Υπουργείο Παιδείας: Οι επίσημες οδηγίες για Γυμνάσια και Λύκεια το σχολικό έτος 2026-2027

Εκπαίδευση 0

«Δεν αντέχω άλλο»: 287 διευθυντές σχολείων είπαν “ως εδώ” - Γιατί οι εκπαιδευτικοί αρχίζουν να κοιτούν προς την έξοδο Γιατί όλο και περισσότεροι εκπαιδευτικοί κοιτούν προς την έξοδο

δασκαλος
Google Logo Μάθε πρώτος όλες τις σημαντικές ειδήσεις. Βάλε το alfavita.gr στα αποτελέσματα αναζήτησης της Google
Πίσω από τους αριθμούς, ένα επάγγελμα που πιέζεται από την εκπαιδευτική πολιτική, την οικονομική υποβάθμιση, τη γραφειοκρατία και μια σχολική καθημερινότητα που γίνεται ολοένα δυσκολότερη

Υπάρχει μια φράση που ακούγεται πλέον όλο και συχνότερα στα γραφεία των εκπαιδευτικών, στους διαδρόμους μετά το τελευταίο κουδούνι, στις συζητήσεις συναδέλφων που μετρούν ακόμη πολλά χρόνια μέχρι τη σύνταξη και, το πιο ανησυχητικό, ακόμη και από ανθρώπους που κάποτε έλεγαν με βεβαιότητα ότι δεν θα μπορούσαν να φανταστούν τον εαυτό τους μακριά από την τάξη: «Δεν αντέχω άλλο».

Δεν την λένε απαραίτητα άνθρωποι που κουράστηκαν να διδάσκουν, ούτε εκπαιδευτικοί που έχασαν το ενδιαφέρον τους για τα παιδιά ή τη σχέση τους με το σχολείο, αλλά πολλές φορές ακριβώς εκείνοι που εξακολουθούν να αγαπούν το μάθημα και να βρίσκουν νόημα στη σχέση με τους μαθητές τους, αισθανόμενοι όμως ότι γύρω από αυτό που κάποτε θεωρούσαν τον πυρήνα του επαγγέλματός τους έχει χτιστεί ένα ολοένα πυκνότερο πλέγμα διοικητικής πίεσης, αξιολογικών μηχανισμών, γραφειοκρατίας, οικονομικής ανασφάλειας, μετακινήσεων, συγκρούσεων και καθημερινής φθοράς, το οποίο τελικά τους απομακρύνει από αυτό για το οποίο μπήκαν στην εκπαίδευση.

Πρόκειται για μια νέα μορφή επαγγελματικής εξουθένωσης που δεν γεννιέται μόνο από το πλήθος των υποχρεώσεων ή από την ένταση της καθημερινής εργασίας, αλλά και από την αίσθηση ότι το επάγγελμα χάνει σταδιακά την αυτονομία, την κοινωνική του αναγνώριση και, κυρίως, το νόημα που το έκανε ελκυστικό για πολλές γενιές εκπαιδευτικών.

Και ίσως ακριβώς εκεί βρίσκεται το πιο ανησυχητικό στοιχείο της σημερινής κατάστασης, γιατί δεν έχουμε πλέον μόνο εκπαιδευτικούς που ολοκληρώνουν φυσιολογικά τον εργασιακό τους βίο και συνταξιοδοτούνται, αλλά και ανθρώπους που ζητούν να απομακρυνθούν από θέσεις ευθύνης τις οποίες οι ίδιοι επέλεξαν και διεκδίκησαν, άλλους που προτιμούν να μείνουν για μήνες ή και χρόνια χωρίς αποδοχές προκειμένου να αποστασιοποιηθούν από το επάγγελμα, αναπληρωτές που παραιτούνται γνωρίζοντας ακόμη και τις διοικητικές συνέπειες της απόφασής τους και, ίσως πιο ανησυχητικά από όλους, εκπαιδευτικούς που παραμένουν κανονικά μέσα στην τάξη, αλλά ομολογούν ότι έχουν ήδη «παραιτηθεί μέσα τους».

