φοιτητές
Εκρηκτική διαφωνία για τη νέα Ανώτατη Σχολή Παραστατικών Τεχνών – ΠΟΣΔΕΠ και Εθνικό Θέατρο εκφράζουν ανησυχία

Η ίδρυση Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών έχει προκαλέσει έντονες συζητήσεις και αντιπαραθέσεις στην καλλιτεχνική και ακαδημαϊκή κοινότητα της χώρας.

Με το σχέδιο νόμου που βρίσκεται σε διαβούλευση, η κυβέρνηση προτείνει τη δημιουργία ενός νέου πανεπιστημιακού ιδρύματος που θα επικεντρώνεται στις παραστατικές τέχνες, με τη σύσταση πέντε τμημάτων που αντιστοιχούν σε υπάρχουσες κρατικές σχολές.

Παρόλα αυτά, εγείρονται σημαντικά ερωτήματα σχετικά με τη σκοπιμότητα και τη θεσμική συνοχή του εγχειρήματος, κυρίως για τη συνάφεια του νέου ιδρύματος με τα ήδη λειτουργούντα πανεπιστημιακά τμήματα και την πιθανή υποβάθμιση της ποιότητας των σπουδών.

Η Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού (ΠΟΣΔΕΠ) εκφράζει ανησυχία για το ενδεχόμενο κατακερματισμού της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης και αναφέρει ότι η δημιουργία ενός νέου πανεπιστημιακού θεσμού ενδέχεται να αποδυναμώσει τη δημιουργική συνεργασία μεταξύ καλλιτεχνικών και επιστημονικών τομέων. Αντιθέτως, η ΠΟΣΔΕΠ υποστηρίζει την ενίσχυση των ήδη υφιστάμενων δομών και την ενσωμάτωσή τους σε μια στρατηγική ανάπτυξης της ανώτατης εκπαίδευσης, προκειμένου να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα και η ποιότητα της εκπαίδευσης στον τομέα των παραστατικών τεχνών.

Σε αυτή την ίδια συζήτηση, το Εθνικό Θέατρο εκφράζει την υποστήριξή του για την αναβάθμιση των παραστατικών σπουδών, ωστόσο, επισημαίνει την ανάγκη για μια πιο οργανική σύνδεση του υπό ίδρυση Τμήματος με τη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, προκειμένου να διασφαλιστεί η ποιότητα και η συνέχεια των καλλιτεχνικών σπουδών. Το Εθνικό Θέατρο ζητά επιπλέον τη ρύθμιση των βασικών παραμέτρων λειτουργίας του νέου Ιδρύματος, όπως ο αριθμός των εισακτέων και η διασφάλιση της σύνδεσης του Τμήματος με την ιστορία και την τεχνογνωσία του θεάτρου.

Ανακοίνωση της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Συλλόγων Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού (ΠΟΣΔΕΠ) για την ίδρυση  Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών

Με το υπό διαβούλευση Σχέδιο Νόμου για την «Ίδρυση Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών» εισάγεται ουσιαστικά η δημιουργία ενός ακόμη Πανεπιστημιακού Ιδρύματος. Το νέο Πανεπιστήμιο έχει αντικείμενο την ερμηνευτική διάσταση των παραστατικών τεχνών και περιλαμβάνει μία Σχολή με πέντε Τμήματα, αντίστοιχα των λειτουργούντων κρατικών σχολών του Εθνικού Θεάτρου, της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, του Κρατικού Ωδείου Θεσσαλονίκης και της Κρατικής Σχολής Ορχηστικής Τέχνης.Ωστόσο, εγείρονται ερωτήματα ως προς τη σκοπιμότητα, τη θεσμική συνοχή και το συνολικό δημόσιο όφελος αυτήςτης ρύθμισης.

Στα υφιστάμενα Πανεπιστήμια λειτουργούν ήδη Τμήματα που θεραπεύουν συναφή γνωστικά αντικείμενα (θεατρικές σπουδές, μουσικές σπουδές, κινηματογράφος, χορός, πολιτιστική διαχείριση, κλπ). Η σύγχρονη προσέγγιση για την ανώτατη εκπαίδευση προάγει τη σύζευξη θεωρίας και πράξης, τη διεπιστημονικότητα, τη συνεργασία μεταξύ καλλιτεχνικών, ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών και τη δια σύνδεση με την έρευνα και την τεχνολογία. Η «απομόνωση» της ερμηνευτικής διάστασης σε ξεχωριστό Ίδρυμα ενδέχεται να αποδυναμώσει τη δημιουργική ώσμωση μεταξύ καλλιτεχνικής πράξης και επιστημονικής τεκμηρίωσης, περιορίζοντας τη συνολική ποιότητα των παρεχόμενων σπουδών.

