Η καρδιά έχει τον δικό της ηλεκτρικό «ρυθμιστή», που φροντίζει ώστε οι χτύποι της να παραμένουν συντονισμένοι. Όταν όμως ο φυσιολογικός ρυθμός διαταράσσεται, μπορεί να εμφανιστεί κολπική μαρμαρυγή, η συχνότερη καρδιακή αρρυθμία στους ενήλικες.
Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της είναι ότι δεν γίνεται πάντα αντιληπτή. Κάποιοι άνθρωποι μπορεί να αισθάνονται έντονους ή ακανόνιστους παλμούς, ενώ άλλοι δεν παρουσιάζουν απολύτως κανένα σύμπτωμα και η αρρυθμία εντοπίζεται τυχαία σε έναν καρδιολογικό έλεγχο.
Ποια σημάδια δεν πρέπει να αγνοούμε
Όταν υπάρχουν συμπτώματα, αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν αίσθημα παλμών, γρήγορο ή ακανόνιστο καρδιακό ρυθμό, δύσπνοια, εύκολη κόπωση, ζάλη, αδυναμία ή μειωμένη αντοχή στην άσκηση. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να εμφανιστεί και πόνος ή δυσφορία στο στήθος. Ένα επεισόδιο μπορεί να διαρκέσει από λίγα λεπτά έως αρκετές ώρες ή και περισσότερο, ενώ η αρρυθμία μπορεί να εμφανίζεται κατά διαστήματα ή να γίνει πιο σταθερή με την πάροδο του χρόνου.
Η κολπική μαρμαρυγή δεν αφορά μόνο τους ίδιους τους παλμούς της καρδιάς. Η ακανόνιστη λειτουργία των κόλπων μπορεί να ευνοήσει τη δημιουργία θρόμβων, οι οποίοι σε ορισμένες περιπτώσεις μπορούν να μετακινηθούν στην κυκλοφορία του αίματος και να προκαλέσουν αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Παράλληλα, όταν η αρρυθμία παραμένει χωρίς αντιμετώπιση, μπορεί να επιβαρύνει τη λειτουργία της καρδιάς και να συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο καρδιακής ανεπάρκειας.
Ο κίνδυνος δεν είναι ίδιος για όλους. Η ηλικία, η υπέρταση, ο διαβήτης, προηγούμενο εγκεφαλικό επεισόδιο, η καρδιακή ανεπάρκεια και άλλες καρδιαγγειακές παθήσεις είναι μεταξύ των παραγόντων που μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο επιπλοκών.
Πώς γίνεται η διάγνωση
Η διάγνωση βασίζεται κυρίως στην καταγραφή του καρδιακού ρυθμού. Το ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ) αποτελεί βασική εξέταση, όμως όταν η αρρυθμία εμφανίζεται περιστασιακά μπορεί να χρειαστεί πιο παρατεταμένη καταγραφή, όπως Holter ρυθμού ή άλλες συσκευές παρακολούθησης.
Η έγκαιρη διάγνωση έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς επιτρέπει στον γιατρό να εκτιμήσει τον ατομικό κίνδυνο εγκεφαλικού επεισοδίου και να αποφασίσει αν χρειάζεται αντιπηκτική αγωγή.
Ποιες είναι οι διαθέσιμες θεραπείες
Η αντιμετώπιση δεν είναι ίδια για όλους. Ανάλογα με την περίπτωση μπορεί να χρησιμοποιηθούν φάρμακα για τον έλεγχο της καρδιακής συχνότητας ή του ρυθμού, ενώ σε ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο εγκεφαλικού μπορεί να χορηγηθεί αντιπηκτική αγωγή.
Σε επιλεγμένους ασθενείς, ιδιαίτερα όταν η αρρυθμία προκαλεί σημαντικά συμπτώματα ή δεν ελέγχεται επαρκώς με φαρμακευτική αγωγή, μπορεί να εξεταστεί η κατάλυση (ablation), μια επεμβατική θεραπεία που στοχεύει στις περιοχές της καρδιάς από όπου ξεκινούν ή συντηρούνται τα παθολογικά ηλεκτρικά ερεθίσματα.
Ποιοι χρειάζονται μεγαλύτερη προσοχή
Η πιθανότητα εμφάνισης κολπικής μαρμαρυγής αυξάνεται με την ηλικία, ενώ σημαντικό ρόλο παίζουν παράγοντες όπως η υπέρταση, η παχυσαρκία, ο διαβήτης, η υπνική άπνοια, η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ και ορισμένες καρδιακές παθήσεις.
Η ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης, η διατήρηση υγιούς σωματικού βάρους, η σωματική δραστηριότητα, η αντιμετώπιση υποκείμενων παθήσεων και ο περιορισμός παραγόντων που μπορεί να πυροδοτούν επεισόδια αποτελούν σημαντικά κομμάτια της πρόληψης και της συνολικής αντιμετώπισης.
Το σημαντικότερο είναι ότι η απουσία συμπτωμάτων δεν σημαίνει απαραίτητα απουσία προβλήματος. Ένας ακανόνιστος σφυγμός ή ανεξήγητα επεισόδια ταχυκαρδίας, ζάλης ή δύσπνοιας αξίζουν ιατρική αξιολόγηση.
Και αν εμφανιστεί έντονος πόνος ή πίεση στο στήθος, σοβαρή δύσπνοια, λιποθυμία ή ξαφνικά συμπτώματα όπως αδυναμία στη μία πλευρά του σώματος, διαταραχή στην ομιλία ή στο πρόσωπο, χρειάζεται άμεση επείγουσα ιατρική βοήθεια.