Για πολλές δεκαετίες το δημόσιο σχολείο αποτελούσε για χιλιάδες πτυχιούχους έναν δύσκολο αλλά επιθυμητό επαγγελματικό προορισμό, καθώς ακόμη και αν προηγούνταν χρόνια αναπλήρωσης, μετακινήσεων και αναμονής, στο βάθος υπήρχε η προοπτική της μονιμότητας και μιας σχετικά ασφαλούς επαγγελματικής ζωής. Αυτή η εικόνα φαίνεται πλέον να αλλάζει και οι αριθμοί των τελευταίων προκηρύξεων του ΑΣΕΠ λειτουργούν ως ένα σοβαρό προειδοποιητικό σήμα.
Στις προκηρύξεις 1ΓΕ/2026 και 2ΓΕ/2026 καταγράφηκαν περίπου 22.000 λιγότερες αιτήσεις σε σχέση με την αντίστοιχη διαδικασία του 2023, μια υποχώρηση που δεν μπορεί να διαβαστεί αποκλειστικά ως στατιστική μεταβολή, παρότι μέρος της εξηγείται από τους μόνιμους διορισμούς των τελευταίων ετών, οι οποίοι φυσιολογικά αφαίρεσαν από τους πίνακες χιλιάδες εκπαιδευτικούς που πλέον έχουν οργανική θέση.
Το υπόλοιπο της εικόνας, όμως, είναι πολύ πιο ανησυχητικό.
Όταν ο μισθός τελειώνει στο ενοίκιο
Το πρώτο και πιο άμεσο πρόβλημα είναι οικονομικό, καθώς ένας νέος αναπληρωτής ή νεοδιόριστος μπορεί να καλείται να εγκατασταθεί εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι του με καθαρές μηνιαίες αποδοχές της τάξης των 850-950 ευρώ, ενώ σε πολλές τουριστικές και νησιωτικές περιοχές ένα υποτυπώδες διαμέρισμα μπορεί να απαιτεί 400 ή 500 ευρώ τον μήνα.
Αν σε αυτά προστεθούν ρεύμα, νερό, τρόφιμα, καύσιμα, ακτοπλοϊκά ή αεροπορικά εισιτήρια και τα έξοδα επιστροφής στον τόπο μόνιμης κατοικίας, δημιουργείται ένα παράδοξο που πριν από μερικές δεκαετίες θα φαινόταν αδιανόητο: ο εργαζόμενος χρειάζεται οικονομική βοήθεια από την οικογένειά του για να μπορέσει να πάει στη δουλειά του.
Και αυτό αλλάζει ολόκληρη την κοινωνική βάση του επαγγέλματος, επειδή ένας νέος επιστήμονας χωρίς οικογενειακό οικονομικό «μαξιλάρι» μπορεί πλέον να μην έχει καν τη δυνατότητα να ακολουθήσει τη διαδρομή της αναπλήρωσης.
Το πτυχίο ανοίγει πλέον και άλλες πόρτες
Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, όπου καταγράφηκε και η μεγαλύτερη υποχώρηση των αιτήσεων, καθώς αρκετές ειδικότητες έχουν σήμερα επαγγελματικές διεξόδους που πριν από χρόνια ήταν πολύ πιο περιορισμένες.
Πληροφορικοί, Μαθηματικοί, Φυσικοί και Μηχανικοί μπορούν να στραφούν σε εταιρείες τεχνολογίας, ιδιωτικές επιχειρήσεις, φροντιστήρια ή ακόμη και σε εξ αποστάσεως εργασία για εταιρείες του εξωτερικού, συχνά με σημαντικά καλύτερες αποδοχές και μεγαλύτερες δυνατότητες επαγγελματικής εξέλιξης.
Το δημόσιο σχολείο, επομένως, δεν ανταγωνίζεται πλέον μόνο την ανεργία, όπως συνέβαινε σε άλλες εποχές. Ανταγωνίζεται πραγματικές εναλλακτικές επαγγελματικές επιλογές.
Και δεν είναι μόνο τα χρήματα
Υπάρχει όμως και κάτι βαθύτερο που δύσκολα αποτυπώνεται σε έναν μισθολογικό πίνακα: η καθημερινότητα του εκπαιδευτικού έχει γίνει περισσότερο απαιτητική, καθώς δίπλα στη διδασκαλία έχουν συσσωρευτεί γραφειοκρατικές διαδικασίες, πλατφόρμες, διοικητικές υποχρεώσεις και εξωδιδακτικά καθήκοντα, ενώ ταυτόχρονα ο εκπαιδευτικός καλείται να αντιμετωπίσει σχολικό εκφοβισμό, σύνθετες συμπεριφορές μαθητών, εντάσεις με γονείς και αυξημένες ανάγκες διαχείρισης της σχολικής τάξης.
Όταν αυτή η πίεση δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη οικονομική ανταμοιβή, θεσμική υποστήριξη και κοινωνική αναγνώριση, δημιουργείται ένα επικίνδυνο μείγμα: χαμηλές αποδοχές, υψηλές απαιτήσεις και μειωμένη προσδοκία ότι τα πράγματα θα γίνουν καλύτερα.
Το μεγάλο πρόβλημα μπορεί να φανεί σε λίγα χρόνια
Η μείωση κατά 22.000 αιτήσεις δεν σημαίνει από μόνη της ότι 22.000 εκπαιδευτικοί «εγκατέλειψαν» το δημόσιο σχολείο, καθώς ένα σημαντικό τμήμα της διαφοράς συνδέεται με τους μόνιμους διορισμούς που πραγματοποιήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια. Αυτό όμως δεν αναιρεί το προειδοποιητικό μήνυμα.
Γιατί το πραγματικό ερώτημα δεν είναι πόσοι υποψήφιοι υπάρχουν σήμερα συνολικά στους πίνακες, αλλά πόσοι θα εξακολουθούν σε πέντε ή δέκα χρόνια να θεωρούν ότι αξίζει να περιμένουν, να μετακινούνται από νησί σε νησί, να πληρώνουν πανάκριβα ενοίκια και να ζουν για χρόνια με μια βαλίτσα στο χέρι προκειμένου κάποτε να αποκτήσουν μια μόνιμη θέση στο δημόσιο σχολείο.
Και το πρόβλημα μπορεί να γίνει ιδιαίτερα οξύ σε ειδικότητες των οποίων οι πτυχιούχοι έχουν ήδη καλύτερα αμειβόμενες εναλλακτικές λύσεις.
Το εκπαιδευτικό σύστημα μπορεί να συνεχίσει να αναζητά κάθε Σεπτέμβριο δεκάδες χιλιάδες αναπληρωτές για να καλύψει τα κενά του. Δεν μπορεί όμως να θεωρεί δεδομένο ότι θα υπάρχουν για πάντα δεκάδες χιλιάδες νέοι επιστήμονες πρόθυμοι να δεχθούν οποιοδήποτε κόστος για να μπουν σε μια σχολική αίθουσα.
Γιατί όταν ένας νέος εκπαιδευτικός πρέπει να επιδοτεί τη δουλειά του από την τσέπη του ή από το εισόδημα των γονιών του, το πρόβλημα δεν είναι πλέον ότι εκείνος «γυρίζει την πλάτη» στο δημόσιο σχολείο.
Είναι ότι το δημόσιο σχολείο έχει αρχίσει να του δίνει όλο και λιγότερους λόγους για να το επιλέξει.