Σε μια χώρα όπου η ανώτατη εκπαίδευση υποχρηματοδοτείται διαχρονικά, η ίδρυση νέου Πανεπιστημίου δεν είναι ουδέτερη πράξη. Κάθε νέα διοικητική δομή συνεπάγεται οργανικές θέσεις, πάγιες δαπάνες, υποδομές, γραφειοκρατία. Το ερώτημα είναι απλό: πώς θα παραχθεί μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία, δημιουργώντας ένα νέο ίδρυμα ή ενισχύοντας ουσιαστικά τα ήδη υπάρχοντα;

Η ίδρυση ενός αυτοτελούς Ιδρύματος με έμφαση αποκλειστικά στην ερμηνευτική διάσταση προκρίνει μια αποσπασματική θεσμική λύση, η οποία δε βασίζεται ούτε σε μακροπρόθεσμο ακαδημαϊκό σχεδιασμό, ούτε σε τεκμηριωμένες μελέτες βιωσιμότητας ούτε σε ευρεία επιστημονική συναίνεση.

Η ίδρυση Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών, με τον τρόπο που προτείνεται, ενδέχεται να προάγει τον κατακερματισμό και την αποσπασματική γνώση, αντί να ενισχύσει τη θεσμική συνοχή και την ποιοτική αναβάθμιση της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης. Αντί για δημιουργία νέων τριτοβάθμιων δομών, με καινοφανείς επιλογές όπως εκλογή σε θέση ΔΕΠ χωρίς τίτλο πρώτου κύκλου σπουδών(πανεπιστημιακό πτυχίο), η συζήτηση οφείλει να μετατοπιστεί στη στρατηγική ενίσχυση των υπαρχουσών Σχολών και Τμημάτων Τεχνών, με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον, την ακαδημαϊκή αριστεία και τη βιώσιμη ανάπτυξη του πολιτιστικού οικοσυστήματος της χώρας.

Ο Πρόεδρος

Ιωάννης Σεϊμένης

Καθηγητής

 

Ο Γραμματέας

ΜιχαήλΖουμπουλάκης

Καθηγητής

Η τοποθέτηση του Εθνικού Θεάτρου

Τοποθέτηση του Εθνικού Θεάτρου για το σχέδιο νόμου με τίτλο «Ίδρυση Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών, σύσταση νέας κατηγορίας θέσεων Καλλιτεχνικής Εκπαίδευσης, πλαίσιο λειτουργίας Ανώτερων Σχολών Καλλιτεχνικής Εκπαίδευσης και Ανώτερων Σχολών Μουσικής Εκπαίδευσης και άλλες ρυθμίσεις»

Ι. Η διαδρομή έως τη δημόσια διαβούλευση
Από την έναρξη του δημόσιου διαλόγου για την αναβάθμιση των σπουδών δραματικής τέχνης και την προγραμματική εξαγγελία για την ίδρυση Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών, σε συνέχεια των μαζικών κινητοποιήσεων του 2023, το Εθνικό Θέατρο υποστήριξε επί της αρχής τον επιδιωκόμενο σκοπό και έθεσε τις δυνάμεις και την τεχνογνωσία του στην υπηρεσία της Πολιτείας για την επίτευξη του βέλτιστου νομοπαρασκευαστικού αποτελέσματος.

Και τούτο, παρά την υπαρξιακή αγωνία μας για το καθεστώς της Δραματικής Σχολής μας, καθώς δεν προκρίθηκε η λύση της μετεξέλιξης της υπάρχουσας αυτόνομης δομής ή της απλής διασύνδεσής της με την ιδρυθησόμενη Σχολή, όπως είχαμε προτείνει, αλλά, αντιθέτως, η «απορρόφηση»/αναδοχή της από το υπό σύσταση πανεπιστημιακό Τμήμα. Παρόλο δηλαδή που συνειδητοποιήσαμε ότι βούληση της Πολιτείας ήταν το καλλιτεχνικό και ιστορικό «κεκτημένο» της Δραματικής Σχολής μας, εμβέλειας σχεδόν 100 ετών, να «εισφερθεί» σε έναν άλλο φορέα με κατάργηση της σημερινής μορφής της, κρίναμε επιβεβλημένο να συμβάλουμε στην προσπάθεια ακριβώς για να διαφυλάξουμε το ωφέλιμο αποτέλεσμα αναβάθμισης των παραστατικών σπουδών.