287 στελέχη άφησαν θέσεις ευθύνης μόνο στην Αττική

Τα τελευταία στοιχεία από το ΑΠΥΣΠΕ Αττικής είναι δύσκολο να περάσουν απαρατήρητα, καθώς, σύμφωνα με ενημέρωση της ΔΑΚΕ/ΠΕ μετά τις συνεδριάσεις της 8ης και 9ης Σεπτεμβρίου, μέσα στα περίπου τρία χρόνια που έχουν περάσει από τις τελευταίες επιλογές στελεχών έχουν καταγραφεί στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση της Αττικής 287 παραιτήσεις διευθυντών σχολείων και προϊσταμένων νηπιαγωγείων, 382 άδειες άνευ αποδοχών, ενώ οι φετινές αφυπηρετήσεις έφτασαν τις 746, την ώρα που μόνο τα δύο προηγούμενα χρόνια είχαν συνταξιοδοτηθεί άλλοι 1.546 εκπαιδευτικοί.

Μορφή αποχώρησηςΑριθμός
Παραιτήσεις διευθυντών και προϊσταμένων287
Άδειες άνευ αποδοχών382
Φετινές αφυπηρετήσεις746
Συνταξιοδοτήσεις δύο προηγούμενων ετών1.546

Και οι αριθμοί αυτοί, όπως επισημαίνουν οι ίδιοι οι αιρετοί, δεν περιλαμβάνουν όσους επέλεξαν να συνταξιοδοτηθούν λίγο νωρίτερα και με αυτόν τον τρόπο να αποδεσμευτούν από θέσεις ευθύνης, ούτε εκείνους που υπέβαλαν αίτηση απαλλαγής από τα καθήκοντά τους αλλά το αίτημά τους απορρίφθηκε, γεγονός που σημαίνει ότι η πραγματική έκταση της τάσης αποχώρησης από διοικητικές θέσεις μπορεί να είναι ακόμη μεγαλύτερη από εκείνη που αποτυπώνεται στους επίσημους αριθμούς.

Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι οι αριθμοί συνεχίζουν να ανεβαίνουν, καθώς λίγους μήνες νωρίτερα οι καταγεγραμμένες παραιτήσεις στελεχών ήταν 283 και οι άδειες άνευ αποδοχών 371, κάτι που δείχνει ότι δεν πρόκειται για μια στατική φωτογραφία μιας παλαιότερης περιόδου αλλά για μια διαδικασία που βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη.

Γιατί εγκαταλείπει κάποιος μια θέση που ο ίδιος διεκδίκησε;

Αξίζει να σταθεί κανείς ιδιαίτερα στις 287 παραιτήσεις διευθυντών και προϊσταμένων, επειδή οι συγκεκριμένοι εκπαιδευτικοί δεν βρέθηκαν τυχαία στις θέσεις αυτές, αλλά υπέβαλαν αίτηση, αξιολογήθηκαν, συγκέντρωσαν προσόντα, πέρασαν από διαδικασίες επιλογής και τελικά ανέλαβαν μια θέση ευθύνης γνωρίζοντας ότι αυτή συνεπάγεται αυξημένο φόρτο εργασίας και μεγαλύτερη ευθύνη.

Όταν λοιπόν εκατοντάδες από αυτούς ζητούν μέσα σε λίγα χρόνια να απαλλαγούν από τα καθήκοντά τους, η εύκολη εξήγηση ότι κάποιοι «δεν άντεξαν την ευθύνη» δεν είναι επαρκής, καθώς θα πρέπει να εξεταστεί και το πώς έχει μεταμορφωθεί η ίδια η θέση του διευθυντή, ο οποίος καλείται σήμερα να διαχειρίζεται ταυτόχρονα κενά εκπαιδευτικών, προσωπικό, πλατφόρμες, αξιολόγηση, σχέδια δράσης, διοικητικές προθεσμίες, αλληλογραφία, γονείς, περιστατικά μαθητικής συμπεριφοράς, συγκρούσεις, ελλείψεις σε υποδομές και μια αδιάκοπη ροή νέων οδηγιών και εγκυκλίων.

Χρειάζεται να αναρωτηθούμε αν μια θέση που υποτίθεται ότι θα έπρεπε να αποτελεί χώρο παιδαγωγικής πρωτοβουλίας και διοικητικής δημιουργίας έχει μετατραπεί σταδιακά σε θέση φθοράς, όπου ο διευθυντής λειτουργεί λιγότερο ως συντονιστής μιας σχολικής κοινότητας και περισσότερο ως διεκπεραιωτής ενός συνεχώς αυξανόμενου διοικητικού όγκου.

