Υπάρχει μια φράση που ακούγεται όλο και συχνότερα στα σχολεία, στα γραφεία των εκπαιδευτικών, στα διαλείμματα, στις συζητήσεις μετά το μάθημα και στις κουβέντες ανθρώπων που πριν από λίγα χρόνια δεν θα μπορούσαν να φανταστούν τον εαυτό τους μακριά από την τάξη: «Να φύγω, δεν αντέχω άλλο».
Δεν σημαίνει ότι όλοι όσοι το λένε θα παραιτηθούν ή ότι έχουν ήδη αποφασίσει να εγκαταλείψουν την εκπαίδευση, σημαίνει όμως ότι κάτι βαθύτερο συμβαίνει μέσα στο σχολείο, κάτι που ξεπερνά την παραδοσιακή γκρίνια για τον χαμηλό μισθό και αγγίζει πλέον την ίδια τη σχέση του εκπαιδευτικού με το επάγγελμά του, με το νόημά του και με την καθημερινότητά του.
Ο δάσκαλος και ο καθηγητής στην Ελλάδα βρίσκονταν πάντοτε ανάμεσα στα χαμηλότερα αμειβόμενα στρώματα του Δημοσίου, επομένως δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στις αποδοχές η σημερινή διάθεση αποχώρησης που διαπερνά μεγάλο κομμάτι του κλάδου. Ο μισθός παραμένει ασφαλώς σημαντικός, ιδιαίτερα σε μια εποχή όπου το ενοίκιο, οι λογαριασμοί και το κόστος ζωής πιέζουν ασφυκτικά, όμως σήμερα προστίθεται κάτι ακόμη πιο βαρύ: η αίσθηση ότι το επάγγελμα απομακρύνεται όλο και περισσότερο από εκείνο που ο εκπαιδευτικός επέλεξε κάποτε να κάνει, δηλαδή να διδάσκει, να επικοινωνεί με τους μαθητές του, να μεταδίδει γνώση και να δημιουργεί μέσα στην τάξη.
Η σχολική καθημερινότητα έχει γεμίσει με υποχρεώσεις, αρμοδιότητες και ευθύνες που συχνά ελάχιστη σχέση έχουν με τον πυρήνα της διδασκαλίας. Ο εκπαιδευτικός καλείται να είναι ταυτόχρονα παιδαγωγός, διοικητικός υπάλληλος, διαχειριστής πλατφορμών, υπεύθυνος δράσεων, μέλος επιτροπών, συνοδός, επιτηρητής, διαμεσολαβητής σε συγκρούσεις, αποδέκτης παραπόνων και άνθρωπος που πρέπει να αντιδράσει σωστά σε κάθε απρόβλεπτο περιστατικό, γνωρίζοντας ότι ένα λάθος, μια καταγγελία, ένας τραυματισμός, μια ένταση με γονέα ή ένα περιστατικό μεταξύ μαθητών μπορεί να τον οδηγήσει σε μια περιπέτεια που ποτέ δεν είχε φανταστεί όταν επέλεγε να γίνει δάσκαλος.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο γεννιέται και ο φόβος. Ο φόβος μήπως συμβεί κάτι στην αυλή, μήπως μια εκδρομή εξελιχθεί άσχημα, μήπως ένας γονέας καταγγείλει μια συμπεριφορά, μήπως μια παιδαγωγική απόφαση παρερμηνευθεί, μήπως μια στιγμή έντασης οδηγήσει σε αναφορά, απολογία ή πειθαρχικό. Και όταν ο εκπαιδευτικός αρχίζει να σκέφτεται περισσότερο πώς δεν θα «μπλέξει» παρά πώς θα κάνει καλύτερο μάθημα, τότε το πρόβλημα έχει ήδη περάσει από το διοικητικό επίπεδο στην καρδιά της εκπαιδευτικής διαδικασίας.
Την ίδια ώρα, η ουσία της δουλειάς μοιάζει να υποχωρεί μπροστά σε έναν ολόκληρο μηχανισμό στόχων, δεικτών, εκθέσεων, πλατφορμών, αξιολογήσεων και διαδικασιών, που απαιτούν από τον εκπαιδευτικό να αποδεικνύει διαρκώς ότι εργάζεται, ενώ η πραγματική του εργασία συμβαίνει καθημερινά μπροστά στα παιδιά.
