Η συνδικαλιστική εκπροσώπηση των εκπαιδευτικών δεν μπορεί πλέον να περιορίζεται στη λογική μιας περιοδικής ανακοίνωσης, μιας εθιμοτυπικής συνάντησης με την πολιτική ηγεσία ή μιας απεργιακής κινητοποίησης που οργανώνεται όταν οι αποφάσεις έχουν ήδη ληφθεί, διότι η εκπαίδευση στον 21ο αιώνα δεν διαμορφώνεται μόνο μέσα στα εθνικά κοινοβούλια και στα υπουργικά γραφεία, αλλά σε ένα πολυεπίπεδο περιβάλλον στο οποίο ιδέες, πρότυπα διακυβέρνησης, δείκτες αξιολόγησης, μορφές εργασιακής ευελιξίας και πολιτικές περιορισμού του δημόσιου κόστους μεταφέρονται από χώρα σε χώρα, παρουσιάζονται συχνά ως τεχνοκρατικά ουδέτερες ή αναπόφευκτες και, τελικά, εφαρμόζονται στο εθνικό επίπεδο χωρίς προηγουμένως να έχει διεξαχθεί ουσιαστικός κοινωνικός διάλογος.
Στην εποχή της μετανεωτερικής παγκοσμιοποίησης των «ταξιδευουσών πολιτικών», η συνδικαλιστική δεοντολογία δεν μπορεί να ταυτίζεται μόνο με την υπεράσπιση μισθολογικών ή ασφαλιστικών αιτημάτων, όσο σημαντικά και αν είναι αυτά, αλλά οφείλει να συγκροτεί μια ολοκληρωμένη στρατηγική προστασίας του δημόσιου αγαθού της εκπαίδευσης, της επαγγελματικής αξιοπρέπειας των εκπαιδευτικών και του δικαιώματος κάθε οικογένειας να μορφώνει τα παιδιά της χωρίς να οδηγείται σε οικονομική εξουθένωση. Δεν μιλούμε, επομένως, για μια στενά συντεχνιακή λειτουργία, αλλά για μια βαθιά κοινωνική και εθνική αποστολή, διότι η αποδυνάμωση του εκπαιδευτικού επαγγέλματος και η μετατροπή της μόρφωσης σε αγαθό που μπορούν να απολαμβάνουν πλήρως μόνο όσοι έχουν την οικονομική δυνατότητα δεν πλήττουν απλώς έναν επαγγελματικό κλάδο, πλήττουν την κοινωνική συνοχή, την παραγωγικότητα, τη δημοκρατία και το ίδιο το μέλλον της χώρας.
Η διεθνής θεσμική βάση αυτής της θέσης είναι απολύτως σαφής. Η κοινή Σύσταση ILO/UNESCO (International Labour Organisation/Διεθνής Οργάνωση Εργασίας) για το καθεστώς των εκπαιδευτικών αναγνωρίζει ότι η πρόοδος της εκπαίδευσης εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ποιότητα και το κύρος του εκπαιδευτικού προσωπικού, ότι οι συνθήκες εργασίας πρέπει να επιτρέπουν στους εκπαιδευτικούς να αφοσιώνονται στα επαγγελματικά τους καθήκοντα και ότι οι οργανώσεις τους πρέπει να συμμετέχουν στη διαμόρφωση της εκπαιδευτικής πολιτικής, στην εκπαιδευτική έρευνα και στη βελτίωση της ποιότητας της παρεχόμενης εκπαίδευσης. Η συνδικαλιστική δράση, επομένως, δεν αποτελεί εξωτερική πίεση προς την εκπαίδευση αλλά θεσμικό στοιχείο της ορθής διακυβέρνησής της.
