτιστικού Φάσματος (ΔΑΦ) ή αλλιώς αυτισμός είναι μια διάχυτη αναπτυξιακή διαταραχή (ΔΑΔ) (Σιούλα & Διαμαντή, 2015). Δεν αποτελεί ασθένεια, αλλά είναι μια νευρο-αναπτυξιακή δυσλειτουργία. Οι Διαταραχές Αυτιστικού Φάσματος συνδέονται με ανεπάρκειες ή καθυστερήσεις σε λειτουργίες που έχουν σχέση με την ανάπτυξη του κεντρικού νευρικού συστήματος, όπως η ανάπτυξη κοινωνικών, επικοινωνιακών και γνωστικών δεξιοτήτων (Volkmar, et al., 2014; WHO, 2013). Ο αυτισμός εμφανίζεται πριν το τρίτο έτος της ηλικίας του παιδιού και είναι πιο συχνός στα αγόρια απ’ ότι στα κορίτσια (Σιούλα & Διαμαντή, 2015). Τα άτομα με ΔΑΦ συχνά έχουν και νοητική στέρηση ή άλλες ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες (Μαστρογιάννης & Ξανθοπούλου, 2015). Σύμφωνα με τον Westwood (2011) μάλιστα το 75% των παιδιών με ΔΑΦ, έχουν δείκτη νοημοσύνης κάτω από 70.                                                                                                                                             

Αίτια

Ο αυτισμός αποδίδεται σε διάφορους παράγοντες, χωρίς ωστόσο να υπερισχύει κάποιος. Παρ’ όλα αυτά, έρευνες αποδεικνύουν ότι υπάρχει μία σχέση με την εγκεφαλική λειτουργία, η οποία πιθανόν να επηρεάζεται από γενετικούς παράγοντες, γονίδια, νευρολογικές διαταραχές, ιογενείς λοιμώξεις, τραυματισμούς ή φλεγμονής του εγκεφάλου ή ακόμα και έκθεσης σε περιβαλλοντικούς παράγοντες κατά το εμβρυακό στάδιο. Πιο συγκεκριμένα, παρατηρούνται διαταραχές του μεταβολισμού των εγκεφαλικών κυττάρων, μειωμένη κυκλοφορία αίματος σε ορισμένες περιοχές του εγκεφάλου, δυσλειτουργία της παρεγκεφαλίδας, της μετωπιαίας ή προμετωπιαίας περιοχής (Κωτσόπουλος, 2015). Στον αυτισμό αποδίδονται ακόμη η ερυθρά κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, ο πρόωρος τοκετός ή και η προχωρημένη ηλικία της μητέρας και του πατέρα (Μαστρογιάννης & Ξανθοπούλου, 2015). Στο φάσμα των αυτιστικών διαταραχών εμπλέκεται και η επιληψία, μια ασθένεια με ισχυρή γενετική βάση (Buckley&Holmes, 2016). Αλλά και άλλες γενετικές ασθένειες, όπως η οζώδης σκλήρυνση (Simon, 2015), το σύνδρομο του εύθραυστου Χ και το σύνδρομο του Prader-Willi (Chevalère,Jauregi, Copet, Laurier, Thuilleaux&Postal, 2019). 

Διάγνωση

Η πρόγνωση του αυτισμού εξαρτάται από τη νοημοσύνη και την γλωσσική ανάπτυξη. Όσο νωρίτερα γίνει μια έγκυρη διάγνωση, τόσο περισσότερο θα ωφεληθεί το παιδί και το οικογενειακό του περιβάλλον (Κωτσόπουλος, 2018). Οι Διαταραχές Αυτιστικού Φάσματος διαγιγνώσκονται με εγκεφαλογραφήματα. Τα ηλεκτροεγκεφαλογραφήματα δείχνουν ότι ενίοτε ορισμένες εγκεφαλικές περιοχές που σχετίζονται με την ομιλία, τη μνήμη ή τα συναισθήματα έχουν μειωμένη δραστηριότητα. Από την άλλη πλευρά, περιοχές του εγκεφάλου που εμφανίζουν πιο έντονη δραστηριότητα είναι αυτές που σχετίζονται με την επεξεργασία αντικειμένων, όπως και των ειδικότερων μερών ενός συνόλου. Υπάρχουν δύο διαγνωστικά συστήματα, το DSM (DSM-IV – DSM-V)(Diagnostic and Statistical Manual) της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Ένωσης (ΑPA) και το το ICD (International Classification of Diseases) του Διεθνούς Οργανισμού Υγείας (WTΟ) (APA, 2013).                                                                                                             