382 εκπαιδευτικοί επιλέγουν να μείνουν χωρίς αποδοχές

Εξίσου αποκαλυπτικό είναι το στοιχείο των 382 αδειών άνευ αποδοχών, γιατί μια τέτοια άδεια σημαίνει ότι ο εργαζόμενος επιλέγει, για προσωπικούς, οικογενειακούς, επαγγελματικούς ή άλλους λόγους, να απομακρυνθεί προσωρινά από την εργασία του γνωρίζοντας ότι για το αντίστοιχο διάστημα δεν θα λαμβάνει μισθό.

Προφανώς θα ήταν αυθαίρετο να υποστηριχθεί ότι και οι 382 περιπτώσεις οφείλονται στην εργασιακή εξουθένωση, αφού πίσω από κάθε άδεια υπάρχουν διαφορετικές προσωπικές ιστορίες και ανάγκες, όταν όμως ένας τόσο μεγάλος αριθμός εμφανίζεται δίπλα σε εκατοντάδες παραιτήσεις στελεχών, χιλιάδες συνταξιοδοτήσεις και συνεχείς μαρτυρίες επαγγελματικής κόπωσης, αποτελεί τουλάχιστον ένα σοβαρό προειδοποιητικό σήμα που θα έπρεπε να μελετηθεί συστηματικά και όχι να αντιμετωπιστεί ως μια ακόμη διοικητική στατιστική.

Ιδιαίτερη σημασία έχει μάλιστα ότι η ίδια η ΔΑΚΕ/ΠΕ, παρά το γεγονός ότι χαιρετίζει τους δεκάδες χιλιάδες μόνιμους διορισμούς και την ίδρυση νέων Τμημάτων Ένταξης, κάνει ταυτόχρονα λόγο για φαινόμενο εργασιακής εξουθένωσης που οδηγεί εκπαιδευτικούς να απομακρύνονται τόσο από θέσεις ευθύνης όσο και από την ίδια την εκπαίδευση, κάτι που δείχνει ότι το πρόβλημα δεν μπορεί εύκολα να αποδοθεί σε μια απλή αντιπολιτευτική ή συνδικαλιστική υπερβολή.

Πάνω από 5.000 αποχωρήσεις πανελλαδικά

Η εικόνα της Αττικής δεν αποτελεί απομονωμένη περίπτωση, καθώς σύμφωνα με στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί οι αιτήσεις παραίτησης και οι αυτοδίκαιες αποχωρήσεις εκπαιδευτικών σε Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, μετά τις ανακλήσεις, έφτασαν το 2026 τις 5.043, αριθμός που από μόνος του δεν αποδεικνύει ότι υπάρχει μαζικό κύμα burnout, αλλά σίγουρα δείχνει μια ιδιαίτερα έντονη κινητικότητα στο εκπαιδευτικό προσωπικό.

Ένα σημαντικό μέρος αυτών των αποχωρήσεων αφορά ανθρώπους που έχουν συμπληρώσει τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, ωστόσο στον χώρο της εκπαίδευσης ακούγεται όλο και συχνότερα ότι εκπαιδευτικοί οι οποίοι θα μπορούσαν να παραμείνουν για αρκετά ακόμη χρόνια επιλέγουν να φύγουν μόλις θεμελιώσουν δικαίωμα σύνταξης, ακόμη και αν γνωρίζουν ότι με αυτόν τον τρόπο θα έχουν χαμηλότερο μελλοντικό εισόδημα.

Κάποτε πολλοί εκπαιδευτικοί αναρωτιούνταν πόσα χρόνια ακόμη μπορούν να εργαστούν, να συνεχίσουν να διδάσκουν και να μείνουν ενεργοί μέσα στο σχολείο, ενώ σήμερα για ένα μέρος του κλάδου το ερώτημα φαίνεται να έχει αντιστραφεί και να γίνεται όλο και πιο συχνά «πότε μπορώ επιτέλους να φύγω;».

Οι αναπληρωτές που παραιτούνται ενώ γνωρίζουν τις συνέπειες

Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των αναπληρωτών, καθώς έχουν καταγραφεί χιλιάδες περιπτώσεις ανθρώπων που είτε δεν ανέλαβαν υπηρεσία μετά την πρόσληψή τους είτε παραιτήθηκαν λίγο αργότερα, παρότι γνώριζαν ότι μια τέτοια απόφαση μπορεί να έχει επιπτώσεις στη δυνατότητα συμμετοχής τους σε επόμενες φάσεις προσλήψεων.