Από τον αμυντικό συνδικαλισμό στη στρατηγική εκπροσώπηση
Πρώτη και αδιαπραγμάτευτη υποχρέωση των συνδικαλιστικών οργανώσεων είναι η συνεχής, θεσμικά οργανωμένη και όχι περιστασιακή επικοινωνία με όλους τους κοινωνικούς εταίρους της εκπαίδευσης, δηλαδή με τους εκπαιδευτικούς, τους μαθητές, τους γονείς, τις εκπαιδευτικές αρχές, τα πολιτικά κόμματα, τα πανεπιστήμια, τους φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης, τις επαγγελματικές και επιστημονικές ενώσεις, καθώς και με εκείνους τους κοινωνικούς και παραγωγικούς φορείς που έχουν άμεσο συμφέρον από την ύπαρξη ενός ποιοτικού εκπαιδευτικού συστήματος. Η εκπαίδευση δεν αφορά μόνο όσους εργάζονται μέσα στα σχολεία, αλλά αφορά την οικονομία, την αγορά εργασίας, την κοινωνική κινητικότητα, τη δημόσια υγεία, την πολιτιστική συνέχεια και τη δημοκρατική σταθερότητα. Ένα συνδικαλιστικό όργανο που συνομιλεί αποκλειστικά με το υπουργείο ή αποκλειστικά με τα μέλη του περιορίζει μόνο του το εύρος της επιρροής του και επιτρέπει στην εκάστοτε πολιτική εξουσία να παρουσιάζει τις διεκδικήσεις των εκπαιδευτικών ως κλαδική διαφορά και όχι ως ζήτημα εθνικού συμφέροντος.
Δεύτερη αναγκαία επιλογή είναι η ένταξη και η ενεργός συμμετοχή σε υπερκείμενες ευρωπαϊκές και διεθνείς συνδικαλιστικές δομές, όχι για λόγους συμβολικού κύρους αλλά για τη δημιουργία πραγματικής δυνατότητας διεθνούς παρέμβασης απέναντι σε πολιτικές που οι εθνικές κυβερνήσεις εμφανίζουν ως αναπόδραστες συνέπειες ευρωπαϊκών υποχρεώσεων, δημοσιονομικών περιορισμών ή παγκόσμιων μετασχηματισμών. Εφόσον οι πολιτικές ταξιδεύουν, οφείλει να ταξιδεύει και η αντίσταση απέναντι στις δυσμενείς συνέπειές τους. Εφόσον τα πρότυπα ελαστικοποίησης της εργασίας, εντατικοποίησης, αξιολόγησης χωρίς υποστηρικτικές δομές και περιορισμού του κόστους διαχέονται διεθνώς, η απάντηση δεν μπορεί να παραμένει εγκλωβισμένη στα εθνικά σύνορα.
Η διεθνής συνεργασία προσφέρει συγκριτικά δεδομένα, νομική τεχνογνωσία, κοινές καμπάνιες, πρόσβαση σε ευρωπαϊκά και διεθνή όργανα, καθώς και τη δυνατότητα να αποδομηθεί ο ισχυρισμός ότι μια συγκεκριμένη πολιτική είναι η μοναδική διαθέσιμη επιλογή. Η ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι και η συλλογική διαπραγμάτευση αναγνωρίζονται από τη Διεθνή Οργάνωση Εργασίας ως θεμελιώδη εργασιακά δικαιώματα και ως αναγκαία στοιχεία της δημοκρατίας και του κοινωνικού διαλόγου.
Ο συνδικαλιστικός λόγος οφείλει να είναι επιστημονικός λόγος
Τρίτη υποχρέωση είναι η συστηματική παραγωγή γνώσης. Οι εκπαιδευτικές ομοσπονδίες και τα πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια σωματεία δεν μπορεί να περιορίζονται στην αναπαραγωγή καταγγελιών, όσο βάσιμες και αν είναι, αλλά οφείλουν να συγκροτήσουν μόνιμες μονάδες τεκμηρίωσης, παρατηρητήρια εργασιακών συνθηκών και ερευνητικές ομάδες που θα συλλέγουν στοιχεία για τους μισθούς, την επαγγελματική εξουθένωση, τις αποχωρήσεις από το επάγγελμα, την επισφάλεια, την υπερωριακή εργασία, τις απολύσεις στον ιδιωτικό τομέα, τις συνθήκες των αναπληρωτών, τα περιστατικά διοικητικής αυθαιρεσίας, την επιβάρυνση από μη διδακτικά καθήκοντα και το πραγματικό κόστος που μετακυλίεται στις οικογένειες.