 Το DSM, χρησιμοποιείται κυρίως στις ΗΠΑ ενώ το ICD είναι διαδεδομένο στην Ευρώπη, όμως και τα δύο συστήματα μπορούν να χρησιμοποιηθούν εναλλάξ. Και τα δύο διαγνωστικά συστήματα ορίζουν την ίδια τριάδα διαγνωστικών συμπτωμάτων για τα άτομα που βρίσκονται στο Φάσμα του Αυτισμού, δηλαδή δυσκολίες στην κοινωνική αλληλεπίδραση, δυσκολίες στην επικοινωνία και στερεοτυπικές, επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές, δραστηριότητες και ενδιαφέροντα. Για την διάγνωση της διαταραχής κατά το DSM-IV θα πρέπει να υφίστανται 6 ή περισσότερα στοιχεία, εκ των οποίων τουλάχιστον 2 από κάθε κατηγορία. Το Μάϊο του 2013 δημοσιεύτηκε η αναθεωρημένη έκδοση 5 του DSM (DSM-V) η οποία περιλαμβάνει σημαντικές αλλαγές στα διαγνωστικά κριτήρια σε σχέση με το DSM-IV. Στο DSM – V  γίνεται πλέον αντικατάσταση του όρου διάχυτη αναπτυξιακή διαταραχή(ΔΑΔ) με τον όρο διαταραχή αυτιστικού φάσματος(ΔΑΦ). Ωστόσο στο DSM – V πέραν της διαφοροποίησης του όρου έχει γίνει διαχωρισμός κριτηρίων σε δύο ομάδες, δηλαδή δυσκολίες στην κοινωνική αλληλεπίδραση και στερεοτυπικές επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές, δραστηριότητες και ενδιαφέροντα (APA, 2013). Ο αυτισμός δεν θεραπεύεται, δεν έχει αποδειχτεί η χρησιμότητα της θεραπείας με φάρμακα και δεν είναι δυνατό να γίνει τουλάχιστον μέχρι σήμερα προγενετικός έλεγχος (Σιούλα & Διαμαντή, 2015).

Χαρακτηριστικά ατόμων με ΔΑΦ

 Η κλινική εικόνα των ατόμων με αυτισμό είναι το αποτέλεσμα υποκείμενων γνωσιακών, κοινωνικοσυναισθηματικών και αισθητηριακών μειονεξιών, των οποίων η ποικιλομορφία και οι πολλοί συνδυασμοί δίνουν έναν πολύ πλούσιο φαινότυπο. Τόσο τα σημερινά διαγνωστικά κριτήρια όσο και οι σύγχρονες περιγραφές του αυτισμού ακολουθούν το σχήμα της τριάδας της Wing. Πιο συγκεκριμένα, στα άτομα με ΔΑΦ παρατηρείτε μειονεκτούσα κοινωνική αλληλεπίδραση. Σε αυτή την περίπτωση τα άτομα με αυτισμό συμπεριφέρονται σαν να μην υπάρχουν οι άλλοι άνθρωποι. Δεν πλησιάζουν και δεν αντιδρούν όταν τους μιλάνε. Τα πρόσωπα τους είναι «κενά» από έκφραση και αποφεύγουν την βλεμματική επαφή. Αντιδρούν με έντονες εκρήξεις θυμού, όταν δεν τους δίνεται η  προσοχή που απαιτούν. Δεν δείχνουν ενδιαφέρον ή κάποιο συναίσθημα αν πονάτε. Παρουσιάζουν έλλειψη κατανόησης των σκέψεων και αισθημάτων των άλλων ανθρώπων. Φαίνονται απομονωμένα, σε ένα δικό τους κόσμο, απορροφημένα στις δικές τους άσκοπες δραστηριότητες (Wing, 2000; Παπαγεωργίου, 2009; Χριστιανόπουλος, 2012).

