Σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 4 του Ν. 4521/2018 οι φοιτητές που εντάχθηκαν στα τμήματα του ΠΑ.Δ.Α. και έχουν υπερβεί τη διάρκεια των εξαμήνων που απαιτούνται για την λήψη πτυχίου, σύμφωνα με το ενδεικτικό πρόγραμμα σπουδών, προσαυξανόμενη κατά 4 εξάμηνα (ν+2), αποκλείονται από τη δυνατότητα να λάβουν το νέο τίτλο σπουδών Π.Ε.. Ειδικότερα, οι φοιτητές οι οποίοι περάτωσαν επιτυχώς τις σπουδές τους ακριβώς στον χρόνο που προβλέπεται (π.χ. 8 εξάμηνα) και έλαβαν πτυχίο πριν την κύρωση του Ν. 4521/2018, δεν έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τίτλο σπουδών Π.Ε.. Ωστόσο οι συμφοιτητές τους οι οποίοι εισήχθησαν στα Τ.Ε.Ι. Αθήνας και Α.Ε.Ι. Πειραιά Τ.Τ. κατά τα ίδια έτη και δεν είχαν ακόμα ολοκληρώσει τις σπουδές τους, έχουν αυτή τη δυνατότητα. Κατά τον τρόπο αυτό, η πολιτεία δημιούργησε μία κατάσταση άνισης μεταχείρισης ως προς τον απονεμόμενο τίτλο σπουδών, η οποία βασίζεται αποκλειστικά στο χρονικό σημείο ολοκλήρωσης των σπουδών τους. Το γεγονός αυτό δεν εξυπηρετεί κανένα λόγο δημοσίου συμφέροντος, απεναντίας δημιουργεί ανασφάλεια δικαίου και πλήττει τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των πολιτών, εν προκειμένω αποφοίτων, οι οποίοι είχαν οργανώσει τον ακαδημαϊκό τους βίο σύμφωνα με το προϊσχύον καθεστώς, αφού δεν μπορούσαν να προβλέψουν ex ante ότι η έγκαιρη αποφοίτηση θα συνεπαγόταν δυσμενέστερη μεταχείριση. Περαιτέρω, ο απόλυτος αποκλεισμός τους από κάθε δυνατότητα λήψης του νέου τίτλου σπουδών Π.Ε., βρίσκεται σε πλήρη αντιδιαστολή με την αρχή της ισότητας (άρθρο 4 Σ), αλλά και την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 Σ), καθώς ο νομοθέτης θα μπορούσε να τους παρείχε τη δυνατότητα παρακολούθησης συμπληρωματικών μαθημάτων, όπως ακριβώς με τους μη αποφοιτήσαντες φοιτητές. Ομοίως συνέβη και με τους φοιτητές οι οποίοι μολονότι είχαν συμπληρώσει την ανωτέρω χρονική διάρκεια ν+2, τελούσαν ακόμη υπό καθεστώς εν ενεργεία φοίτησης, αλλά και τους αποφοίτους των υπολοίπων Α.Ε.Ι. Τ.Τ. της χώρας που εντάχθηκαν στον πανεπιστημιακό τομέα.
Κατόπιν, η κατεύθυνση της Ε.Ε., την οποία ακολουθεί και η Ελλάδα μέσω μεταρρυθμίσεων που έλαβαν χώρα κατά τα προηγούμενα έτη, προωθεί τη δημιουργία ενός ενιαίου χώρου ανώτατης εκπαίδευσης, διευκολύνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την κινητικότητα των πολιτών εντός της Ένωσης και την αμοιβαία αναγνώριση των τίτλων σπουδών μεταξύ των κρατών-μελών. Για τον λόγο αυτό, δε νοείται να εξακολουθεί να υφίσταται ο αδικαιολόγητος και άδικος αποκλεισμός των αποφοίτων Α.Ε.Ι. Τ.Τ. από διαδικασίες αντιστοίχισης με τους νέους τίτλους σπουδών.
Εξάλλου, σύμφωνα με τις αιτιολογικές εκθέσεις των νόμων περί πανεπιστημιοποίησης των Α.Ε.Ι. Τ.Τ., η βούληση του νομοθέτη ήταν η εναρμόνιση προς την κατεύθυνση αυτή, πλην όμως αφήνοντας έως και σήμερα αδικαιολόγητο νομικό κενό ως προς τη δυνατότητα των εν λόγω αποφοίτων να λάβουν το νέο ακαδημαϊκό τίτλο, ακολουθώντας την μετεξέλιξη των ιδρυμάτων αποφοίτησής τους. Η βούληση αυτή εδράστηκε στη νομική υπόσταση των Α.Ε.Ι. Τ.Τ., τα οποία αδιαμφησβήτητα ανήκαν στην ανώτατη εκπαίδευση κατά την έννοια του άρθρου 16 παρ. 5 Σ, όπως άλλωστε προκύπτει από τη νομοθεσία περί ανώτατης εκπαίδευσης (από το Ν. 2916/2001 και έπειτα), καθώς και από την παγιωμένη νομολογία του ανώτατου ακυρωτικού δικαστηρίου (βλ. ενδ. ΣτΕ Γ’ 4247/2013), αλλά και από τη διαπίστωση ότι τα Α.Ε.Ι. Τ.Τ. είχαν αποκτήσει de facto τα χαρακτηριστικά των πανεπιστημίων. Ως εκ τούτου, η απουσία διαδικασιών αντιστοίχισης των πτυχίων, δεν μπορεί παρά να δημιουργεί σοβαρές αποκλίσεις από την ευρωπαϊκή κατεύθυνση της χώρας και να υπονομεύει την επιδιωκόμενη ομοιογένεια στο χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης.