Τα αποτελέσματα αυτών των ερευνών πρέπει να παρουσιάζονται σε επιστημονικά συνέδρια, να δημοσιεύονται σε περιοδικά, να τίθενται υπόψη των πανεπιστημίων και των πολιτικών κομμάτων και να μετατρέπονται σε συγκεκριμένες προτάσεις δημόσιας πολιτικής. Ο συνδικαλιστικός λόγος που δεν διαθέτει δεδομένα κινδυνεύει να χαρακτηριστεί υπερβολικός. Ο λόγος, όμως, που στηρίζεται σε συγκριτικές μελέτες, ποσοτικούς δείκτες, ποιοτικές έρευνες και οικονομικές αναλύσεις αποκτά θεσμικό βάρος και μπορεί να αντιπαρατεθεί ισότιμα με την τεχνοκρατική γλώσσα της εξουσίας.
Τα υπάρχοντα στοιχεία δείχνουν ότι το πρόβλημα δεν είναι θεωρητικό. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, οι πραγματικές αποδοχές των εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα ήταν το 2024 περίπου 31% χαμηλότερες από τις αποδοχές άλλων εργαζομένων πλήρους απασχόλησης με τριτοβάθμια εκπαίδευση, ενώ η αντίστοιχη μέση διαφορά στις χώρες του ΟΟΣΑ ήταν 17%. Την ίδια στιγμή, οι πραγματικές αποδοχές των Ελλήνων εκπαιδευτικών αυξήθηκαν από το 2015 έως το 2024 μόλις κατά 1,4%, έναντι μέσης αύξησης 14,6% στον ΟΟΣΑ. Αυτή δεν είναι απλώς μια μισθολογική ανισότητα, αλλά είναι μηχανισμός απομείωσης της ελκυστικότητας του επαγγέλματος και, μακροπρόθεσμα, απειλή για την ικανότητα του συστήματος να προσελκύει και να διατηρεί καταρτισμένους εκπαιδευτικούς.
Η UNESCO προειδοποιεί ότι παγκοσμίως θα απαιτηθούν ακόμη 44 εκατομμύρια εκπαιδευτικοί πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης έως το 2030, ενώ επισημαίνει ότι οι ελλείψεις δεν αφορούν μόνο τις φτωχότερες χώρες αλλά και την Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική, όπου η μειωμένη ελκυστικότητα του επαγγέλματος και η αδυναμία διατήρησης προσωπικού αποτελούν ήδη σοβαρές προκλήσεις. Όταν, επομένως, λέγεται ότι σε λίγο μπορεί να μην υπάρχουν αρκετοί εκπαιδευτικοί, δεν πρόκειται κατ’ ανάγκην για ρητορική υπερβολή αλλά για κίνδυνο τον οποίο αναγνωρίζουν οι σημαντικότεροι διεθνείς οργανισμοί.
Η κοινωνική συμμαχία με τις οικογένειες
Τέταρτος άξονας πρέπει να είναι η επιδίωξη μιας σταθερής κοινωνικής συμμαχίας με τους γονείς και τις οικογένειες, όχι μέσα από μια ευκαιριακή προσπάθεια απόσπασης υποστήριξης κατά τη διάρκεια μιας κινητοποίησης, αλλά μέσα από την ανάδειξη του κοινού συμφέροντος που συνδέει την ποιότητα της εργασίας του εκπαιδευτικού με την ποιότητα της μόρφωσης του παιδιού. Ένας εξουθενωμένος, κακοπληρωμένος, επισφαλώς εργαζόμενος και διοικητικά απαξιωμένος εκπαιδευτικός δεν μπορεί να υπηρετεί για μεγάλο χρονικό διάστημα με την ίδια δημιουργικότητα, ψυχική ανθεκτικότητα και παιδαγωγική διαθεσιμότητα την τάξη του, όχι επειδή δεν επιθυμεί, αλλά επειδή κανένας ανθρώπινος οργανισμός δεν είναι ανεξάντλητος.