Στα άτομα με ΔΑΦ παρατηρείτε ακόμα μειονεκτούσα κοινωνική επικοινωνία. Σε αυτή την περίπτωση παρατηρείτε καθυστέρηση στην ανάπτυξη του λόγου, ηχολαλία και επαναλαμβανόμενος λόγος. Το άτομο επαναλαμβάνει λέξεις που εκφράζουν οι άλλοι ή που ακούστηκαν στο παρελθόν. Μπερδεύει λέξεις και χρησιμοποιεί κάποιες λέξεις ακατάλληλα, δεν είναι σε θέση να ξεκινήσει ή να συνεχίσει μια συζήτηση. Αντίστοιχα προβλήματα γίνονται αντιληπτά και στην κατανόηση του λόγου. Δεν κατανοεί τον λόγο και δεν ανταποκρίνεται όταν του απευθύνεται, δεν μπορεί να καταλάβει την μεταφορική λειτουργία της γλώσσας, αλλά μόνο την κυριολεκτική.  Κατανοεί καλύτερα όταν του δίνονται οπτικές οδηγίες. Η ένταση της φωνής του έχει διακυμάνσεις, θα είναι είτε πολύ υψηλή, είτε πολύ χαμηλή. Επιπρόσθετα, παρουσιάζει ελλείψεις στην φαντασία και το παιχνίδι. Δεν μπορεί να παίξει παιχνίδια ρόλων ή να μιμηθεί κάποιον (Wing, 2000; Happe, 2003; Παπαγεωργίου, 2009).

Στα αυτιστικά άτομα παρατηρούνται ακόμα περιορισμένα, επαναλαμβανόμενα ενδιαφέροντα και δραστηριότητες. Συγκεκριμένα, επινοούν συνήθειες για τον εαυτό τους, για παράδειγμα πριν σηκωθούν από το κρεβάτι να χτυπάνε τα πόδια τους. Μπορεί να προσκολληθούν σε συγκεκριμένα αντικείμενα και να αρνούνται να τα αποχωριστούν. Μπορεί να ασχολούνται με ένα μέρος του αντικειμένου και ιδιαίτερα με τμήματα που μετακινούνται. Επιπλέον, παρατηρούνται επαναλαμβανόμενες, στερεοτυπικές κινήσεις όπως για παράδειγμα πτερυγισμοί, αλλά και περίεργες κινήσεις όλου του σώματος (Wing, 2000;Γενά, 2002; Παπαγεωργίου, 2009).

Τα άτομα με ΔΑΦ παρουσιάζουν ακόμη αισθητηριακές δυσλειτουργίες και συμπτώματα. Ειδικότερα, τα άτομα με ΔΑΦ μπορεί να υπερ- αντιδρούν ή να υπο-αντιδρούν. Τείνουν να έχουν υπεραισθησία σε ήχους, για παράδειγμα στο βήχα ή στο γάβγισμα. Υπερευαισθησία παρουσιάζεται επίσης και για απτικά ερεθίσματα ανάλογα με το πόσο έντονη είναι η αφή ή το άγγιγμα συγκεκριμένων σημείων του σώματος. Επιπλέον, μπορεί να παρουσιάζουν ευαισθησία σε συγκεκριμένα επίπεδα φωτισμών ή χρωμάτων. Ακόμη, παρουσιάζουν αδιαφορία στην αίσθηση του ζεστού, του κρύου και του πόνου. Τέλος, ένα ακόμα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τους είναι η πιθανότητα να αναπτύξουν περίεργες φοβίες για ακίνδυνα πράγματα (Wing, 2000; Παπαγεωργίου, 2009).