Το ερώτημα είναι εύλογο: γιατί ένας άνθρωπος που περίμενε χρόνια στους πίνακες, συγκέντρωνε μόρια, δήλωνε περιοχές και αγωνιούσε για το αν θα προσληφθεί, φτάνει τελικά στο σημείο να αρνηθεί τη θέση που τόσο πολύ προσπάθησε να αποκτήσει;

Για πολλούς η απάντηση βρίσκεται στην απλή αριθμητική μιας καθημερινότητας όπου ο μισθός πρέπει να καλύψει ενοίκιο σε τουριστική περιοχή, δεύτερο σπίτι, λογαριασμούς, ακτοπλοϊκά εισιτήρια, καύσιμα, διόδια, διατροφή και συνεχείς μετακινήσεις, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις η κατοικία που βρίσκει ο εκπαιδευτικός είναι διαθέσιμη μόνο μέχρι την άνοιξη, όταν ο ιδιοκτήτης επιθυμεί να την επιστρέψει στην τουριστική αγορά.

Κάπως έτσι, η πολυπόθητη πρόσληψη μπορεί να μετατραπεί μέσα σε λίγες ημέρες σε μια σκληρή οικονομική εξίσωση που οδηγεί έναν νέο άνθρωπο να αναρωτηθεί αν τελικά πληρώνει για να έχει το δικαίωμα να εργάζεται.

Από το μάθημα στην απόδειξη ότι έγινε μάθημα

Υπάρχει όμως και μια άλλη μορφή κόπωσης, η οποία δεν φαίνεται στον τραπεζικό λογαριασμό αλλά καταναλώνει εξίσου την ενέργεια των εκπαιδευτικών, και αυτή είναι η αίσθηση ότι το επάγγελμα μετακινείται σταδιακά από το «διδάσκω» προς το «αποδεικνύω συνεχώς ότι διδάσκω».

Πλατφόρμες, δείκτες, σχέδια δράσης, αξιολογήσεις, αποτιμήσεις, πρακτικά, καταχωρίσεις, προγράμματα, επιμορφώσεις, εγκύκλιοι και προθεσμίες συσσωρεύονται πάνω στο βασικό παιδαγωγικό έργο, δημιουργώντας σε πολλούς την αίσθηση ότι ο χρόνος που θα έπρεπε να αφιερώνεται στην προετοιμασία του μαθήματος, στη διόρθωση, στη συζήτηση με έναν μαθητή που δυσκολεύεται ή στη συνεργασία με έναν συνάδελφο μετατρέπεται σταδιακά σε χρόνο διοικητικής διεκπεραίωσης.

Αναφερόμαστε στη «σιωπηλή κόπωση» πίσω από τον πίνακα, όπου ο εκπαιδευτικός δεν εξαντλείται μόνο επειδή έχει περισσότερα πράγματα να κάνει, αλλά επειδή αισθάνεται ότι μεγάλο μέρος αυτών των πραγμάτων απομακρύνεται από τον παιδαγωγικό πυρήνα της δουλειάς του και εντάσσεται σε μια λογική συνεχούς καταγραφής, ελέγχου και λογοδοσίας.

Το παράδοξο είναι προφανές, αφού από τη μία πλευρά ζητείται από τον εκπαιδευτικό να είναι δημιουργικός, αυθόρμητος, καινοτόμος, εμπνευσμένος και διαθέσιμος για τα παιδιά και από την άλλη οικοδομείται γύρω του ένα όλο και πιο πυκνό σύστημα που του ζητά να καταγράφει, να αποδεικνύει, να τεκμηριώνει και να συμπληρώνει, σε μια πραγματικότητα όπου κάποτε η πιο σημαντική παιδαγωγική πράξη της ημέρας μπορεί να είναι μια συζήτηση πέντε λεπτών με έναν μαθητή που δεν θα καταγραφεί σε καμία πλατφόρμα.

