Το Υπουργείο Παιδείας ανοίγει έναν «εθνικό διάλογο» διάρκειας εννέα μηνών για το λεγόμενο «σχολείο του 2040», με αιχμή το Νέο Λύκειο και το Εθνικό Απολυτήριο. Η εξαγγελία είναι φιλόδοξη, σχεδόν ποιητική: να συζητήσουμε τις αγκυλώσεις από το νηπιαγωγείο έως το πανεπιστήμιο, να μειώσουμε την αποστήθιση, να ενισχύσουμε την κριτική σκέψη, να πάμε σε λιγότερα τεστ και περισσότερα projects, να ανοίξουμε χώρο σε ψηφιακές δεξιότητες και τεχνητή νοημοσύνη, να αναβαθμίσουμε τη μορφωτική αξία του Λυκείου. Σχεδόν κανείς δεν θα διαφωνούσε με αυτά τα «θέλω».
Το πρόβλημα είναι άλλο: στην Ελλάδα οι μεταρρυθμίσεις στην Παιδεία δεν πεθαίνουν επειδή έχουν λάθος προθέσεις. Πεθαίνουν επειδή έχουν λάθος αρχιτεκτονική. Και συχνά επανεμφανίζονται ως νέα κουτιά που φιλοξενούν το ίδιο περιεχόμενο: εξετάσεις, άγχος, άνιση πρόσβαση, ιδιωτικό κόστος.
Γι’ αυτό ο διάλογος δεν κρίνεται από τη διάρκειά του (εννέα μήνες) ούτε από την ωραιοποίηση του στόχου («2040»). Κρίνεται από μία ερώτηση που κανείς δεν έχει απαντήσει ακόμη με καθαρότητα:
Θέλει το Υπουργείο να αλλάξει το σχολείο ή να αναβαθμίσει το εξεταστικό σύστημα;
Ο μύθος της «συναίνεσης» και το τραύμα των προσχηματικών διαλόγων
Η κυβέρνηση διαβεβαιώνει ότι ο διάλογος «δεν θα είναι προσχηματικός»: ανοιχτές διαδικασίες, τεκμηρίωση, δημόσια λογοδοσία, συμμετοχή εκπαιδευτικών, μαθητών, γονέων, κομμάτων και κοινωνικών φορέων, με στόχο να υπάρξει σταθερό πλαίσιο κανόνων που δεν θα αλλάζει με κάθε κυβερνητική εναλλαγή. Αυτές οι διατυπώσεις ακούγονται σωστές. Αλλά θυμίζουν και κάτι που η κοινωνία έχει ξανακούσει, πολλές φορές, πριν από μεταρρυθμίσεις που τελικά εφαρμόστηκαν αποσπασματικά, χωρίς υποδομές, χωρίς συνοχή, χωρίς αξιοπιστία.
Ας μιλήσουμε ειλικρινά: «εθνικός διάλογος» στην Ελλάδα συχνά σημαίνει ένα θέατρο συμμετοχής, με διαβουλεύσεις που συλλέγουν προτάσεις αλλά δεν δεσμεύουν τον σχεδιασμό. Κι αυτό εξηγεί γιατί, πριν καν ξεκινήσει, η διαδικασία συναντά καχυποψία. Όχι επειδή η κοινωνία είναι «αρνητική στις αλλαγές», αλλά επειδή είναι έμπειρη. Έχει μάθει να διαβάζει πίσω από τα συνθήματα.
Εθνικό Απολυτήριο: το πιο επικίνδυνο σημείο της μεταρρύθμισης
Το Εθνικό Απολυτήριο παρουσιάζεται ως τομή που θα «αναβαθμίσει το Λύκειο» και θα το αποσπάσει από τον ρόλο του ως «προθάλαμου εξετάσεων». Μόνο που εδώ υπάρχει ένα θεμελιώδες παράδοξο: όσο περισσότερο βαρύνει το απολυτήριο στην πρόσβαση στα ΑΕΙ, τόσο πιο βέβαιο είναι ότι το Λύκειο θα γίνει ακόμη πιο εξετασιοκεντρικό.
Δεν είναι θεωρία. Είναι μαθηματικά.
Αν ο βαθμός του απολυτηρίου καθορίζει σε μεγάλο βαθμό το πανεπιστημιακό μέλλον, τότε κάθε διαγώνισμα, κάθε εργασία, κάθε τεστ γίνεται «υψηλού ρίσκου». Κι όταν το σχολείο μετατρέπεται σε σύστημα υψηλού ρίσκου, η κοινωνία κάνει αυτό που κάνει πάντα: αγοράζει ασφάλεια. Δηλαδή, αγοράζει φροντιστήριο. Όχι επειδή «οι Έλληνες το έχουν χούι», αλλά επειδή έτσι λειτουργούν οι άνισες κοινωνίες: ο ιδιωτικός τομέας έρχεται να καλύψει αυτό που το δημόσιο δεν εγγυάται ισότιμα.
Γι’ αυτό και η πρώτη κριτική στον σχεδιασμό του Υπουργείου είναι απολύτως εύλογη: Το Εθνικό Απολυτήριο κινδυνεύει να γεννήσει “τριπλές Πανελλήνιες”.
Δεν είναι υπερβολή, είναι κοινωνική προειδοποίηση. Οι μαθητές ήδη μιλούν για μαραθώνιο εξετάσεων και όχι για αποσυμπίεση. Και τι απαντά το Υπουργείο; Ότι όλα αυτά είναι υποθέσεις πριν καν ξεκινήσει ο διάλογος και τίποτα δεν έχει κλειδώσει. Καλή επικοινωνιακή άμυνα — ανεπαρκής πολιτική εγγύηση.