Θεραπευτικές Εκπαιδευτικές Παρεμβάσεις

Για τη Διαταραχή Αυτιστικού Φάσματος μέχρι και σήμερα δεν υπάρχει συγκεκριμένη θεραπεία, ωστόσο εντοπίζονται αρκετές θεραπευτικές εκπαιδευτικές παρεμβάσεις, οι οποίες μπορούν να βοηθήσουν τα άτομα με ΔΑΦ να ενσωματωθούν ευκολότερα στην κοινωνία. Οι παρεμβάσεις αυτές στοχεύουν στη «διδασκαλία» προτύπων συμπεριφοράς και επικοινωνίας, καθώς και τρόπων κοινωνικοποίησης και αλληλεπίδρασης με άτομα, αντικείμενα και καταστάσεις (Νότας, 2005). Οι υπεύθυνοι για τη χρήση της καταλληλότερης θεραπευτικής προσέγγισης για το άτομο με ΔΑΦ, είναι οι γονείς και οι ειδικοί. Ως εκ τούτου, επιλέγοντας την κατάλληλη παρέμβαση, το άτομο μπορεί να ενισχύσει τις ικανότητές του, λαμβάνοντας πάντα υπ’ όψιν βέβαια το νοητικό επίπεδο, αλλά και την επάρκεια και την ποιότητα των παρεμβάσεων (Παπαγεωργίου, 2009). Ενδεικτικά, θα αναφερθούν οι τρεις πιο συχνές και αποτελεσματικές θεραπευτικές εκπαιδευτικές παρεμβάσεις. 

Συγκεκριμένα, το ABA, ή αλλιώς η εφαρμοσμένη ανάλυση συμπεριφοράς, είναι μια συμπεριφορική προσέγγιση που βασίζεται στις αρχές της συντελεστικής μάθησης. Ο βασικότερος στόχος του ΑΒΑ είναι η προσπάθεια για αλλαγή της προβληματικής συμπεριφοράς, η οποία πρέπει να βελτιωθεί μέχρι το πέρας της παρέμβασης. Η συγκεκριμένη θεραπευτική προσέγγιση επικεντρώνεται στη συστηματική διδασκαλία της συμπεριφοράς, με σκοπό την  μέτρηση και αντικειμενική αξιολόγηση της συμπεριφοράς (Κωτσόπουλος, 2018). Σύμφωνα με το ABA η τροποποίηση της συμπεριφοράς βασίζεται στην πεποίθηση ότι η ανταμοιβή ή η ενίσχυσηαυξάνει τις πιθανότητες εμφάνισης μιας θετικής συμπεριφοράς και η τιμωρία και η στέρηση δικαιωμάτων μειώνει την εκδήλωση μη αποδεκτής συμπεριφοράς (Klintwall, Holm, Eriksson, Carlsson, Olsson, Hedvall, Gillberg&Fernell, 2011; Matson, 2009; Νότας & Νικολαίδου, 2006).

Επιπρόσθετα, το TEACCH βασίζεται  στη δόμηση του φυσικού περιβάλλοντος, του καθημερινού προγράμματος, των δραστηριοτήτων και του υλικού και στη χρήση οπτικών συνθημάτων για την ενίσχυση της επικοινωνίας. Το εκπαιδευτικό πρόγραμμα είναι εξατομικευμένο, ανάλογο του αναπτυξιακού επιπέδου και ενσωματώνει συμπεριφορικές και γνωστικές τεχνικές για την προώθηση της επικοινωνίας και της κοινωνικότητας. Ο αυτισμός θεωρείται ως µια διαταραχή της ανάπτυξης µε ιδιαίτερα γνωστικά χαρακτηριστικά. Απαραίτητη προϋπόθεση της κατάλληλης ειδικής εκπαίδευσης  είναι η κατανόηση των ιδιαίτερων γνωστικών χαρακτηριστικών των ατόµων µε αυτισµό και η προσαρμογή του περιβάλλοντος ώστε να είναι κατανοητό (Μαυροπούλου, 2014). Με τη χρήση του προγράμματος TEACCH, ο εκπαιδευτικός διαμορφώνει το φυσικό χώρο της τάξης. Κάθε γωνιά της τάξης  αποτελεί ένα ξεχωριστό χώρο μιας δραστηριότητας, χώροι με μικρές διαστάσεις  και περιορισμένα ακουστικά και οπτικά ερεθίσματα. Ακόμη, μέσα από τη χρήση ετικετών, χρωματοκωδικοποίηση, σκίτσα, σύμβολα και γραπτές οδηγίες προετοιμάζει το παιδί για το ποιές είναι οι υποχρεώσεις του κατά τη διάρκεια της μέρας, γνωρίζοντας τι πρέπει να κάνει. Ως εκ τούτου,  το παιδί θα είναι περισσότερο ήρεμο και δεν θα πανικοβάλλεται και αγχώνεται μέσα στο καθημερινό «χάος» (Μαστρογιάννης & Ξανθοπούλου, 2015; Μουτσινάς, 2015).