Το πειθαρχικό κλίμα και η αίσθηση διαρκούς πίεσης

Στη συσσωρευμένη αυτή κόπωση προστίθεται και το κλίμα που έχει δημιουργηθεί τα τελευταία χρόνια γύρω από την αξιολόγηση, τις πειθαρχικές διαδικασίες και τις συγκρούσεις μεταξύ εκπαιδευτικών, διοίκησης και υπουργείου, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις όπου η συμμετοχή σε συλλογικές κινητοποιήσεις έχει οδηγήσει σε παραπομπές ή άλλες διοικητικές συνέπειες.

Ανεξάρτητα από τη θέση που μπορεί να έχει κανείς για την ανάγκη αξιολόγησης στην εκπαίδευση, υπάρχει ένα ουσιαστικό ερώτημα που δεν μπορεί να παρακαμφθεί: πόσο δημιουργικός, ανοιχτός και παιδαγωγικά τολμηρός μπορεί να είναι ένας εκπαιδευτικός όταν αισθάνεται ότι οποιαδήποτε σύγκρουση με τη διοικητική ιεραρχία ενδέχεται να μετατραπεί σε υπηρεσιακή ή πειθαρχική περιπέτεια;

Μέσα σε αυτή την εικόνα θα ήταν άδικο και ανακριβές να παρουσιαστούν συλλήβδην οι γονείς και οι μαθητές ως αντίπαλοι των εκπαιδευτικών, αφού στη μεγάλη πλειονότητα των περιπτώσεων οι γονείς επιθυμούν συνεργασία με το σχολείο και οι μαθητές αναζητούν, ακόμη κι αν δεν το εκφράζουν πάντα με εύκολο τρόπο, μια σχέση εμπιστοσύνης με τους εκπαιδευτικούς τους.

Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις στις οποίες η φυσιολογική αγωνία ενός γονιού μετατρέπεται σε απαίτηση συνεχούς δικαίωσης του παιδιού του, σε αμφισβήτηση κάθε παιδαγωγικής παρατήρησης, σε πίεση για αλλαγή βαθμού, σε απειλές καταγγελιών, εξωδίκων ή μηνύσεων, με αποτέλεσμα ο εκπαιδευτικός να αρχίζει να σκέφτεται πριν από κάθε δύσκολη απόφαση όχι μόνο τι είναι παιδαγωγικά σωστό, αλλά και αν αυτή η απόφαση θα τον οδηγήσει αργότερα να απολογείται.

Όταν όμως ο φόβος του «μήπως μπλέξω» αρχίζει να προηγείται της παιδαγωγικής κρίσης, τότε έχει ήδη χαθεί ένα από τα βασικότερα στοιχεία λειτουργίας του σχολείου, δηλαδή η αμοιβαία εμπιστοσύνη ανάμεσα στον εκπαιδευτικό και στην οικογένεια.

Παράλληλα, μέσα στις τάξεις εμφανίζονται ολοένα πιο σύνθετες συμπεριφορές μαθητών, από λεκτικές επιθέσεις, έντονες συγκρούσεις και δυσκολία αποδοχής ορίων μέχρι προβληματική χρήση κινητών, καταγραφή περιστατικών σε βίντεο και μεταφορά της σχολικής σύγκρουσης στα κοινωνικά δίκτυα, όπου ένα επεισόδιο που παλαιότερα τελείωνε στο κουδούνι μπορεί σήμερα να συνεχίζεται για ώρες ή ημέρες μπροστά σε εκατοντάδες θεατές.

Αυτό δεν σημαίνει ότι «χάλασαν τα παιδιά», γιατί τα παιδιά δεν μεγαλώνουν σε κοινωνικό κενό αλλά μεταφέρουν στο σχολείο την ένταση, την ανασφάλεια, την επιθετικότητα, τον ανταγωνισμό, την κουλτούρα της οθόνης και τις ψυχοκοινωνικές δυσκολίες της κοινωνίας μέσα στην οποία ζουν, το πρόβλημα όμως είναι ότι όλα αυτά καταλήγουν μέσα σε μια αίθουσα όπου ένας εκπαιδευτικός καλείται συχνά να τα διαχειριστεί μόνος του μαζί με 25 ή 27 μαθητές.

