Η αμετροέπεια είναι μια λέξη της λογίας ελληνικής γλώσσας που περιγράφει τη συμπεριφορά του ατόμου που μιλά χωρίς μέτρο, φροντίδα ή αυτοσυγκράτηση.
Ετυμολογία
Η λέξη είναι σύνθετη και προέρχεται από την αρχαία ελληνική γλώσσα:
- α- (στερητικό): δηλώνει την έλλειψη.
- μέτρον: η κλίμακα, το όριο, η ισορροπία.
- έπος: ο λόγος, η λέξη.
Ετυμολογική σημασία: Ο λόγος που δε διέπεται από μέτρο.
Σημασία & Εννοιολογικές Αποχρώσεις
Πέραν της γενικής σημασίας («έλλειψη μέτρου στα λόγια»), η αμετροέπεια εκδηλώνεται με δύο βασικές μορφές:
- Ποσοτική αμετροέπεια (Φλυαρία): Το να μιλά κανείς ακατάπαυστα, πλατειάζοντας και κουράζοντας τους συνομιλητές του.
- Πιοτική/Περιεχομενική αμετροέπεια (Mεγαλοστομία/Αλαζονεία): Το να χρησιμοποιεί κανείς υπερβολικές, κομπαστικές ή προκλητικές εκφράσεις (μεγαλορρημοσύνη), υπερβαίνοντας τα όρια της κοσμιότητας ή της πραγματικότητας.
Συνώνυμα & Αντώνυμα
| Συνώνυμα | Αντώνυμα |
|---|---|
| Μεγαλορρημοσύνη / Μεγαλοστομία | Βραχυλογία |
| Πολυλογία / Φλυαρία | Λακωνικότητα / Λακωνισμός |
| Αμετρησία | Mετροέπεια |
| Κομπορρημοσύνη | Σοβαρότητα / Εγκράτεια |