Αντίστοιχα, το PECS (Σύστημα Επικοινωνίας μέσω Ανταλλαγής Εικόνων) είναι μια επαυξητική και εναλλακτική τεχνική, όπου τα άτομα με λίγη ή καθόλου λεκτική ικανότητα μαθαίνουν να επικοινωνούν χρησιμοποιώντας κάρτες με εικόνες. Τα παιδιά χρησιμοποιούν εικόνες για να «φωνοποιήσουν» μία επιθυμία, παρατήρηση ή συναίσθημα. Η νοηματική και τα σύμβολα που περιλαμβάνει αποτελούν ένα διαφορετικό αλλά και αποδοτικό τρόπο επικοινωνίας. Από τη στιγμή που ορισμένα άτομα με αυτισμό τείνουν να μαθαίνουν οπτικά, αυτός ο τύπος τεχνικής επικοινωνίας έχει αποδειχθεί αποτελεσματικός στην βελτίωση των ανεξάρτητων δεξιοτήτων επικοινωνίας, οδηγώντας ορισμένες φορές σε οφέλη στην ομιλούμενη γλώσσα (Jordan&Powel, 2001; Σιούλα & Διαμαντή, 2015).

Θεωρίες ΔΑΦ

Στην προσπάθεια των ερευνητών να αιτιολογήσουν και να κατανοήσουν με σαφήνεια τους μηχανισμούς που βρίσκονται πίσω από τις ελλείψεις στο κοινωνικό και επικοινωνιακό επίπεδο των ατόμων με ΔΑΦ, διατυπώθηκαν διάφορες θεωρίες. Οι σύγχρονες θεωρίες του αυτισμού σύμφωνα με τη Γκονέλα (2008) χωρίζονται σε αυτές που υποστηρίζουν ότι η αποτυχία σε τεστ λανθασμένης αντίληψης δεν φανερώνει μια ελλειμματική νοητική δραστηριότητα, αλλά οφείλεται πιθανόν σε κάποια έλλειψη ή τεχνική του τεστ. Και σε αυτές που δέχονται ότι η αποτυχία σε τεστ λανθασμένης αντίληψης φανερώνει έλλειψη νοητικής δραστηριότητας, αλλά δεν αποδέχονται ότι αυτή είναι η πρωταρχική, βασική, ψυχολογική ανεπάρκεια.Οι τρεις επικρατέστερες θεωρίες του αυτισμού είναι η Θεωρία του Νου (ΘτΝ), η Θεωρία των Εκτελεστικών Λειτουργιών και η Θεωρία της Κεντρικής Συνοχής. 

Θεωρία του Νου (ΘτΝ)


Η θεωρία του Νου (ΘτΝ) ή αλλιώς της Νόησης, ορίζεται σύμφωνα με τον Happe (2003), ως η ικανότητα του ατόμου να αντιλαμβάνεται νοητικές καταστάσεις, όπως ιδέες, πεποιθήσεις, προθέσεις, επιθυμίες, κίνητρα, στοχεύοντας στην κατανόηση και στην προσαρμογή της συμπεριφοράς. Ο συγκεκριμένος όρος δημιουργήθηκε από τους Premack και Woodruff (1978) σε μια μελέτη για χιμπατζήδες. Αργότερα, χρησιμοποιήθηκε από τους Wimmer και Perner (1983) και από διάφορους ψυχολόγους, για να εξετάσουν αυτές τις ικανότητες σε τυπικά αναπτυσσόμενα άτομα και μη.