Η κοινωνία πρέπει να κατανοήσει ότι οι αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας των εκπαιδευτικών δεν αποτελούν προνόμιο του κλάδου αλλά όρο ποιότητας της εκπαίδευσης. Η ίδια η ILO υπογραμμίζει ότι η ασφαλής απασχόληση και οι αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας είναι ουσιώδεις τόσο για την ποιότητα του εκπαιδευτικού προσωπικού όσο και για την αντιμετώπιση των ελλείψεων εκπαιδευτικών.
Η ανάγκη αυτής της κοινωνικής συμμαχίας γίνεται ακόμη πιο επιτακτική αν ληφθεί υπόψη η οικονομική κατάσταση των νέων οικογενειών. Το 2024 η Ελλάδα κατέγραψε το υψηλότερο ποσοστό παιδικής υλικής στέρησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με 33,6% των παιδιών κάτω των 16 ετών να στερούνται βασικά αγαθά ή υπηρεσίες που θεωρούνται αναγκαία για ένα αποδεκτό επίπεδο ζωής. Το 2025, το 14,7% των νέων ηλικίας 15–29 ετών στην Ελλάδα αντιμετώπιζε σοβαρή υλική και κοινωνική στέρηση, ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην Ένωση. Σε αυτή την πραγματικότητα, οι πρόσθετες δαπάνες για φροντιστήρια, ξένες γλώσσες, μετακινήσεις, στέγαση φοιτητών, ψηφιακό εξοπλισμό και ιδιωτικές εκπαιδευτικές υπηρεσίες δεν αποτελούν μικρή οικογενειακή επιβάρυνση αλλά παράγοντα που μπορεί να καθορίζει τις εκπαιδευτικές ευκαιρίες ενός παιδιού.
Δημόσια παρουσία χωρίς επικοινωνιακό λαϊκισμό
Πέμπτη αναγκαία δράση είναι η συνεχής και επαγγελματικά οργανωμένη παρουσία των εκπαιδευτικών οργανώσεων στα εθνικά και περιφερειακά τηλεοπτικά δίκτυα, στο ραδιόφωνο, στον Τύπο και στα ψηφιακά μέσα. Η παρουσία αυτή δεν πρέπει να ενεργοποιείται μόνο τις ημέρες των απεργιών, όταν η δημόσια συζήτηση περιορίζεται συνήθως στην ταλαιπωρία των οικογενειών, αλλά να έχει διαρκή χαρακτήρα και να παρουσιάζει με κατανοητό τρόπο την πραγματικότητα της δημόσιας και της ιδιωτικής εκπαίδευσης.
Στον δημόσιο τομέα πρέπει να αναδεικνύονται η μισθολογική υποβάθμιση, το κόστος στέγασης των αναπληρωτών, οι ελλείψεις, η γραφειοκρατική επιβάρυνση και η απουσία ουσιαστικών δομών υποστήριξης. Στον ιδιωτικό τομέα πρέπει να έρχονται στο φως η εργασιακή ανασφάλεια, οι πιέσεις, η εντατικοποίηση, η συχνή απαίτηση παροχής πρόσθετης εργασίας, η αδιαφάνεια ορισμένων διαδικασιών αξιολόγησης και η δυσκολία των εργαζομένων να ασκήσουν τα συνδικαλιστικά τους δικαιώματα χωρίς να φοβούνται δυσμενείς συνέπειες. Η δημόσια παρουσία, όμως, οφείλει να είναι σοβαρή, τεκμηριωμένη και προσανατολισμένη στη δημιουργία κοινωνικών συμμαχιών και όχι στην παραγωγή εντυπώσεων. Χρειάζονται εκπρόσωποι εκπαιδευμένοι στη δημόσια επικοινωνία, στη διαχείριση συνεντεύξεων, στην παρουσίαση στατιστικών δεδομένων και στην αποδόμηση παραπλανητικών επιχειρημάτων, διότι σε μια εποχή ταχύτατης πληροφορίας η απουσία από τον δημόσιο λόγο δεν δημιουργεί ουδετερότητα· επιτρέπει στους άλλους να περιγράψουν την πραγματικότητα αντί για εσένα.
