Ένα ιδιαίτερο γλωσσικό παράθυρο στις κοινωνικές αντιλήψεις του παρελθόντος προσφέρει η αρχαιοελληνική λέξη «γυναικοπίπης», ένας όρος με εξαιρετικά εξειδικευμένη σημασία που γεννήθηκε από τη σύνθεση της λέξης «γυναίκα» και του ρήματος «ὀπιπτεύω» (κοιτάζω επίμονα).
Στην αρχική του χρήση, ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός αποδιδόταν αποκλειστικά σε όποιον παρακολουθούσε κρυφά τις γυναίκες, αποτυπώνοντας μια ξεκάθαρη συμπεριφορά λαθραίας παρατήρησης. Ωστόσο, με την πάροδο του χρόνου η έννοια του όρου υπέστη μια ενδιαφέρουσα σημασιολογική διεύρυνση, καταλήγοντας να περιγράφει γενικότερα τον άνδρα που εκδηλώνει έντονο ενδιαφέρον για το γυναικείο φύλο, δηλαδή τον «γυναικά».
Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει τις λεπτές διαφοροποιήσεις και τα όρια που έθετε η εποχή ανάμεσα στην κρυφή, ενδεχομένως παρεξηγήσιμη παρατήρηση και τον απροκάλυπτο, φανερό θαυμασμό προς τη γυναίκα.