Διότι ο φόβος δεν γεννήθηκε από φήμες. Γεννήθηκε από ιστορική εμπειρία: κάθε φορά που αυξάνεται το εξεταστικό αποτύπωμα, αυξάνονται η πίεση και η προσφυγή σε φροντιστηριακά στέγαστρα.
Η μεγαλύτερη τρύπα: αξιοπιστία ενδοσχολικής αξιολόγησης σε άνισο σύστημα
Η πιο σοβαρή —και ενδεχομένως καταλυτική— κριτική αφορά την αξιολόγηση: πώς θα είναι δίκαιο και αξιόπιστο ένα απολυτήριο που θα προκύπτει από σχολεία με τελείως άνισες συνθήκες;
Ας το πούμε ωμά: δεν αξιολογούν όλοι από το ίδιο σημείο.
Δεν έχουν όλα τα σχολεία τις ίδιες υποδομές.
Δεν έχουν τους ίδιους εκπαιδευτικούς (σε αριθμό, σταθερότητα, ειδικότητες).
Δεν έχουν τα ίδια τμήματα (μέγεθος, σύνθεση, μαθησιακές ανάγκες).
Δεν έχουν την ίδια οικογενειακή στήριξη.
Σε ένα τέτοιο πεδίο, η ενδοσχολική αξιολόγηση —αν αποκτήσει υψηλό βάρος— ανοίγει την πόρτα σε δύο εκρηκτικά φαινόμενα:
βαθμολογικό πληθωρισμό (για να «μην αδικηθεί το σχολείο / ο μαθητής»)
αγορά αξιολόγησης (μέσω ιδιωτικής προετοιμασίας για projects, portfolios κ.λπ.)
Άρα, η δεύτερη μεγάλη κριτική είναι εξίσου σκληρή: Το Εθνικό Απολυτήριο, όπως συζητείται, μπορεί να ενισχύσει τις κοινωνικές ανισότητες, αντί να τις μειώσει.
Και εδώ δεν χωράει ωραιοποίηση: δεν μπορείς να μιλάς για «ισότητα ευκαιριών» όταν οι ευκαιρίες δεν μοιράζονται ισότιμα.
«Projects» και «ατομικός φάκελος»: το περίβλημα που μπορεί να γίνει προνόμιο
Το Υπουργείο προβάλλει αξιολόγηση μέσω projects, ατομικού φακέλου μαθητή, ενίσχυση συνεργασίας, κριτικής σκέψης. Ωραία ως παιδαγωγική φιλοσοφία. Αλλά εδώ υπάρχει ένα αθέατο κοινωνικό φίλτρο: ποιος θα μπορεί να φτιάξει “καλύτερο φάκελο”;
Σε μια χώρα που τα παιδιά δεν έχουν όλοι:
ήσυχο χώρο μελέτης,
τεχνολογικό εξοπλισμό,
μορφωτικό κεφάλαιο στο σπίτι,
δυνατότητα εξωσχολικής υποστήριξης,
ο «φάκελος» μπορεί να εξελιχθεί σε νέο είδος διακριτικής ανισότητας: να φαίνεται ως εκπαιδευτικό εργαλείο, αλλά να λειτουργεί ως κοινωνικός πολλαπλασιαστής.
Ο πυρήνας της υποκρισίας: μιλάμε για «μείωση ύλης» χωρίς να δεσμευόμαστε στην πραγματική αφαίρεση
Κάθε μεταρρύθμιση ξεκινά από το ίδιο σημείο: «η ύλη είναι υπερβολική». Και σχεδόν ποτέ δεν οδηγεί σε γενναία αφαίρεση. Είτε μειώνεται ονομαστικά είτε μεταφέρεται είτε βαφτίζεται αλλιώς.
Αν το Υπουργείο δεν πει ξεκάθαρα:
τι αφαιρείται,
τι μένει,
τι είναι πυρήνας και τι επιλογή,
τότε το Εθνικό Απολυτήριο θα πατήσει πάνω στην ίδια υπερβολική ύλη. Και τότε, η πίεση δεν θα μειωθεί. Θα επιταχυνθεί.
Τι πρέπει να αποδείξει ο διάλογος για να μην καταρρεύσει πριν καν αρχίσει
Η μεταρρύθμιση θα έχει νόημα μόνο αν αποδείξει τουλάχιστον δυο πράγματα:
Ότι δεν μετατρέπει το Λύκειο σε μόνιμο εξεταστικό κέντρο.
Ότι μειώνει πραγματικά ύλη και ανασχεδιάζει στόχους, αντί να μεταφέρει την ίδια πίεση σε άλλο κουτί.
Αλλιώς, το «σχολείο του 2040» θα γεννηθεί κουρασμένο πριν ενηλικιωθεί: θα είναι ένα σχολείο με ωραία ορολογία, αλλά με παλιά νεύρα.
Το πιο τίμιο συμπέρασμα σήμερα είναι απλό: Δεν χρειαζόμαστε ένα νέο απολυτήριο. Χρειαζόμαστε ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο για το σχολείο. Και αυτό δεν υπογράφεται με εξαγγελίες — υπογράφεται με εγγυήσεις.
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Μήπως έχετε κλήσεις που αγνοείτε; Πώς να τις ελέγξετε online
Voucher 750 ευρώ σε εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα - Ανοίγουν οι αιτήσεις
Χρήστος Κάτσικας