Τι ακόμη πρέπει να γίνει
Η σύγχρονη συνδικαλιστική δεοντολογία οφείλει, επιπλέον, να περιλαμβάνει ένα σύνολο μόνιμων θεσμικών λειτουργιών.
Πρώτον, χρειάζεται η σύνταξη ενός Χάρτη Επαγγελματικής Αξιοπρέπειας των Εκπαιδευτικών, ο οποίος θα καταγράφει τα ελάχιστα αποδεκτά πρότυπα εργασίας τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, θα καθορίζει κόκκινες γραμμές απέναντι στην εργασιακή παρενόχληση, στην αυθαίρετη αξιολόγηση, στις διακρίσεις και στην καταχρηστική εντατικοποίηση και θα λειτουργεί ως βάση συλλογικής διαπραγμάτευσης.
Δεύτερον, απαιτείται η δημιουργία μόνιμου μηχανισμού νομικής, ψυχολογικής και επαγγελματικής υποστήριξης, στον οποίο κάθε εκπαιδευτικός θα μπορεί να απευθύνεται εμπιστευτικά όταν αντιμετωπίζει εκφοβισμό στον χώρο εργασίας, απειλές, αυθαίρετες κυρώσεις, αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση ή παραβίαση εργασιακών δικαιωμάτων. Η προστασία δεν μπορεί να αρχίζει αφού ο εργαζόμενος έχει ήδη εξαναγκαστεί σε παραίτηση ή έχει καταρρεύσει ψυχικά.
Τρίτον, είναι αναγκαία η καθιέρωση ετήσιας έκθεσης για την κατάσταση του εκπαιδευτικού επαγγέλματος, με στοιχεία για μισθούς, κενά, αποχωρήσεις, ηλικιακή σύνθεση, αναπληρωτές, ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς, επαγγελματική εξουθένωση και προσφυγές για παραβιάσεις δικαιωμάτων. Η έκθεση αυτή πρέπει να κατατίθεται στη Βουλή, να παρουσιάζεται δημόσια και να αποτελεί αντικείμενο εθνικού διαλόγου.
Τέταρτον, τα συνδικαλιστικά όργανα πρέπει να καταθέτουν κοστολογημένες εναλλακτικές προτάσεις πολιτικής. Δεν αρκεί η απόρριψη μιας κυβερνητικής επιλογής, αλλά απαιτείται η παρουσίαση ενός διαφορετικού, οικονομικά ρεαλιστικού και κοινωνικά δίκαιου σχεδίου για τη χρηματοδότηση της εκπαίδευσης, τη στελέχωση των σχολείων, τη στέγαση των αναπληρωτών, την επιμόρφωση, την ειδική αγωγή και τη μείωση των οικογενειακών δαπανών. Η Ελλάδα επενδύει στην εκπαίδευση ποσοστό χαμηλότερο από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, καθώς οι συνολικές δαπάνες από την πρωτοβάθμια έως την τριτοβάθμια εκπαίδευση αντιστοιχούν στο 3,9% του ΑΕΠ έναντι 4,7% κατά μέσο όρο στον ΟΟΣΑ, ενώ τα στοιχεία της Eurostat για τις δημόσιες δαπάνες τοποθετούσαν την Ελλάδα το 2022 στο 3,4% του ΑΕΠ, μεταξύ των χαμηλότερων επιδόσεων στην ΕΕ. Η επίκληση του δημοσιονομικού κόστους, επομένως, πρέπει να συνοδεύεται από τη συζήτηση για το κόστος της μη επένδυσης.
