Καθώς οι Πανελλαδικές Εξετάσεις του 2025 βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη και χιλιάδες υποψήφιοι δίνουν τη δική τους μάχη για μια θέση στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, το Υπουργείο Παιδείας ανακοίνωσε ότι στις 68.788 διαμορφώνεται ο αριθμός των εισακτέων στις Σχολές και τα Τμήματα της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης για τη νέα ακαδημαϊκή χρονιά 2026-2027.
Το Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού προχώρησε σε Υπουργική Απόφαση που απεστάλη προς δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ).
Η απόφαση ορίζει αναλυτικά τις θέσεις ανά Τμήμα και Εισαγωγική Κατεύθυνση, θέτοντας το πλαίσιο για τη συμπλήρωση των μηχανογραφικών δελτίων από τους φετινούς υποψηφίους των Πανελλαδικών Εξετάσεων.
Ο αριθμός αυτός αφορά στην κατανομή των σπουδαστών στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα της χώρας, καλύπτοντας το σύνολο των διαθέσιμων εκπαιδευτικών υποδομών.
Πρόκειται για έναν αριθμό που κάθε χρόνο παρουσιάζεται ως η «χωρητικότητα» του ελληνικού πανεπιστημίου και ως το μέτρο των εκπαιδευτικών ευκαιριών που προσφέρει η Πολιτεία στους νέους ανθρώπους. Όμως, εδώ και πέντε χρόνια, από την εφαρμογή της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής, ο αριθμός αυτός δεν αντανακλά την πραγματικότητα. Οι πραγματικοί εισακτέοι, αυτοί που θα περάσουν τελικά τις πύλες των πανεπιστημίων θα είναι πολύ λιγότεροι.
Και αυτό γιατί η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής (ΕΒΕ) λειτουργεί ως ένας δεύτερος μηχανισμός επιλογής, ο οποίος «κουρεύει» κάθε χρόνο χιλιάδες θέσεις που το ίδιο το κράτος υποτίθεται ότι έχει προηγουμένως εγκρίνει.
Αν παρακολουθήσει κανείς τα στοιχεία των τελευταίων ετών, θα διαπιστώσει ότι η μείωση αυτή δεν αποτελεί μια περιστασιακή εξέλιξη αλλά μια σταθερή πραγματικότητα. Είτε τα θέματα των εξετάσεων είναι εύκολα είτε δύσκολα, είτε οι επιδόσεις των υποψηφίων είναι καλύτερες είτε χειρότερες, η ΕΒΕ οδηγεί κάθε χρόνο σε χιλιάδες κενές θέσεις στα δημόσια πανεπιστήμια.
Στις περσινές Πανελλαδικές Εξετάσεις έμειναν κενές περισσότερες από 10.800 θέσεις, ενώ αντίστοιχα το 2024 οι κενές θέσεις ξεπέρασαν τις 10.100. Το 2023 έμειναν κενές περίπου 10.200 θέσεις καθώς περίπου το ένα τρίτο των πανεπιστημιακών τμημάτων της χώρας δεν κατάφερε να καλύψει τον αριθμό των φοιτητών που είχε ζητήσει. Το 2022 χάθηκαν περίπου 11.000 θέσεις και το 2021, την πρώτη χρονιά εφαρμογής της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής, καταγράφηκε η μεγαλύτερη απώλεια με περίπου 17.000 κενές θέσεις.
Αν αθροιστούν όλα αυτά τα στοιχεία, προκύπτει ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα. Στην πενταετία εφαρμογής της ΕΒΕ έχουν χαθεί περίπου 59.000 θέσεις στα δημόσια πανεπιστήμια. Πρόκειται για έναν αριθμό που αντιστοιχεί σχεδόν στον συνολικό φοιτητικό πληθυσμό τριών μεγάλων ελληνικών πανεπιστημίων.
| Έτος | Κενές θέσεις στα ΑΕΙ | Παρατήρηση |
|---|---|---|
| 2021 | ≈ 17.000 | Πρώτη χρονιά εφαρμογής της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής (ΕΒΕ) – η μεγαλύτερη απώλεια θέσεων |
| 2022 | ≈ 11.000 | Συνέχιση των υψηλών απωλειών λόγω ΕΒΕ |
| 2023 | ≈ 10.200 | Περίπου το 1/3 των πανεπιστημιακών τμημάτων δεν κάλυψε τον αριθμό εισακτέων που είχε ζητήσει |
| 2024 | > 10.100 | Πάνω από δέκα χιλιάδες κενές θέσεις |
| 2025 | > 10.800 | Νέα αύξηση των κενών θέσεων |
| Σύνολο 2021-2025 | ≈ 59.100 | Σχεδόν 59.000 χαμένες θέσεις στην πενταετία εφαρμογής της ΕΒΕ |
Συνοπτική εικόνα
| Δείκτης | Μέγεθος |
|---|---|
| Συνολικές κενές θέσεις (2021-2025) | ≈ 59.100 |
| Μέσος όρος κενών θέσεων ανά έτος | ≈ 11.820 |
| Χρονιά με τις περισσότερες κενές θέσεις | 2021 (≈17.000) |
| Χρονιά με τις λιγότερες κενές θέσεις | 2024 (≈10.100) |
| Εκτίμηση επίδρασης | Οι χαμένες θέσεις αντιστοιχούν περίπου στον συνολικό φοιτητικό πληθυσμό τριών μεγάλων ελληνικών πανεπιστημίων |
Με άλλα λόγια, μέσα σε πέντε μόλις χρόνια η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής έχει αφαιρέσει από το δημόσιο πανεπιστήμιο έναν αριθμό φοιτητών αρκετά μεγαλύτερο από όσους σπουδάζουν σήμερα στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου και στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο μαζί.
