Ένα ζήτημα που αφορά χιλιάδες εκπαιδευτικούς του ιδιωτικού τομέα επαναφέρει στη δημόσια συζήτηση ο Γιώργος Χατζητέγας: την αναγνώριση της πραγματικής διδακτικής προϋπηρεσίας όσων εργάζονται επί χρόνια σε νόμιμα φροντιστήρια και Κέντρα Ξένων Γλωσσών.
Με ανάρτησή του κάνει λόγο ουσιαστικά για «προϋπηρεσία δύο ταχυτήτων», θέτοντας το ερώτημα γιατί η πολυετής διδασκαλία ενός εκπαιδευτικού δεν αποτιμάται με τον ίδιο τρόπο όταν έχει αποκτηθεί σε διαφορετικό εκπαιδευτικό πλαίσιο.
Η παρέμβαση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε μια περίοδο κατά την οποία η προϋπηρεσία και τα ακαδημαϊκά προσόντα μπορούν να αποδειχθούν καθοριστικά για την επαγγελματική πορεία ενός εκπαιδευτικού και τη θέση του στους σχετικούς πίνακες.
«Η διδακτική προϋπηρεσία κρίνεται από το πού διδάσκεις;»
Ο πυρήνας της τοποθέτησης Χατζητέγα συμπυκνώνεται σε ένα απλό ερώτημα:
Τι είναι αυτό που αποδεικνύει την εκπαιδευτική εμπειρία; Ο φορέας στον οποίο εργάστηκε κάποιος ή το γεγονός ότι επί χρόνια βρισκόταν καθημερινά μέσα σε μια αίθουσα διδασκαλίας;
Οι εκπαιδευτικοί των φροντιστηρίων, όπως επισημαίνεται, διδάσκουν, προετοιμάζουν μαθήματα, διορθώνουν γραπτά, αξιολογούν μαθητές, επικοινωνούν με οικογένειες και καλούνται καθημερινά να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις μιας πραγματικής εκπαιδευτικής διαδικασίας.
Για πολλούς μάλιστα η συγκεκριμένη εργασία διαρκεί χρόνια ή ακόμη και δεκαετίες.
Παρά ταύτα, αυτή η εμπειρία δεν αντιμετωπίζεται πάντοτε με τον ίδιο τρόπο με άλλες μορφές εκπαιδευτικής προϋπηρεσίας.
Η δύσκολη καθημερινότητα του φροντιστηριακού εκπαιδευτικού
Η συζήτηση που ακολούθησε την ανάρτηση ανέδειξε και μία πλευρά η οποία συχνά περνά σε δεύτερο πλάνο: τις πραγματικές συνθήκες εργασίας στα φροντιστήρια.
Εκπαιδευτικοί περιγράφουν πολύωρη εργασία, μεγάλο αριθμό τμημάτων, διορθώσεις εκτός ωραρίου και συνεχή αξιολόγηση από μαθητές, γονείς και εργοδότες.
Ένας καθηγητής μπορεί να έχει καθημερινά διαδοχικά τμήματα και η εργασία του να μην τελειώνει με την τελευταία διδακτική ώρα. Ακολουθούν προετοιμασία, διορθώσεις, τεστ και παρακολούθηση της προόδου των μαθητών.
Πρόκειται επομένως για πραγματική διδακτική εμπειρία, ανεξάρτητα από τη συζήτηση που μπορεί να υπάρχει για τον ρόλο των φροντιστηρίων στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα.
Το δύσκολο ερώτημα: Πώς θα αποδεικνύεται;
Υπάρχει βέβαια και η πρακτική πλευρά.
Στη δημόσια συζήτηση επισημαίνεται ότι οποιαδήποτε αναγνώριση της προϋπηρεσίας θα πρέπει να συνοδευτεί από απολύτως διαφανείς κανόνες πιστοποίησης.
Πώς θα αποδεικνύονται οι πραγματικές ώρες διδασκαλίας; Πώς θα αντιμετωπίζονται περιπτώσεις ελλιπούς ασφάλισης ή διαφορετικών μορφών απασχόλησης; Τι θα συμβαίνει με εκπαιδευτικούς που είναι ταυτόχρονα ιδιοκτήτες φροντιστηρίων αλλά διδάσκουν κανονικά;
Αυτά είναι ζητήματα που θα έπρεπε να απαντηθούν σε ενδεχόμενη θεσμική αλλαγή.