Πέμπτον, απαιτείται η ουσιαστική εσωτερική δημοκρατία των ίδιων των συνδικαλιστικών οργανώσεων, με διαφάνεια στη χρηματοδότηση, περιορισμό της μονιμοποίησης προσώπων σε θέσεις εκπροσώπησης, ανοιχτή λογοδοσία, ηλεκτρονικές διαβουλεύσεις, συμμετοχή νέων εκπαιδευτικών και πραγματική εκπροσώπηση των αναπληρωτών, των ωρομισθίων και των ιδιωτικών εκπαιδευτικών. Ένα σωματείο δεν μπορεί να απαιτεί δημοκρατία από την πολιτεία ή τον εργοδότη και να αναπαράγει στο εσωτερικό του κλειστές ιεραρχίες, αδιαφανείς ισορροπίες και κομματικές εξαρτήσεις.
Έκτον, χρειάζεται μια εθνική καμπάνια επαναθεμελίωσης του κύρους του εκπαιδευτικού επαγγέλματος, η οποία δεν θα εξιδανικεύει τον εκπαιδευτικό ούτε θα αποκρύπτει τις ευθύνες του, αλλά θα εξηγεί στην κοινωνία ότι η ποιότητα του ανθρώπινου κεφαλαίου μιας χώρας εξαρτάται από την ικανότητά της να προσελκύει, να προετοιμάζει, να υποστηρίζει και να διατηρεί υψηλού επιπέδου ανθρώπους στη διδασκαλία. Η UNESCO επισημαίνει ότι η αναβάθμιση του κύρους, των αμοιβών, της αυτονομίας και των συνθηκών εργασίας αποτελεί βασικό όρο για την αντιμετώπιση της διεθνούς κρίσης προσέλκυσης και διατήρησης εκπαιδευτικών.
Έβδομον, τα συνδικαλιστικά όργανα οφείλουν να συνδέσουν την εκπαιδευτική πολιτική με τη δημογραφική και κοινωνική πολιτική, διότι ο κίνδυνος να μειώνονται οι μαθητές δεν αποτελεί μόνο εκπαιδευτικό ζήτημα αλλά αποτέλεσμα της γενικότερης αδυναμίας των νέων να δημιουργήσουν οικογένεια και να στηρίξουν οικονομικά την ανατροφή και τη μόρφωση των παιδιών τους. Η γονιμότητα στην Ευρωπαϊκή Ένωση μειώθηκε το 2024 στο ιστορικά χαμηλό επίπεδο των 1,34 παιδιών ανά γυναίκα, σημαντικά κάτω από το επίπεδο αναπλήρωσης του πληθυσμού, ενώ η Ελλάδα βρίσκεται ήδη αντιμέτωπη με πληθυσμιακή μείωση και έντονη γήρανση. Συνεπώς, η υπεράσπιση της εκπαίδευσης προϋποθέτει και πολιτικές στέγασης, οικογενειακής στήριξης, αξιοπρεπών μισθών και δωρεάν ή οικονομικά προσβάσιμων εκπαιδευτικών υπηρεσιών.
Μέσα σε αυτό το δυσμενές περιβάλλον, οφείλει κανείς να αναγνωρίσει ότι η έως τώρα παρουσία της Ομοσπονδίας Ιδιωτικών Εκπαιδευτικών Λειτουργών Ελλάδος κινείται σε σημαντικό βαθμό προς την κατεύθυνση ενός σύγχρονου, εξωστρεφούς, τεκμηριωμένου και κοινωνικά υπεύθυνου συνδικαλισμού. Η επισήμανση αυτή δεν γίνεται από διάθεση άκριτης επιδοκιμασίας ούτε σημαίνει ότι μια συνδικαλιστική οργάνωση δεν πρέπει να αξιολογείται διαρκώς από τα μέλη της. Aποτελεί, όμως, αναγνώριση του γεγονότος ότι η ΟΙΕΛΕ δεν περιορίζεται στην έκδοση ανακοινώσεων για επιμέρους εργασιακές διαφορές, αλλά επιχειρεί να συνδέσει τα δικαιώματα των ιδιωτικών εκπαιδευτικών με την ποιότητα της εκπαίδευσης, το δημόσιο συμφέρον, την εποπτεία των σχολείων και τη βιωσιμότητα του ίδιου του εκπαιδευτικού επαγγέλματος.