Η εικόνα αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν εξετάσει κανείς ποια τμήματα πλήττονται περισσότερο. Δεν είναι οι κεντρικές σχολές των μεγάλων αστικών κέντρων που αντιμετωπίζουν το μεγαλύτερο πρόβλημα. Είναι κυρίως τα περιφερειακά πανεπιστημιακά τμήματα, τα οποία βλέπουν χρόνο με τον χρόνο τον αριθμό των εισακτέων να συρρικνώνεται, τα αμφιθέατρα να αδειάζουν και τη βιωσιμότητά τους να τίθεται υπό αμφισβήτηση.
Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο αν συνδυαστεί με τις προβλέψεις του νόμου 4957/2022 για τα πανεπιστήμια. Ο συγκεκριμένος νόμος προβλέπει ότι για την αξιολόγηση της λειτουργίας και της βιωσιμότητας ενός τμήματος λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, ο αριθμός των φοιτητών που προσελκύει, η σχέση φοιτητών προς μέλη ΔΕΠ και η ζήτηση που παρουσιάζει στις εισαγωγικές εξετάσεις.
Εδώ ακριβώς εμφανίζεται μια ιδιότυπη «αυτοεκπληρούμενη προφητεία». Η Πολιτεία δημιουργεί μέσω της ΕΒΕ χιλιάδες κενές θέσεις, μειώνει τον αριθμό των φοιτητών που εισέρχονται σε δεκάδες τμήματα και στη συνέχεια περιμένει την κατάλληλη ευκαιρία να χρησιμοποιήσει τη μειωμένη φοιτητική παρουσία ως ένδειξη προβληματικής λειτουργίας ή χαμηλής βιωσιμότητας αυτών των τμημάτων.
Έτσι, τμήματα που αποδυναμώνονται διοικητικά και αριθμητικά από μια κεντρική πολιτική επιλογή κινδυνεύουν στη συνέχεια να βρεθούν αντιμέτωπα με συγχωνεύσεις, αναδιαρθρώσεις ή ακόμη και καταργήσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι τα τελευταία χρόνια η συζήτηση για τον νέο ακαδημαϊκό χάρτη και για τη μείωση του αριθμού των πανεπιστημιακών τμημάτων επανέρχεται όλο και πιο συχνά.
Την ίδια στιγμή, το τοπίο της Ανώτατης Εκπαίδευσης αλλάζει ραγδαία. Η λειτουργία μη κρατικών πανεπιστημίων, η αναβαθμισμένη παρουσία των λεγόμενων μη κρατικών Πανεπιστημίων και η δυνατότητα φοίτησης σε ιδιωτικές εκπαιδευτικές δομές δημιουργούν νέες επιλογές για όσους αποκλείονται από το δημόσιο πανεπιστήμιο.
Για χιλιάδες οικογένειες, το μήνυμα που εκπέμπεται είναι σαφές. Αν δεν καταφέρεις να περάσεις το φίλτρο της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής, υπάρχει πάντα η δυνατότητα μιας ιδιωτικής εκπαιδευτικής διαδρομής, αρκεί φυσικά να διαθέτεις τους απαραίτητους οικονομικούς πόρους.
Κάπως έτσι, η συζήτηση για την ΕΒΕ παύει να αφορά αποκλειστικά την ακαδημαϊκή ποιότητα και μετατρέπεται σε συζήτηση για την πρόσβαση στη γνώση, για την ισότητα των ευκαιριών και για το μέλλον της δημόσιας Ανώτατης Εκπαίδευσης.
Το ερώτημα που προκύπτει είναι απλό αλλά κρίσιμο: γιατί το Υπουργείο Παιδείας συνεχίζει να ανακοινώνει κάθε χρόνο έναν αριθμό εισακτέων που γνωρίζει εκ των προτέρων ότι δεν θα επιβεβαιωθεί στην πράξη;
Διότι αν οι 68.788 θέσεις που ανακοινώθηκαν φέτος μειωθούν ξανά κατά περίπου 10.000, όπως συνέβη τα προηγούμενα χρόνια, τότε δεν μιλάμε για πραγματικό αριθμό εισακτέων αλλά για έναν αριθμό θεωρητικό, έναν αριθμό «βιτρίνας».
Και πίσω από αυτή τη βιτρίνα κρύβονται χιλιάδες νέοι που μένουν εκτός πανεπιστημίων, δεκάδες τμήματα που αποδυναμώνονται και ένα δημόσιο πανεπιστήμιο που βλέπει χρόνο με τον χρόνο να χάνει ένα μέρος της κοινωνικής και ακαδημαϊκής του δυναμικής.
Ίσως, τελικά, το πραγματικό ερώτημα των Πανελλαδικών του 2025 να μην είναι πόσοι θα εισαχθούν στα πανεπιστήμια. Ίσως το κρίσιμο ερώτημα να είναι πόσοι θα μπορούσαν να σπουδάσουν, πόσες θέσεις υπάρχουν πραγματικά και γιατί χιλιάδες από αυτές παραμένουν κάθε χρόνο άδειες.
Όλες οι σημαντικές ειδήσεις
Πανελλήνιες 2026: Θέματα, Λύσεις, Αποτελέσματα και Bάσεις στο google
Κατσαρίδες στο σπίτι: Τα φυτά που «υπόσχονται» φυσική απώθηση
Χρήστος Κάτσικας