Ένας άνθρωπος που πρέπει να είναι τα πάντα

Κάπως έτσι ο σύγχρονος δάσκαλος ή καθηγητής καλείται να είναι ταυτόχρονα εκπαιδευτικός, παιδαγωγός, ψυχολόγος, κοινωνικός λειτουργός, διαμεσολαβητής, γραμματέας, υπεύθυνος πλατφορμών, διοργανωτής δράσεων, τεχνικός όταν δεν λειτουργεί ο εξοπλισμός και διαχειριστής κρίσεων όταν ένα περιστατικό ξεφεύγει από τα συνηθισμένα.

Και όλα αυτά πρέπει να γίνουν χωρίς να ξεχαστεί ότι ταυτόχρονα πρέπει να ολοκληρωθεί η ύλη, να αξιολογηθούν οι μαθητές, να διορθωθούν γραπτά, να υποστηριχθούν όσοι έχουν μαθησιακές δυσκολίες, να κινητοποιηθούν όσοι έχουν χάσει το ενδιαφέρον τους, να επικοινωνήσει το σχολείο με τις οικογένειες και να εφαρμοστούν όλες οι νέες οδηγίες που έρχονται από τη διοίκηση.

Το πραγματικά παράδοξο είναι ότι, αφού διαχειριστεί όλα αυτά, ο εκπαιδευτικός πρέπει την επόμενη ώρα να ανοίξει την πόρτα της τάξης και να παρουσιαστεί μπροστά στα παιδιά ήρεμος, συγκεντρωμένος, υπομονετικός και διαθέσιμος, σαν τίποτε από όλα αυτά να μην τον αφορά.

Η πιο επικίνδυνη παραίτηση δεν καταγράφεται

Υπάρχει όμως και μια μορφή παραίτησης που δεν εμφανίζεται σε κανέναν υπηρεσιακό πίνακα, δεν συνοδεύεται από αίτηση, δεν παίρνει αριθμό πρωτοκόλλου και δεν περνά από κανένα υπηρεσιακό συμβούλιο, αλλά ίσως είναι η πιο επικίνδυνη για το ίδιο το σχολείο.

Είναι η εσωτερική αποχώρηση του ανθρώπου που εξακολουθεί να πηγαίνει κανονικά στη δουλειά του, να κάνει τις ώρες του, να συμπληρώνει τα απαραίτητα έγγραφα και να εκτελεί όσα του ζητούνται, αλλά σταματά σταδιακά να προτείνει, να δημιουργεί, να παίρνει πρωτοβουλίες, να επενδύει συναισθηματικά στη σχολική κοινότητα και να δίνει εκείνο το «κάτι παραπάνω» που για δεκαετίες κρατούσε όρθιο ένα μεγάλο μέρος της δημόσιας εκπαίδευσης.

Δεν συμβαίνει απαραίτητα επειδή ο συγκεκριμένος άνθρωπος έγινε ξαφνικά αδιάφορος, αλλά επειδή μέσα από μια μακρά διαδικασία φθοράς έχει μάθει ότι κάθε επιπλέον προσπάθεια κοστίζει περισσότερο απ' όσο αντέχει και αναγνωρίζεται λιγότερο απ' όσο θα έπρεπε.

Αυτό είναι ίσως το πραγματικό quiet quitting της εκπαίδευσης, και είναι πολύ πιο δύσκολο να μετρηθεί από τις 287 παραιτήσεις στελεχών ή τις 382 άδειες άνευ αποδοχών.

Όταν φεύγει ένας έμπειρος εκπαιδευτικός, δεν αδειάζει απλώς μία θέση

Η εκπαίδευση δεν είναι μια γραμμή παραγωγής όπου ένας εργαζόμενος αντικαθίσταται από έναν άλλον και όλα συνεχίζουν να λειτουργούν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, γιατί όταν ένας έμπειρος εκπαιδευτικός αποχωρεί πρόωρα παίρνει μαζί του γνώσεις και δεξιότητες που δεν αποτυπώνονται σε κανένα οργανόγραμμα και δεν αντικαθίστανται αυτόματα με μια νέα πρόσληψη.

Παίρνει μαζί του την εμπειρία να καταλαβαίνει από ένα βλέμμα ότι ένα παιδί δεν είναι καλά, την ικανότητα να σταματά μια σύγκρουση πριν πάρει μεγαλύτερες διαστάσεις, τη γνώση του πότε πρέπει να επιμείνει σε έναν κανόνα και πότε πρέπει απλώς να ακούσει, την ικανότητα να στηρίξει έναν νεότερο συνάδελφο και εκείνη την άτυπη μνήμη της σχολικής κοινότητας που χτίζεται μόνο μέσα από χρόνια πραγματικής παρουσίας.