Το επιχειρήσαμε επί τρία χρόνια με έγγραφες προτάσεις, συμμετοχή σε ομάδες εργασίας, στις οποίες κλήθηκαν εκπρόσωποί μας, θεσμικά διαβήματα, υπηρεσιακές συναντήσεις και κάθε άλλο θεσμικό μέσο πειθούς. Απαραίτητη διευκρίνιση: ποτέ μέχρι την έναρξη της δημόσιας διαβούλευσης δεν είχε τεθεί υπόψη μας σχέδιο κειμένου, παρά τα σχετικά αιτήματά μας.

ΙΙ. Επί του νομοσχεδίου
Είμαστε πλέον σε θέση να σχολιάζουμε νομικό κείμενο. Το υπό διαβούλευση νομοσχέδιο καλύπτει ορισμένες μόνον πτυχές του σκοπού, αλλά δεν εξασφαλίζει συνολικά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Θεωρούμε ότι απαιτούνται σημαντικές βελτιώσεις και συνολική αξιολογική επανεξέταση, πέραν των απλών νομοτεχνικών παρεμβάσεων. Ούτως ή άλλως, η σωρεία εξουσιοδοτικών διατάξεων που περιέχει το νομοσχέδιο δεν επιτρέπει συνολική αποτίμηση της λειτουργικότητας των διατάξεών του.

Στο πλαίσιο αυτό, καταγράφουμε τα ακόλουθα:
Θα αναμέναμε σημαντικό μέρος της κρίσιμης ύλης να μην υπόκειται σε νομοθετική ή άλλη εξουσιοδότηση, αλλά να ρυθμίζεται δεσμευτικά ήδη από τον υπό ψήφιση νόμο. Η εξήγηση περί αυτοδιοίκητου των Α.Ε.Ι. είναι αληθής, αλλά όχι επαρκής. Στην υπό κρίση περίπτωση, ιδρύεται Ανώτατη Σχολή με κατάργηση άλλων (Ανώτερων), οι οποίες όμως έχουν ισχύον, ειδικό νομοθετικό-κανονιστικό πλαίσιο. Θα έπρεπε οι «καλές πρακτικές» για σειρά ζητημάτων (π.χ. αριθμός εισακτέων, οργάνωση εισαγωγικών εξετάσεων, πρόγραμμα σπουδών), που υπάρχουν ήδη στα νομοθετήματα των φορέων «προέλευσης», να έχουν μεταφερθεί στον ιδρυτικό νόμο.

Θα αναμέναμε εντονότερο δεσμό του ιδρυθησόμενου Τμήματος με το Εθνικό Θέατρο κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου αλλά και στο διηνεκές, στη βάση ορισμένης έννομης σχέσης. Συνιστάται «Τμήμα Δραματικής Τέχνης Εθνικού Θεάτρου», αλλά απουσιάζει ο μηχανισμός οργανικής, κανονιστικής και καλλιτεχνικής σύνδεσής του με το Εθνικό Θέατρο. Η ομωνυμία καθίσταται κενό γράμμα, που εύλογα θα κινδύνευε να χαρακτηριστεί ακόμη και θεσμική «υφαρπαγή» του ονόματος, όταν δεν συνοδευτεί από την ουσία. Η παρουσία ενός μέλους, υποδεικνυόμενου από το Εθνικό Θέατρο, στα όργανα της όλης Σχολής, δεν αρκεί για να επιτευχθεί αποτελεσματικά αυτή η σύνδεση.

Προς αυτήν την κατεύθυνση, τονίσαμε (και λάβαμε τη δέσμευση ότι θα εξεταστεί) ότι το εργαλείο της Προγραμματικής Σύμβασης, δεσμευτικό σχέδιο της οποίας προτάθηκε να τεθεί ως παράρτημα του νόμου, θα ήταν μια αποδεκτή θεσμική οδός, ώστε να ρυθμιστούν ζητήματα «μεταβίβασης» της καλλιτεχνικής τεχνογνωσίας και επίτευξης προγραμματικής συνεργασίας, και μάλιστα για σειρά ζητημάτων πέραν της απλής χρήσης των υποδομών (π.χ. προπαρασκευαστικά τμήματα/«φυτώριο», γνωμοδοτική αρμοδιότητα επί προγράμματος σπουδών και διδασκαλίας, υποτροφιών, πρακτικής μαθητείας κ.λπ.).

