Υπάρχουν μαθητές που είναι πολύ καλοί στα Μαθηματικά και υπάρχουν και ορισμένες, εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις, στις οποίες το σχολικό πρόγραμμα παύει πολύ νωρίς να μπορεί να ακολουθήσει την ταχύτητα με την οποία εξελίσσεται ένα παιδί.
Ένα χρόνο πριν ολοκληρώσει το Λύκειο, έγινε δεκτός στο τετραετές πρόγραμμα MMath – Master in Mathematics του Durham University, γράφοντας ένα ακόμη κεφάλαιο σε μια ακαδημαϊκή πορεία που είχε ήδη προκαλέσει εντύπωση από την προηγούμενη χρονιά, όταν, σε ηλικία μόλις 16 ετών, είχε εξασφαλίσει θέση στο Πανεπιστήμιο του Bath.
Η νέα επιτυχία, όμως, δεν προέκυψε ξαφνικά. Πίσω της βρίσκονται χρόνια συστηματικής μελέτης, δεκάδες απαιτητικές εξετάσεις και μια πορεία που ξεκίνησε πολύ πριν από την ηλικία στην οποία ένας μαθητής αρχίζει συνήθως να σκέφτεται τις πανεπιστημιακές του σπουδές.
Από τα 11 του στα Μαθηματικά πανεπιστημιακού επιπέδου
Ο Γιώργος άρχισε να εμβαθύνει συστηματικά στα Μαθηματικά περίπου από την ηλικία των 11 ετών.
Οι καθηγητές του είχαν διαπιστώσει ήδη από το Γυμνάσιο ότι οι γνώσεις του ξεπερνούσαν αισθητά την ύλη της τάξης του και η οικογένειά του άρχισε να αναζητά τρόπους ώστε να μπορεί να συνεχίσει σε ένα επίπεδο αντίστοιχο των δυνατοτήτων του.
Έτσι ξεκίνησε η προετοιμασία για το βρετανικό σύστημα εξετάσεων.
Από τα 13 του χρόνια βρέθηκε να συμμετέχει σε εξεταστικές διαδικασίες μαζί με υποψηφίους αρκετά μεγαλύτερους σε ηλικία, καλούμενος όχι μόνο να γνωρίζει προχωρημένα Μαθηματικά αλλά και να προσαρμοστεί στη μεθοδολογία εξετάσεων που απευθύνονταν ουσιαστικά σε υποψηφίους πανεπιστημίου.
Μέχρι τα 16 του είχε περάσει συνολικά από 18 απαιτητικές εξεταστικές διαδικασίες.
Υψηλές επιδόσεις σε A-Levels και STEP
Στην πορεία του σημείωσε πολύ υψηλές επιδόσεις στα βρετανικά A-Levels στα Mathematics, Further Mathematics και Physics, ενώ συμμετείχε και στις εξετάσεις STEP II και STEP III, οι οποίες θεωρούνται ιδιαίτερα απαιτητικές και χρησιμοποιούνται για την επιλογή υποψηφίων σε κορυφαία βρετανικά προγράμματα Μαθηματικών.
Αυτή η διαδρομή είχε ως πρώτο μεγάλο αποτέλεσμα την αποδοχή του από το University of Bath όταν ακόμη φοιτούσε στη Β΄ Λυκείου.
Το Πανεπιστήμιο του Bath τού είχε μάλιστα δώσει τη δυνατότητα να ολοκληρώσει τις σχολικές του υποχρεώσεις στην Ελλάδα πριν προχωρήσει στην εγγραφή του.
Έναν χρόνο αργότερα, η ακαδημαϊκή του πορεία κάνει ακόμη ένα βήμα: το Durham University τον δέχεται στο τετραετές πρόγραμμα MMath.
Το παράδοξο: Το εξωτερικό τον δέχθηκε πριν τελειώσει το ελληνικό Λύκειο
Η περίπτωση του Γιώργου παρουσιάζει όμως και μια ενδιαφέρουσα εκπαιδευτική αντίφαση.
Ένας μαθητής μπορεί να αποδείξει μέσα από διεθνώς αναγνωρισμένες εξετάσεις ότι διαθέτει το γνωστικό επίπεδο για να παρακολουθήσει πανεπιστημιακά Μαθηματικά, να γίνει δεκτός από κορυφαία βρετανικά ιδρύματα και παρ' όλα αυτά, στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, να παραμένει υποχρεωμένος να ακολουθήσει την ίδια ακριβώς χρονική διαδρομή με όλους τους συμμαθητές του.