Αυτά δεν καταγράφονται σε κανέναν δείκτη, δεν αποκτώνται σε ένα σεμινάριο και δεν αντικαθίστανται από μια πλατφόρμα αξιολόγησης.

Μήπως πρέπει επιτέλους να ρωτήσουμε γιατί θέλουν να φύγουν;

Η εύκολη λύση είναι κάθε χρόνο να μετριούνται οι αποχωρήσεις, να υπολογίζονται τα κενά και να προγραμματίζονται νέοι διορισμοί και προσλήψεις αναπληρωτών για να καλυφθούν, όμως η πολύ πιο δύσκολη και ουσιαστική συζήτηση είναι γιατί δημιουργούνται συνεχώς νέες ανάγκες και γιατί άνθρωποι που βρίσκονται ήδη μέσα στο εκπαιδευτικό σύστημα επιλέγουν να εγκαταλείψουν θέσεις ευθύνης, να πάρουν άδεια χωρίς αποδοχές, να αποχωρήσουν με την πρώτη δυνατότητα συνταξιοδότησης ή να αναζητήσουν μια διαφορετική επαγγελματική ζωή.

Η απάντηση δεν μπορεί να περιορίζεται σε ακόμη ένα σεμινάριο για την «ανθεκτικότητα» των εκπαιδευτικών, γιατί δεν είναι λογικό ένα σύστημα να δημιουργεί συνθήκες εξουθένωσης και στη συνέχεια να εκπαιδεύει τους ανθρώπους του στο πώς θα αντέχουν καλύτερα την εξουθένωση.

Χρειάζονται αξιοπρεπείς μισθοί, ουσιαστική στεγαστική στήριξη για όσους υπηρετούν μακριά από τον τόπο κατοικίας τους, μικρότερα τμήματα, λιγότερη άσκοπη γραφειοκρατία, περισσότερο μόνιμο προσωπικό, ψυχολόγοι και κοινωνικοί λειτουργοί στα σχολεία, θεσμική προστασία απέναντι σε κακοποιητικές συμπεριφορές, δημοκρατικές διοικήσεις που συντονίζουν αντί να τρομοκρατούν και, πάνω απ' όλα, ένα περιβάλλον που να επιστρέφει στον εκπαιδευτικό το αίσθημα ότι η Πολιτεία τον εμπιστεύεται.

Γιατί το πραγματικό πρόβλημα του ελληνικού σχολείου δεν θα εμφανιστεί μόνο τη στιγμή που δεν θα υπάρχουν αρκετοί υποψήφιοι για να καλυφθούν τα κενά του, αλλά θα έχει εμφανιστεί πολύ νωρίτερα, όταν οι άνθρωποι που βρίσκονται ήδη μέσα στις τάξεις θα έχουν αρχίσει να κοιτούν προς την έξοδο και όταν ένας καλός εκπαιδευτικός, κλείνοντας την πόρτα μετά το τελευταίο κουδούνι, αντί να σκέφτεται τι μπορεί να κάνει καλύτερα την επόμενη ημέρα θα αναρωτιέται μόνο «πώς μπορώ να φύγω;».

Και όταν αυτή η ερώτηση ακούγεται από όλο και περισσότερους ανθρώπους του σχολείου, ίσως είναι καιρός η Πολιτεία να σταματήσει να αναρωτιέται πόσο ακόμη μπορούν να αντέξουν και να αρχίσει να αναρωτιέται τι πρέπει να αλλάξει ώστε να θέλουν να μείνουν.

0 Δείτε τα σχόλια

Όλες οι σημαντικές ειδήσεις στο alfavita.gr

Γιώργος Λεβεντίδης: Στα 17 του από το Ζάννειο στο Durham – Ο μαθητής που ξεπέρασε τα όρια του σχολικού προγράμματος

Κλειδιά πάνω στην πόρτα τη νύχτα: Είναι τελικά σωστό ή λάθος;

Google Logo Μάθε πρώτος όλες τις σημαντικές ειδήσεις. Βάλε το alfavita.gr στα αποτελέσματα αναζήτησης της Google
Viber Ακολουθήστε το Αlfavita στο Viber

εκπαίδευση