Η εκπαίδευση ως εθνικό συμφέρον
Η επίκληση του εθνικού συμφέροντος δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως ρητορικό τέχνασμα ούτε ως μέσο υποβάθμισης των εργασιακών δικαιωμάτων στο όνομα μιας αόριστης συλλογικής θυσίας. Το πραγματικό εθνικό συμφέρον επιβάλλει το αντίθετο: να υπάρχουν επαρκείς, επιστημονικά καταρτισμένοι, αξιοπρεπώς αμειβόμενοι και θεσμικά προστατευμένοι εκπαιδευτικοί, ώστε κάθε παιδί, ανεξάρτητα από το εισόδημα της οικογένειάς του και τον τόπο κατοικίας του, να μπορεί να έχει πρόσβαση σε υψηλής ποιότητας μόρφωση.
Μια χώρα που πληρώνει τους εκπαιδευτικούς της συστηματικά λιγότερο από άλλους εργαζομένους αντίστοιχης εκπαίδευσης, που αφήνει τις οικογένειες να καλύπτουν όλο και περισσότερες εκπαιδευτικές ανάγκες από το διαθέσιμο εισόδημά τους και που αντιμετωπίζει τη συνδικαλιστική εκπροσώπηση ως ενόχληση και όχι ως θεσμό κοινωνικού διαλόγου, υπονομεύει αργά αλλά σταθερά τη δική της αναπτυξιακή δυνατότητα. Η χαμηλή απασχόληση των πρόσφατων αποφοίτων στην Ελλάδα -62,4% το 2025, η χαμηλότερη στην ΕΕ- και το υψηλό ποσοστό νέων που βρίσκονται εκτός εργασίας, εκπαίδευσης ή κατάρτισης δείχνουν ότι η σύνδεση εκπαίδευσης, κοινωνικής κινητικότητας και παραγωγικής προοπτικής παραμένει εξαιρετικά αδύναμη.
Πιστεύω, επομένως, ότι ο συνδικαλισμός της νέας εποχής πρέπει να πάψει να είναι μόνο αμυντικός και να γίνει ερευνητικός, διεθνής, επικοινωνιακός, κοινωνικός, προγραμματικός και βαθιά δημοκρατικός, διότι δεν αρκεί πλέον να αντιδρά αφού η εκπαίδευση έχει υποβαθμιστεί, οι εκπαιδευτικοί έχουν αποχωρήσει και οι οικογένειες έχουν εξαντληθεί. Οφείλει να προβλέπει, να τεκμηριώνει, να οικοδομεί συμμαχίες, να διαμορφώνει εναλλακτικές και να παρεμβαίνει πριν η δυστοπία παγιωθεί ως κανονικότητα.
Σε λίγο μπορεί να μη συζητούμε απλώς για το αν οι εκπαιδευτικοί αμείβονται αρκετά ή αν οι οικογένειες επιβαρύνονται υπερβολικά, αλλά για το αν το σύστημα θα μπορεί να βρει τους ανθρώπους που χρειάζεται για να στελεχώσει τα σχολεία του και αν οι νέοι θα μπορούν να δημιουργήσουν οικογένειες και να προσφέρουν στα παιδιά τους τις μορφωτικές ευκαιρίες που άλλοτε θεωρούνταν αυτονόητες. Τότε, όμως, το κόστος της αδράνειας θα είναι πολύ μεγαλύτερο από το κόστος οποιασδήποτε έγκαιρης μεταρρύθμισης. Η υπεράσπιση του εκπαιδευτικού και της οικογένειας δεν είναι συντεχνιακό αίτημα, είναι πράξη εθνικής αυτοσυντήρησης.