Ο πατέρας του, Ιωάννης Λεβεντίδης, καθηγητής Μαθηματικών στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του ΕΚΠΑ, είχε επισημάνει ήδη από την προηγούμενη χρονιά αυτή τη διαφορά ανάμεσα στα δύο συστήματα: στα βρετανικά πανεπιστήμια το καθοριστικό στοιχείο είναι αν ο υποψήφιος μπορεί να περάσει τις απαιτούμενες εξετάσεις και να αποδείξει ότι διαθέτει το απαραίτητο γνωστικό επίπεδο και όχι απλώς η ηλικία του.
Και ακριβώς εκεί βρίσκεται ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της ιστορίας.
Δεν πρόκειται μόνο για την επιτυχία ενός πολύ ικανού μαθητή. Πρόκειται και για το ερώτημα αν ένα εκπαιδευτικό σύστημα μπορεί να αναγνωρίζει τις περιπτώσεις παιδιών που κινούνται πολύ ταχύτερα από τον μέσο ρυθμό και να τους ανοίγει δρόμους χωρίς να τους υποχρεώνει να περιμένουν το ημερολόγιο.
Από το Bath στο Durham – αλλά με το βλέμμα και στην Ελλάδα
Ένα ακόμη στοιχείο που είχε προκαλέσει ιδιαίτερη εντύπωση στην περίπτωση του Γιώργου Λεβεντίδη ήταν ότι, παρά την αποδοχή του από βρετανικό πανεπιστήμιο, είχε εκφράσει την επιθυμία να σπουδάσει στην Ελλάδα.
Στις επιλογές που τον ενδιέφεραν βρίσκονταν το Μαθηματικό του ΕΚΠΑ και η Σχολή Εφαρμοσμένων Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών του ΕΜΠ.
Η επιθυμία του ήταν να παραμείνει στο ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο και στη συνέχεια να ακολουθήσει ακαδημαϊκή και ερευνητική πορεία.
Το ενδιαφέρον του δεν περιορίζεται στην επίλυση δύσκολων ασκήσεων ή στη συλλογή διακρίσεων. Όπως έχει περιγραφεί η πορεία του, εκείνο που τον ελκύει περισσότερο είναι η ίδια η διαδικασία της μαθηματικής έρευνας: πώς γεννιέται ένα πρόβλημα, πώς συναντώνται διαφορετικές μαθηματικές ιδέες και πώς από μια θεωρητική αναζήτηση μπορεί να προκύψει κάτι πραγματικά νέο.
Στους μελλοντικούς του στόχους έχει αναφέρει ακόμη και την πιθανότητα ερευνητικής πορείας σε μεγάλα επιστημονικά κέντρα, όπως το CERN.
Μια ιστορία που δεν αφορά μόνο έναν «μαθητή-θαύμα»
Είναι εύκολο μια τέτοια ιστορία να παρουσιαστεί απλώς ως άλλη μία περίπτωση ενός «παιδιού-θαύματος».
Ίσως όμως το πιο ουσιαστικό βρίσκεται αλλού.
Ο Γιώργος Λεβεντίδης δεν έφτασε στα 17 του στο Durham μόνο επειδή διαθέτει ένα εξαιρετικό μαθηματικό ταλέντο. Χρειάστηκαν χρόνια καθημερινής δουλειάς, επιμονή, οικογενειακή και εκπαιδευτική στήριξη και η διάθεση να δοκιμαστεί ξανά και ξανά σε εξετάσεις σχεδιασμένες για ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας.
Και η περίπτωση αυτή ανοίγει αναπόφευκτα ένα μεγαλύτερο ερώτημα για το ίδιο το σχολείο: τι κάνουμε όταν ένας μαθητής μπορεί να προχωρήσει πολύ πιο γρήγορα από την τάξη του;
Το βρετανικό σύστημα του έδωσε τη δυνατότητα να αποδείξει τι γνωρίζει.
Το Durham είναι σήμερα ο επόμενος σταθμός.
Και στα 17 του χρόνια, είναι μάλλον πολύ νωρίς ακόμη για να γνωρίζει κανείς ποιος θα είναι ο τελευταίος.