Τα τυπικά αναπτυσσόμενα παιδιά, από το 4ο έτος της ηλικίας τους, κατανοούν ότι τα άτομα έχουν αντιλήψεις και πεποιθήσεις, ότι διακατέχονται από διάφορες ψυχικές καταστάσεις και αυτές οι καταστάσεις επιδρούν στη συμπεριφορά τους (Συνοδινού, 2007). Αντίθετα, τα άτομα με ΔΑΦ, δεν αντιλαμβάνονται πως οι υπόλοιποι άνθρωποι έχουν διαφορετικές απόψεις και επιθυμίες από τους ίδιους. Ως εκ τούτου, δεν αντιλαμβάνονται ότι οι άλλοι σκέφτονται με διαφορετικό τρόπο και δεν είναι σε θέση να προβλέψουν ή να πουν τι θα κάνουν τα τυπικά αναπτυσσόμενα άτομα στις διάφορες καταστάσεις(Frith, 2009). Λόγω αυτής τους της έλλειψης, να κατανοήσουν τα συναισθήματα των άλλων, φαίνονται ως εγωκεντρικά ή αδιάφορα (Frith&Happe, 2003). Η κατανόηση των ΔΑΦ με βάση τη Θεωρία του Νου, φανερώνει ότι τα άτομα με ΔΑΦ, δεν έχουν την ικανότητα να σκέφτονται για απόψεις, δικές τους ή των άλλων και ως εκ τούτου παρουσιάζουν ελλείψεις σε ορισμένες δεξιότητες που σχετίζονται με την επικοινωνία, τη φαντασία και τις κοινωνικές σχέσεις (Happe, 2003).

Υπάρχουν διάφορες δοκιμές της θεωρίας του Νου, αλλά η πιο διαδεδομένη είναι αυτή της απροσδόκητης μετατόπισης της εσφαλμένης πεποίθησης (Wimmer & Perner, 1983). Παρ’ όλο που η πλειοψηφία των αποτελεσμάτων των αντίστοιχων ερευνών, της θεωρίας του Νου, φθίνουν, η προσφορά αυτής της θεωρίας είναι ανεκτίμητη, διότι κατάφερε να επεξηγήσει τα κλινικά συμπτώματα των ατόμων με ΔΑΦ και να τα ερμηνεύσει ως δυσκολίες που αντιμετωπίζουν στο να κατανοήσουν τη δική τους αλλά και παράλληλα τη νοητική κατάσταση των άλλων(Rajendran & Mitchell, 2007).

Θεωρία της Εκτελεστικής Δυσλειτουργίας

Η θεωρία της Εκτελεστικής Δυσλειτουργίας ή του ελλείμματος στην Εκτελεστική Λειτουργία (ΕΛ), συμπεριλαμβάνει ένα μεγάλο φάσμα γνωστικών δραστηριοτήτων και ικανοτήτων συμπεριφοράς. Ειδικότερα, αναφέρεται σε νευροψυχολογικές διαδικασίες που καθιστούν δυνατό τον αυτοέλεγχο σε επίπεδο σωματικό, γνωστικό και συναισθηματικό (Corbett, Constantine, Hendren, Rocke&Ozonoff, 2009). Σύμφωνα με τους Chan, Shum, Toulopoulou και Chen (2008), γίνεται λόγος για μια σειρά λειτουργιών όπως ο σχεδιασμός, η μνήμη, η αναστολή, η νοητική ευελιξία, η αιτιολόγηση, η επίλυση ενός προβλήματος, η διατήρηση της προσοχής, ο έλεγχος των παρορμήσεων και ο καθορισμός μακροπρόθεσμων στόχων. Οι ΕΛ έχουν οριστεί και ως ψυχρές και θερμές. «Θερμές» είναι οι λειτουργίες που περιέχουν περισσότερο συναίσθημα και επιθυμία, όπως για παράδειγμα η λήψη αποφάσεων, ενώ «ψυχρές» είναι εκείνες που δεν περιέχουν μεγάλη συναισθηματική διέγερση και είναι πιο μηχανικές, όπως για παράδειγμα η επίλυση ενός προβλήματος.

Αντίθετα από τη θεωρία του Νου, η θεωρία της Εκτελεστικής Δυσλειτουργίας δεν περιορίζεται μόνο στο φάσμα του αυτισμού, αλλά προήλθε από ερευνητές που ανακάλυψαν ότι ορισμένα συμπτώματα των ατόμων με ΔΑΦ, συγκλίνουν με συμπτώματα που παρουσιάζουν άτομα με εγκεφαλικούς τραυματισμούς. Ως εκ τούτου, συμπτώματα όπως η αντίσταση στην αλλαγή, η εμμονή, η απουσία ελέγχου των παρορμήσεων και η ανάγκη για ομοιότητα παρουσιάζονται τόσο σε άτομα με επίκτητη βλάβη στους μετωπιαίους λοβούς του εγκεφάλου όσο και σε άτομα με ΔΑΦ (Hill, 2004b). Ωστόσο, σε έρευνες που έχουν εντοπιστεί δυσλειτουργίες σε διάφορες ΕΛ των ατόμων με ΔΑΦ, δεν υπάρχει εμφανή βλάβη στο μετωπιαίο λοβό του εγκεφάλου, αλλά μέσα από τα τεστ των ΕΛ μπορούν να εξηγηθούν κάποια από τα συμπεριφορικά κλινικά συμπτώματα του αυτισμού (Corbettetal., 2009).

