Οι λογαριασμοί ηλεκτρικού ρεύματος εξακολουθούν να πιέζουν τα νοικοκυριά, με ένα σημαντικό μέρος του κόστους να συνδέεται με τις ρευματοκλοπές και τις ανεξόφλητες οφειλές. Την ίδια ώρα, οι παρεμβάσεις που παρουσιάστηκαν στη ΔΕΘ για τη μείωση του ενεργειακού κόστους δεν αναμένεται να αποτυπωθούν άμεσα στους λογαριασμούς, καθώς βασίζονται κυρίως σε επενδύσεις στην πράσινη ενέργεια που χρειάζονται αρκετά χρόνια για να αποδώσουν.
Το ζήτημα της αποθήκευσης ενέργειας βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο, καθώς η αύξηση των φωτοβολταϊκών και των αιολικών πάρκων δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη ανάπτυξη υποδομών που μπορούν να αποθηκεύουν την παραγόμενη ενέργεια.
Το μεγάλο κενό στις μπαταρίες
Η Ελλάδα διαθέτει σήμερα εγκατεστημένη αποθηκευτική ισχύ περίπου 0,7 GW, ενώ ο στόχος που τίθεται είναι να ξεπερνά τα 2-2,5 GW. Η ενίσχυση της αποθήκευσης θεωρείται κρίσιμη για την καλύτερη αξιοποίηση της πράσινης ενέργειας και τη συγκράτηση της χονδρεμπορικής τιμής του ηλεκτρικού ρεύματος.
Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο την παραγωγή ενέργειας, αλλά και το τι συμβαίνει όταν αυτή παράγεται σε ποσότητες που δεν μπορούν να καταναλωθούν άμεσα. Οι μπαταρίες μπορούν να λειτουργήσουν ως «γέφυρα», αποθηκεύοντας την ενέργεια όταν υπάρχει περίσσευμα και αποδίδοντάς την στο δίκτυο όταν υπάρχει μεγαλύτερη ζήτηση.
Σημαντική επιβάρυνση δημιουργούν παράλληλα οι ρευματοκλοπές και τα ανεξόφλητα χρέη. Το ποσοστό των ρευματοκλοπών στην Ευρωπαϊκή Ένωση υπολογίζεται στο 2,1%, ενώ στην Ελλάδα φτάνει στο 5,5%, με τη διαφορά να αποτυπώνει το μέγεθος του προβλήματος.
Στο μεταξύ, οι συνολικές οφειλές στον ενεργειακό τομέα υπολογίζονται περίπου στα 3 δισ. ευρώ. Μέρος αυτών συνδέεται με τον λεγόμενο «ενεργειακό τουρισμό», δηλαδή την πρακτική κατά την οποία καταναλωτές αλλάζουν διαδοχικά πάροχο αφήνοντας ανεξόφλητες οφειλές πίσω τους.
Το κόστος αυτών των απωλειών δεν εξαφανίζεται. Μεταφέρεται στο συνολικό κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας και τελικά επιβαρύνει και τους καταναλωτές που είναι συνεπείς στις πληρωμές τους.
Πώς τα 100 ευρώ μπορούν να γίνουν 60
Το μέγεθος της επιβάρυνσης αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στο παράδειγμα ενός λογαριασμού 100 ευρώ. Η αποτελεσματική αντιμετώπιση των ρευματοκλοπών και των ανεξόφλητων χρεών θα μπορούσε, κατά την εκτίμηση του ενεργειακού συμβούλου Μιχάλη Χριστοδουλίδη, να περιορίσει έναν τέτοιο λογαριασμό ακόμη και στα 60 ευρώ. Η διαφορά των 40 ευρώ τον μήνα αποδίδεται στο κόστος που δημιουργούν οι απώλειες και οι οφειλές και το οποίο τελικά επιμερίζεται στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.
Στο ίδιο πλαίσιο, η τιμή της κιλοβατώρας θα μπορούσε να είναι σημαντικά χαμηλότερη. Από περίπου 16 λεπτά, θα μπορούσε να διαμορφωθεί στα 10 λεπτά, εφόσον αντιμετωπίζονταν αποτελεσματικά οι συγκεκριμένες επιβαρύνσεις.
Τι φέρνει ο χειμώνας στους λογαριασμούς
Η εικόνα για τους επόμενους μήνες παραμένει δύσκολη. Η τιμή του φυσικού αερίου βρίσκεται σήμερα περίπου στα 75 ευρώ ανά θερμική μεγαβατώρα, ενώ υπάρχει εκτίμηση ότι μπορεί να ξεπεράσει τα 100 ευρώ κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Η εξέλιξη αυτή μπορεί να ασκήσει νέα πίεση στις τιμές της ενέργειας, περιορίζοντας τις προσδοκίες για άμεση αποκλιμάκωση των λογαριασμών.
Έτσι, οι επενδύσεις που ανακοινώθηκαν στη ΔΕΘ μπορεί να δημιουργούν προοπτικές για χαμηλότερο ενεργειακό κόστος σε βάθος χρόνου, όμως η άμεση ελάφρυνση των νοικοκυριών παραμένει ζητούμενο.