Δεν κατανοούμε πώς αλλιώς το Τμήμα θα νομιμοποιείται να ανάγεται ονομαστικά και σημειολογικά στο Εθνικό Θέατρο.

Θα αναμέναμε εναργέστερη κατανόηση και κατοχύρωση της φύσης των αναβαθμιζόμενων σπουδών ως σπουδών «παραστατικής τέχνης» (και όχι θεωρητικών ή υποκείμενων στη συνήθη φύση των «πανεπιστημιακών» σπουδών). Θα έπρεπε να «ανωτατοποιούνται» οι σπουδές στις παραστατικές τέχνες, με την εγγενή ιδιαιτερότητά τους, και όχι να «προσαρμόζονται» προκειμένου να «ανωτατοποιηθούν».
Σε ένα γενικότερο επίπεδο μεθόδου: Θα αναμέναμε να προταθεί ένα αυτοτελές, ειδικό νομοθετικό πλαίσιο για τις παραστατικές σπουδές (προς το οποίο η πανεπιστημιακή νομοθεσία να εφαρμόζεται συμπληρωματικά) και όχι απλώς να εισάγονται εξαιρέσεις από αυτήν.

Χρειάζεται, δηλαδή, αντιστροφή της σχέσης κανόνα-εξαίρεσης. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στη ρύθμιση των τυπικών προσόντων των διδασκόντων, όπου το διδασκόμενο αντικείμενο αντιμετωπίζεται κατ’ αποτέλεσμα ως θεωρητικό.
ΙΙΙ. Τα επόμενα βήματα

Το Εθνικό Θέατρο, κατόπιν και της κοινής συνεδρίασης των οργάνων του στις 27/2 και στις 2/3, θα υποβάλει αρμοδίως στην εν εξελίξει δημόσια διαβούλευση κατ’ άρθρο (αλλά, πρωτίστως, και εκτός άρθρων) παρατηρήσεις βασισμένες στους παραπάνω άξονες. Παρά την κρισιμότητα και των λοιπών ρυθμίσεων που αφορούν άλλες σημαντικές πτυχές της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης, περιοριζόμενοι στον θεσμικό ρόλο μας, θα αναφερθούμε μόνο στις διατάξεις που αφορούν την Α.Σ.Π.Τ.

Αναγνωρίζουμε την ορθή επί της αρχής κατεύθυνση της νομοθετικής πρωτοβουλίας, στηρίζουμε αξιολογικά τον σκοπό της αναβάθμισης, αλλά εκτιμούμε ότι απαιτείται πρόσθετος χρόνος επεξεργασίας του προτεινόμενου νομοσχεδίου, ακόμη και με παράταση της διαβούλευσης. Χρειάζεται εμβάθυνση του διαλόγου και πρέπει να αναληφθούν πρόσθετες εγγυήσεις που θα κατοχυρώνουν θεσμικά την ιδιαιτερότητα της φύσης των σπουδών «παραστατικής» τέχνης ως αντικειμένου της ρύθμισης.

Μόνο έτσι το σκοπούμενο αποτέλεσμα θα δικαιώσει τις προσδοκίες της καλλιτεχνικής κοινότητας και θα υπηρετήσει αληθώς τους σκοπούς της Ανώτατης Εκπαίδευσης, όπως όλοι – Πολιτεία και φορείς – το επιθυμούμε.

Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα

Τι συμβαίνει στα παιδιά μας; Η μεγάλη δημόσια συζήτηση στο Δημαρχείο Βούλας στις 3 Μαρτίου

Αυτό είναι το πιο υγιεινό ψάρι στον κόσμο: Ξεπερνά τον σολομό στη διατροφική κατάταξη

Alfavita.gr: Χρονιά εκτόξευσης το 2025 – Νο1 στην Παιδεία, ανάμεσα στα 10 μεγαλύτερα ενημερωτικά μέσα

Voucher 750 ευρώ σε εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα - Ανοίγουν οι αιτήσεις

Google news logo Ακολουθήστε το Alfavita στo Google News Viber logo Ακολουθήστε το Alfavita στo Viber

σχετικά άρθρα

πετρελαιο
Ενεργειακός «σεισμός» στη Μέση Ανατολή: Τα τρία σενάρια για τις τιμές και η παράλυση του Κατάρ
Υποδομές στο στόχαστρο και το «κλειδί» του Ορμούζ - Τα τρία σενάρια της επόμενης μέρας
Ενεργειακός «σεισμός» στη Μέση Ανατολή: Τα τρία σενάρια για τις τιμές και η παράλυση του Κατάρ