 Ενδότερα, παρατηρήθηκε ότι η θεωρία των Εκτελεστικών Δυσλειτουργιών μπορεί να εξηγήσει πολλά από τα μη κοινωνικά συμπτώματα του αυτισμού, και είναι και η μόνη θεωρία που συμπεριλαμβάνει τον γνωστικό και τον κινητικό τομέα. Ωστόσο, οι περιορισμοί της θεωρίας αυτής εντοπίζονται στο ότι δεν παρουσιάζουν όλα τα άτομα ελλείψεις στις ΕΛ και στα άτομα που εντοπίζονται ελλείψεις δεν επικρατεί το ίδιο μοτίβο δυσλειτουργιών των ΕΛ (Rajendran&Mitchell, 2007).

Θεωρία της Κεντρικής Συνοχής

Η θεωρία της Κεντρικής Συνοχής ή αλλιώς της Αδύναμης-Ασθενούς Κεντρικής Συνοχής (ΑΚΣ) ορίζεται ως η ικανότητα του ατόμου να συγκεντρώνει διάφορα δεδομένα από το περιβάλλον, ώστε να σχηματίσει μια γενική εικόνα μιας κατάστασης, χωρίς να θυμάται με σαφήνεια τις λεπτομέρειες (Happe, 1999). Βασιζόμενοι σε αυτήν την ικανότητα, τα άτομα μπορούν να αναγνωρίσουν την κατάλληλη έννοια των διφορούμενων λέξεων για κάθε περίσταση (Firth & Happe, 2003).Στη θεωρία αυτή, τα τυπικά αναπτυσσόμενα άτομα επεξεργάζονται τις πληροφορίες με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε να οδηγούνται σε ένα κεντρικό νόημα. Αντίθετα, τα άτομα με ΔΑΦ, χαρακτηρίζονται από αδύναμη κεντρική συνοχή και επεξεργάζονται τις πληροφορίες αποσπασματικά και δίνοντας έμφαση στις λεπτομέρειες.

Ενδότερα, τα άτομα με ΔΑΦ, φέρουν θετικά αποτελέσματα σε δραστηριότητες που απαιτούν προσοχή στη λεπτομέρεια, ενώ δυσκολεύονται σε δραστηριότητες που απαιτούν να αντιληφθούν γενικά συμπεράσματα (Frith & Happe, 2003). Αυτή η ιδιαιτερότητα στην επεξεργασία της πληροφορίας στα άτομα με ΔΑΦ, πιθανόν να είναι υπεύθυνη για την ιδιαίτερη έφεση που παρουσιάζουν στα μαθηματικά, στη μουσική και στα πάζλ (Happe, 1999). Εν κατακλείδι, η θεωρία της Κεντρικής συνοχής δεν αναφέρεται σε κάποια δυσλειτουργία ή έλλειψη των ατόμων με ΔΑΦ, αλλά ως ένας ιδιαίτερος τρόπος πρόσληψης της πληροφορίας. Ως εκ τούτου, τα άτομα με ΔΑΦ τείνουν να αναγνωρίζουν γρηγορότερα ένα ερέθισμα σε τοπικό επίπεδο και δυσκολεύονται να εντοπίσουν ένα ερέθισμα σε ολιστικό επίπεδο, που αποτελείται από επιμέρους στοιχεία (Mottron & Belleville, 1993). 