Το αν ένας μαθητής κατάφερε να αγαπήσει ένα βιβλίο, αν ένα παιδί που φοβόταν άρχισε να σηκώνει το χέρι του, αν μια τάξη έμαθε να συνεργάζεται ή αν ένας αδύναμος μαθητής πίστεψε λίγο περισσότερο στον εαυτό του, δεν χωρά εύκολα σε έναν δείκτη, δεν αποτυπώνεται σε μια φόρμα και δεν καταγράφεται σε μια πλατφόρμα, παρότι αυτές είναι ίσως οι σημαντικότερες στιγμές της εκπαιδευτικής ζωής.
Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα δυναμώνει και η λεγόμενη «σιωπηλή παραίτηση». Ο εκπαιδευτικός παραμένει στην υπηρεσία, αλλά περιορίζει τον εαυτό του στα απολύτως αναγκαία, δεν αναλαμβάνει εύκολα νέες πρωτοβουλίες, δεν οργανώνει δράσεις, δεν προτείνει κάτι διαφορετικό και αποφεύγει οτιδήποτε θα μπορούσε να του προσθέσει ακόμη μία ευθύνη. Δεν πρόκειται πάντα για αδιαφορία· πολλές φορές είναι ένας μηχανισμός αυτοπροστασίας απέναντι σε ένα περιβάλλον όπου η πρωτοβουλία μπορεί να σημαίνει περισσότερη γραφειοκρατία, περισσότερη έκθεση και μεγαλύτερο κίνδυνο.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι αρκετοί παλαιότεροι εκπαιδευτικοί αρχίζουν να βλέπουν τη συνταξιοδότηση όχι ως φυσική ολοκλήρωση μιας επαγγελματικής διαδρομής, αλλά ως έξοδο διαφυγής. Ακούγεται όλο και συχνότερα το «θα χάσω χρήματα, αλλά θα φύγω», μια φράση που δείχνει ότι για ορισμένους το ψυχικό κόστος της παραμονής έχει αρχίσει να θεωρείται μεγαλύτερο από το οικονομικό κόστος μιας λιγότερο συμφέρουσας συνταξιοδότησης. Και όταν ένας άνθρωπος είναι διατεθειμένος να δεχθεί μικρότερο εισόδημα για να απομακρυνθεί από την εργασία του, τότε κάτι πολύ σοβαρό έχει αλλάξει στη σχέση του με αυτήν.
Παράλληλα, φαίνεται να εξασθενεί και η παλιά έλξη που ασκούσε η δημόσια εκπαίδευση στους νεότερους πτυχιούχους. Για χρόνια, χιλιάδες νέοι άνθρωποι περίμεναν στους πίνακες, γύριζαν όλη την Ελλάδα ως αναπληρωτές και θεωρούσαν τον μόνιμο διορισμό μεγάλο επαγγελματικό στόχο. Σήμερα, όταν βλέπουν μπροστά τους χαμηλές αποδοχές, διαρκείς μετακινήσεις, στεγαστική πίεση, αυξημένες ευθύνες, αξιολογήσεις, διοικητικό φόρτο και ένα επάγγελμα που οι ίδιοι οι άνθρωποί του περιγράφουν όλο και συχνότερα ως εξουθενωτικό, είναι λογικό ένα μέρος τους να κοιτάζει προς άλλες επαγγελματικές διαδρομές ή προς το εξωτερικό.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι ότι οι εκπαιδευτικοί ζητούν απλώς περισσότερα χρήματα. Είναι ότι πολλοί ζητούν να ξαναβρούν το νόημα της δουλειάς τους. Να ξαναμπεί στο κέντρο το παιδί, η γνώση, η σχέση, η τάξη, η παιδαγωγική ελευθερία, η χαρά της μάθησης και η εμπιστοσύνη στον δάσκαλο, αντί για έναν κόσμο όπου κυριαρχούν οι δείκτες, οι φόρμες, οι πλατφόρμες και ο φόβος της ευθύνης.
Γιατί το πιο ανησυχητικό για ένα εκπαιδευτικό σύστημα δεν είναι μόνο όταν να υπάρχουν κενές θέσεις στα σχολεία. Είναι να υπάρχουν γεμάτες αίθουσες διδασκόντων με ανθρώπους που μετρούν τις μέρες μέχρι να φύγουν. Και όταν η φράση «αν μπορούσα, θα έφευγα αύριο» ακούγεται όλο και συχνότερα από ανθρώπους που κάποτε έλεγαν «αγαπώ αυτή τη δουλειά», τότε το σχολείο δεν χρειάζεται άλλον έναν δείκτη για να αξιολογηθεί· χρειάζεται να αναρωτηθεί επειγόντως τι έχει συμβεί στους ανθρώπους του.