Η αναγνώριση δεν θα μπορούσε να στηριχθεί απλώς σε μια δήλωση ότι κάποιος εργάστηκε σε φροντιστήριο. Θα χρειαζόταν ένας μηχανισμός που να πιστοποιεί πραγματική, νόμιμη και ασφαλισμένη διδακτική εργασία.
Η αναφορά στους εκπαιδευτικούς των ιδιωτικών σχολείων
Ο Χατζητέγας συνδέει το θέμα και με τη μεταχείριση της προϋπηρεσίας των εκπαιδευτικών των ιδιωτικών σχολείων.
Υποστηρίζει ότι ακόμη και άνθρωποι με πολυετή πραγματική διδακτική εμπειρία αντιμετωπίζονται ορισμένες φορές σχεδόν ως «εισβολείς» όταν περνούν στη δημόσια εκπαίδευση.
Και θέτει το επόμενο ερώτημα: εφόσον συζητείται η αξία της προϋπηρεσίας στα ιδιωτικά σχολεία, γιατί να μην ανοίξει αντίστοιχη συζήτηση και για τους εκπαιδευτικούς που εργάζονται σε νόμιμα φροντιστήρια και Κέντρα Ξένων Γλωσσών;
Το θέμα δεν είναι απλό, διότι διαφορετικοί εκπαιδευτικοί χώροι λειτουργούν με διαφορετικούς όρους και στόχους. Αυτό όμως δεν ακυρώνει το βασικό ερώτημα για το αν η πραγματική διδακτική εμπειρία πρέπει να έχει κάποια θεσμική αναγνώριση.
Η κριτική στη συζήτηση για τις φροντιστηριακές δαπάνες
Στη δεύτερη πλευρά της παρέμβασής του, ο Γιώργος Χατζητέγας σχολιάζει και τις δηλώσεις του ευρωβουλευτή Νικόλα Φαραντούρη σχετικά με τις δαπάνες των ελληνικών οικογενειών για φροντιστήρια.
Κατά τον Χατζητέγα, η καταγραφή του κόστους που πληρώνουν οι οικογένειες δεν αρκεί από μόνη της για να αποτελέσει εκπαιδευτική πολιτική.
Το ουσιαστικό ερώτημα, υποστηρίζει, είναι ποια συγκεκριμένη πρόταση κατατίθεται ώστε οι οικογένειες να μη χρειάζεται να καταφεύγουν σε τόσο μεγάλη εξωσχολική δαπάνη.
Παράλληλα, αντιδρά σε γενικεύσεις γύρω από τον οργανωμένο φροντιστηριακό χώρο και υποστηρίζει ότι στη συζήτηση πρέπει να συμπεριλαμβάνεται και η αδήλωτη παραπαιδεία.
Ένα ζήτημα που αξίζει να συζητηθεί χωρίς συνθήματα
Η συζήτηση για τα φροντιστήρια στην Ελλάδα είναι παλιά και συχνά φορτισμένη.
Άλλο όμως είναι η κριτική στην εξάρτηση του εκπαιδευτικού συστήματος από την εξωσχολική προετοιμασία και άλλο η επαγγελματική αναγνώριση των ανθρώπων που εργάζονται νόμιμα σε αυτόν τον χώρο.
Ένας καθηγητής που έχει διδάξει επί δέκα ή δεκαπέντε χρόνια σε εκατοντάδες μαθητές δεν παύει να διαθέτει διδακτική εμπειρία επειδή η αίθουσα στην οποία εργαζόταν δεν ανήκε σε δημόσιο σχολείο.
Από την άλλη πλευρά, οποιαδήποτε αλλαγή θα πρέπει να διασφαλίζει ίσους όρους, πλήρη τεκμηρίωση της εργασίας και να αποτρέπει εικονικές ή μη αποδείξιμες προϋπηρεσίες.
Και ίσως εκεί βρίσκεται η ουσία της συζήτησης που ανοίγει η παρέμβαση Χατζητέγα: όχι αν πρέπει να «ευνοηθούν» οι εκπαιδευτικοί των φροντιστηρίων, αλλά αν ένα εκπαιδευτικό σύστημα μπορεί να αγνοεί χρόνια πραγματικής διδασκαλίας μόνο και μόνο επειδή πραγματοποιήθηκαν έξω από τις αίθουσες του δημόσιου σχολείου.