Συμπεράσματα

Συνοψίζοντας, καταλήγουμε στο ότι οι Διαταραχές Αυτιστικού Φάσματος σχετίζονται με προβλήματα ανάπτυξης του κεντρικού νευρικού συστήματος του ατόμου. Τα άτομα με ΔΑΦ παρουσιάζουν ελλείψεις στις κοινωνικές, επικοινωνιακές και γνωστικές τους δεξιότητες. Όπως και όλα τα άτομα με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες διαφοροποιούνται από τον τυπικά αναπτυσσόμενο πληθυσμό και όπως κάθε άτομο, έχουν πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα. Αδιαμφισβήτητα, οι θεωρίες που έχουν δημιουργηθεί γύρω από το φάσμα του αυτισμού βοηθάνε στη σκιαγράφηση και στην ερμηνεία ενός βασικού προφίλ των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν τα άτομα με ΔΑΦ, ωστόσο δεν είναι επαρκείς. Οι θεωρίες που αναλύουν το φαινόμενο του αυτισμού δεν έχουν οριοθετήσει μια ευρέως κοινή αντίληψη για την αιτιολόγηση του αυτιστικού φάσματος και ως εκ τούτου οι θεραπευτικές παρεμβάσεις βασίζονται σε μεμονωμένα κλινικά χαρακτηριστικά. Τα άτομα με ΔΑΦ χρήζουν ειδικών θεραπευτικών εκπαιδευτικών παρεμβάσεων που θα τους βοηθήσουν να βελτιώσουν τις αδυναμίες τους και να αναπτύξουν τα δυνατά τους σημεία, ώστε να ενταχθούν και να εναρμονιστούν πιο εύκολα στην κοινωνία. Εν κατακλείδι, η προώθηση της επιστήμης της Ειδικής αγωγής και δη της Ενιαίας Εκπαίδευσης, θα ωφελήσει στο μέγιστο τα άτομα με ΔΑΦ. 

Της Εκπαιδευτικού και Μεταπτυχιακής Φοιτήτριας,  Λιγκάκη Πασχαλίνας


 

Όλες οι σημαντικές ειδήσεις σήμερα

Επίδομα 534€: Πότε πληρώνονται οι αναστολές Απριλίου

Οργανικά κενά 2021: Τα επίσημα στοιχεία του υπουργείου Παιδείας

Πρεμιέρα για τα σχολεία - Μόνο με αρνητικό self test η είσοδος στην τάξη

Το Κορυφαίο Μοριοδοτούμενο σεμινάριο στην ΕΙΔΙΚΗ ΑΓΩΓΗ του Παν.Αιγαίου ΧΩΡΙΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ!

Μόρια για Προσλήψεις - ΑΣΕΠ - Μεταπτυχιακά με ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗ ΑΓΓΛΙΚΩΝ LTE του GoLearn - ΤΗΛΕΞΕΤΑΣΗ ΜΟΝΟ σε Reading - Listening

ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΩΝ για ΑΣΕΠ σε 10 ημέρες εξ αποστάσεως με ΔΩΡΕΑΝ ΕΠΑΝΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ 97% ΕΠΙΤΥΧΙΑ

σχετικά άρθρα

vomvardismoi gaza
Χάος στη Λωρίδα της Γάζας: 20 νεκροί και δεκάδες τραυματίες (Videos)
Βομβαρδισμοί του Ισραήλ στη Λωρίδα της Γάζας και ρουκέτες στα ισραηλινά εδάφη από τη Χαμάς - Δεκάδες νεκροί και τραυματίες, ανάμεσά τους και παιδιά
Χάος στη Λωρίδα της Γάζας: 20 νεκροί και δεκάδες τραυματίες (Videos)
koronoios sxoleia
Σχολεία-Μεσολόγγι: Σφοδρή αντίδραση της ΕΛΜΕ για το άνοιγμα
Την απόφαση του υπουργείου Παιδείας για άνοιγμα των σχολείων στο Μεσολόγγι την Τρίτη καταγγέλλει η Α' ΕΛΜΕ Αιτωλοακαρνανίας, μετά την έκρηξη των...
Σχολεία-Μεσολόγγι: Σφοδρή αντίδραση της ΕΛΜΕ για το άνοιγμα
Μένιος Φουρθιώτης: Δεν θυμάμαι, δεν γνωρίζω, είμαι αθώος
Αθώος δηλώνει ο Μένιος Φουρθιώτης, όπως και οι δύο συγκατηγορούμενοί του - Με ομόφωνη απόφαση ανακριτή και εισαγγελέα κρίθηκαν προσωρινά κρατούμενοι...
Μένιος Φουρθιώτης: Δεν θυμάμαι, δεν γνωρίζω, είμαι αθώος