Η θεσμοθέτηση διαδικασιών αντιστοίχισης των τίτλων σπουδών, ουχί μόνο δεν αποτελεί κάτι πρωτόγνωρο ή «καινοτόμο» για τα ελληνικά νομικά δεδομένα, αλλά πάγια νομοθετική πρακτική, διότι σε κάθε περίπτωση μετεξέλιξης, αλλαγής χαρακτήρα ή βαθμίδας εκπαιδευτικού ιδρύματος στον παρελθόν, υπήρξε πρόβλεψη για αντίστοιχες διαδικασίες (βλ. ενδ. Ε.Α.Σ.Α. σε Τ.Ε.Φ.Α.Α. Ν. 1674/1986·Κ.Α.Τ.Ε.Ε. σε Τ.Ε.Ι. Ν. 1865/1989·Α.Σ.Ο.Ε., Πάντειος κλπ Π.Δ. 377/1989·Παιδαγωγικές Ακαδημίες Π.Δ. 130/1990 & Ν. 4283/2014). Η συνεχιζόμενη απουσία των, πέραν ότι πλήττει το κύρος των υφιστάμενων τίτλων σπουδών των αποφοίτων, διότι αποτελούν πτυχιούχους εν ελλείψει ιδρύματος αναφοράς, δημιουργεί σε βάρος τους εμπόδια εξέλιξης στο δημόσιο τομέα. Ήτοι, δυνάμει του άρθρου 97 του Ν. 3528/2007 όπως ισχύει σήμερα και της υπ’ αριθ. ΔΙΔΑΔ/Φ.35.60/2901/οικ.14431/07-08-2024 εγκυκλίου του Υπ. Εσωτερικών, οι πτυχιούχοι Π.Ε. έχουν προβάδισμα έναντι των πτυχιούχων Τ.Ε. κατά την πλήρωση θέσεων προϊσταμένων οργανικών μονάδων, παρά το γεγονός ότι πολλοί εκ των τελευταίων κατέχουν πλείστα ακαδημαϊκά προσόντα όπως μεταπτυχιακά ή και διδακτορικά διπλώματα. Το παράδοξο της κατάστασης, γίνεται ακόμη πιο έντονο, αν αναλογιστεί κανείς πως οι απόφοιτοι των Α.Ε.Ι. Τ.Τ. έχουν το δικαίωμα να καταλάβουν θέσεις μελών Δ.Ε.Π. διδάσκοντας στα αμφιθέατρα των Α.Ε.Ι. της χώρας, αλλά δύσκολα μπορούν, εκ των προεκτεθέντων, να καταλάβουν οιανδήποτε θέση ευθύνης σε κάποια δημόσια υπηρεσία. Επιπροσθέτως, σύμφωνα με το Ν. 4763/2020, με τον όποιο κυρώθηκε το εθνικό πλαίσιο προσόντων, οι τίτλοι σπουδών bachelor των Α.Ε.Ι. Τ.Τ. ανήκουν στο ίδιο επίπεδο (6) ιεραρχικής διαβάθμισης με εκείνα των πανεπιστημίων.
Όπως ευκόλως συμπεραίνεται, η διατήρηση αναχρονιστικών και παρωχημένων κανόνων δικαίου που διέπουν τη στελέχωση και τη λειτουργία του δημοσίου τομέα, εν απουσία εναρμόνισης του Υπ. Εσωτερικών με τη νομοθεσία του Υπ. Παιδείας περί ανώτατης εκπαίδευσης και τις ευρωπαϊκές κατευθύνσεις, οδηγεί στην ελλιπή αξιοποίηση ανθρώπινου δυναμικού υψηλών προσόντων, συμβάλλοντας δυσανάλογα στην αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητα της δημόσιας διοίκησης, γεγονός το οποίο εγείρει σοβαρά ζητήματα δημοσίου συμφέροντος.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η πρόσφατη εξαγγελία του Υφυπουργού Παιδείας κ. Παπαϊωάννου για την ανάληψη νομοθετικής πρωτοβουλίας αναφορικά με τις διαδικασίες αντιστοίχισης των τίτλων σπουδών, μόνο ευνοϊκές συνέπειες μπορεί να προσφέρει, καθώς οι απόφοιτοι ουχί μόνο θα διατηρήσουν τις υψηλού επιπέδου υφιστάμενες επιστημονικές γνώσεις και δεξιότητες που τους προσέφερε ο τεχνολογικός τομέας της ανώτατης εκπαίδευσης, αλλά θα λάβουν επιπλέον προστιθέμενη αξία σε αυτές (ιδίως σε περίπτωση ουσιώδους μεταβολής του γνωστικού αντικειμένου του τμήματος προέλευσής τους).
Τέλος, έστω και εμμέσως, θα θεραπευτούν σε μεγάλο βαθμό χρόνιες παθογένειες που έχουν δημιουργηθεί στην ελληνική έννομη τάξη από παραλείψεις της πολιτείας. Με τον τρόπο αυτό, θα δημιουργηθούν πολλαπλά οφέλη για την οικονομία, τη δημόσια διοίκηση και την αγορά εργασίας, ενώ παράλληλα, σε μια περίοδο κατά την οποία η χώρα επιδιώκει τη μέγιστη ανάδειξη του ανθρώπινου κεφαλαίου της, η αποκατάσταση τέτοιων θεσμικών εκκρεμοτήτων μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά και στον περιορισμό του φαινομένου του brain drain.
*Αντιπρόεδρος Συλλόγου Αποφοίτων Τ.Ε.Ι. Αθήνας και Α.Ε.Ι. Πειραιά Τ.Τ.
MSc in Health and Social Care Management
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Voucher 750 ευρώ για εργαζόμενους ιδιωτικού: ΟΙ ΟΔΗΓΙΕΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΙΚΑ