Η έξοδος προς τη συνταξιοδότηση για χιλιάδες εκπαιδευτικούς έχει μετατραπεί τα τελευταία χρόνια σε μια εξαιρετικά ακριβή υπόθεση.
Με το όριο για την πλήρη σύνταξη να έχει «κλειδώσει» στα 40 έτη ασφάλισης και το 62ο έτος της ηλικίας, η εξαγορά πλασματικών ετών δεν είναι πλέον μια επιλογή πολυτελείας για τον κλάδο, αλλά ένας αναγκαστικός μονόδρομος.
Ωστόσο, το τίμημα αυτού του δρόμου έχει εκτοξευθεί, δημιουργώντας ένα οικονομικό βάρος που εξανεμίζει τις προσδοκίες των εκπαιδευτικών.
Η εκτίναξη του κόστους από το 6,67% στο 20%
Η ρίζα του ζητήματος εντοπίζεται στη σταδιακή εφαρμογή των διατάξεων του νόμου 4387/2016. Ενώ μέχρι το 2016 το ποσοστό εξαγοράς πλασματικών χρόνων ανερχόταν στο 6,67% επί του μισθού, η μεταβατική περίοδος που ακολούθησε οδήγησε σε μια πρωτοφανή επιβάρυνση. Από το 2020 και μετά, το ποσοστό αυτό τριπλασιάστηκε, φτάνοντας το 20% για κάθε μήνα εξαγοράς.
Η διαφορά είναι χαώδης: Ένας εκπαιδευτικός που υπέβαλε αίτηση το 2016 πληρώνει ένα κλάσμα των χρημάτων που καλείται να καταβάλει σήμερα ένας συνάδελφός του για τον ίδιο ακριβώς χρόνο ασφάλισης. Στην ουσία, το Δημόσιο μετακύλισε ολόκληρη την εργοδοτική εισφορά (13,33%) στις πλάτες του εργαζόμενου, καθιστώντας την αναγνώριση χρόνου μια δυσβάσταχτη επένδυση.
Οι «χαμένες» περίοδοι
Πέρα από το κόστος, το υφιστάμενο πλαίσιο συντηρεί αποκλεισμούς που πλήττουν κυρίως όσους συνταξιοδοτούνται με τις αμιγώς δημοσιοϋπαλληλικές διατάξεις.
Ο χρόνος της στρατιωτικής θητείας, αν και αποτελεί χρόνο υποχρεωτικής υπηρεσίας, δεν αναγνωρίζεται αυτόματα, ενώ το ίδιο συμβαίνει και με την επιδοτούμενη ανεργία, η οποία αναγνωρίζεται μόνο σε όσους υπάγονται στις κοινές διατάξεις (τ. ΙΚΑ). Επιπλέον, το ζήτημα των πλασματικών ετών για τα τέκνα παραμένει κρίσιμο, καθώς σε μια περίοδο έντονης υπογεννητικότητας, η πολιτεία θα όφειλε να διευκολύνει και όχι να επιβαρύνει οικονομικά τους γονείς εκπαιδευτικούς.
Η πραγματικότητα των 40 ετών εργασίας είναι σχεδόν αδύνατο να επιτευχθεί χωρίς τη χρήση πλασματικών ετών, ειδικά για τους εκπαιδευτικούς που διορίστηκαν σε μεγαλύτερη ηλικία μετά από χρόνια αναπλήρωσης. Η επιστροφή στο ποσοστό του 6,67% ανεξαρτήτως ημερομηνίας αίτησης, η αυτόματη αναγνώριση της θητείας και η ενσωμάτωση του χρόνου ανεργίας αποτελούν κινήσεις που θα αποκαταστήσουν την ισορροπία στο ασφαλιστικό σύστημα του κλάδου.
Συγκριτικός πίνακας κόστους εξαγοράς
| Έτος υποβολής αίτησης | Ποσοστό εξαγοράς (επί του μισθού) | Επιβάρυνση |
| Έως 31/12/2016 | 6,67% | Μόνο η εισφορά εργαζομένου |
| 2017 | 10,00% | Εισφορά εργαζομένου + μέρος εργοδοτικής |
| 2018 | 13,33% | Σταδιακή ενσωμάτωση εργοδοτικής εισφοράς |
| 2019 | 16,67% | Σταδιακή ενσωμάτωση εργοδοτικής εισφοράς |
| 2020 - Σήμερα | 20,00% | Πλήρης κάλυψη εισφοράς από τον εκπαιδευτικό |
Όλες οι σημαντικές ειδήσεις
Συναγερμός ΕΦΕΤ: Ανάκληση σε πασίγνωστη φέτας λόγω Λιστέριας
Προκηρύξεις εκπαιδευτικών 2026: Πώς θα δεις πρώτος τους πίνακες μέσω google
Λεωνίδας Βουρλιώτης