Από την περίοδο του «Εθνικού διχασμού» στη σημερινή εποχή του ΟΠΕΚΕΠΕ του ΟΠΕΚΑ και άλλων σκανδάλων
Την περίοδο του Εθνικού διχασμού στην Κρήτη, ένας επιθεωρητής δημοτικής εκπαίδευσης ανέβαινε μ' ένα μουλάρι σ' ένα ορεινό και δύσβατο χωριό, για να επιθεωρήσει τον δάσκαλο. Στο δρόμο συναντά έναν αγωγιάτη και τον ρωτά: «Δε μου λες, πατριώτη, ο δάσκαλος τι είναι; Βενιζελικός ή Bασιλικός;». «Βενιζελικός», απαντά ο αγωγιάτης. «Α, το γαϊδούρι» σχολίασε ο επιθεωρητής. Ο αγωγιάτης όμως ήταν Βενιζελικός και φίλος του δασκάλου και έτρεξε να μεταφέρει στον δάσκαλο τη στιχομυθία. «Το και το, δάσκαλε. Σε είπε γαϊδούρι». Την επομένη μπαίνει ο επιθεωρητής στην τάξη και ρωτά το δάσκαλο ποιο είναι το μάθημα της ημέρας. «Τα σημεία της στίξεως», απαντά ο δάσκαλος. «Ας δούμε, λοιπόν, τι ξέρουν τα παιδιά», λέει ο επιθεωρητής. Ο δάσκαλος σήκωσε ένα μαθητή, τον Σήφη, στον πίνακα και του είπε να γράψει τη φράση: «Ο επιθεωρητής είπε, (κόμμα) ο δάσκαλος είναι γαϊδούρι (τελεία). Αφού, έκπληκτος ο μαθητής, το έγραψε, τον ρωτά ο δάσκαλος: «Ποιος είναι, παιδί μου, γαϊδούρι;». «Ο δάσκαλος», ψέλλισε ο μαθητής. «Και ποιος το είπε;». «Ο επιθεωρητής, κύριε». «Ωραία», είπε ο δάσκαλος. «Σβήσε τώρα το κόμμα και βάλ' το αλλιώς»: «Ο επιθεωρητής, (κόμμα), είπε ο δάσκαλος, (κόμμα), είναι γαϊδούρι». Μόλις τελείωσε ο μαθητής, τον ρωτά ο δάσκαλος: «Ποιος είναι τώρα, παιδί μου, το γαϊδούρι;». «Ο επιθεωρητής», απαντά δειλά ο μαθητής. «Και ποιος το είπε;» «Ο δάσκαλος», απαντά ο μαθητής. Οπότε στρέφεται ο δάσκαλος στην τάξη και λέει: «Είδατε παιδιά τι κάνουν τα κόμματα; Πότε βγάζουν γάιδαρο τον επιθεωρητή και πότε το δάσκαλο».!
Ο παππούς, καθισμένος στην πολυθρόνα του μπροστά στη τηλεόραση που ανακοίνωνε και νέες μειώσεις στις συντάξεις μονολογούσε: Όταν ήμουν μαθητής, άκουγα κάθε τόσο τη δασκάλα μου να λέει: «Να προσέχετε τα κόμματα! Ένα λάθος κόμμα, μπορεί να σας χαλάσει τελείως τη σύνταξη!» Έπρεπε να περάσουν εξήντα χρόνια για να καταλάβω τι εννοούσε.
Σήμερα οι «φραπές» και «χασάπης», οι πρωταγωνιστές του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ και τόσων άλλων, όλοι αυτοί είναι αξιολογημένοι είναι άνθρωποι «με ποιότητα» σύμφωνα με τα λόγια του πρωθυπουργού Κ. Μητσοτάκη και φυσικά συνδέονται άρρηκτα με τους «ά(χ)ριστους αξιολογητές» και την «αξιολόγηση» στην εκπαίδευση. Την ίδια ώρα που συμβαίνουν όλα αυτά τα … ωραία, ο πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης απειλεί τους εκπαιδευτικούς και τους δημόσιους υπάλληλους με άρση της μονιμότητας με στόχο τη χειραγώγηση και την υποταγή τους. Ως γνωστόν είχε δηλώσει μεταξύ άλλων για την «αξιολόγηση των εκπαιδευτικών»: «ειδικά για την κατηγορία εκείνων των εκπαιδευτικών που αρνούνται επί της αρχής να αξιολογηθούν[…] εάν κάποιος αρνείται επί της αρχής να αξιολογηθεί, δεν πρέπει να έχει θέση στο δημόσιο σύστημα εκπαίδευσης». Μια δήλωση που αναιρεί ακόμα και τον δικό του νόμο 4823/21 απαιτώντας ουσιαστικά πιστοποιητικό πολιτικών και κοινωνικών φρονημάτων. Άλλωστε με όχημα την αναθεώρηση του Συντάγματος μπαίνει στο στόχαστρο η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων. Ο πρωθυπουργός ξεκαθαρίζει και στους πιο δύσπιστους, ότι η αξιολόγηση είναι εργαλείο καταστρατήγησης του δικαιώματος στη μόνιμη σταθερή δουλειά και στοχεύει σε απολύσεις. Το «επιχείρημα» μάλιστα είναι ότι στον «ιδιωτικό τομέα όλοι αξιολογούνται», εκεί όπου η εργοδοσία είναι ασύδοτη συνεχώς απειλώντας, χρησιμοποιώντας το για να χτυπήσει την συνδικαλιστική δράση και απολύοντας κατά το δοκούν, είναι άλλη μια απόδειξη περί αυτού! Η πρόθεση να αρθεί η μονιμότητα στο Δημόσιο αποτελεί πρόκληση και ευθύ χτύπημα στο δικαίωμα στη μόνιμη και σταθερή δουλειά σε εκατοντάδες χιλιάδες δημοσίους υπαλλήλους. Μάλιστα σε μια περίοδο όπου οι ελαστικές σχέσεις εργασίας με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, διογκώνονται σε όλο το δημόσιο και στην εκπαίδευση με 40 χιλιάδες αναπληρωτές φέτος, αποτελεί συνέχεια του αντιδραστικού νέου νόμου (5225/2025) για τα Πειθαρχικά των Δημοσίων Υπαλλήλων, που ποινικοποιεί την συνδικαλιστική δράση, κάνει πιο εύκολες τις απολύσεις και ανοίγει το παράθυρο της απόλυσης λόγω.... αξιολόγησης. Ήδη η συνάδελφος Χρύσα Χοτζόγλου βρίσκεται σε καθεστώς δυνητικής αργίας για συνδικαλιστική δράση. Μας γυρίζουν πίσω 115 χρόνια στην Πλατεία Κλαυθμώνος!
Η λειτουργία και οι στόχοι της αξιολόγησης
Δεν είναι δυνατόν να πιστεύουμε ότι μπορεί να υπάρχει «αντικειμενική», «αξιοκρατική» αξιολόγηση από το αστικό κράτος της σήψης, της ρεμούλας, των σκανδάλων και της καταστολής! Δεν είναι τυχαίο ότι ο πρωθυπουργός και η κυβέρνησή του διπλασίασαν στα χρόνια διακυβέρνησής τους μετακλητούς υπαλλήλους (από 1.700 έγιναν 3.350). Στόχος να διαμορφώσουν μια άκρως ελεγχόμενη διοίκηση, με κομματικές εντολές, πιέσεις από την πολιτική ηγεσία στους υπηρεσιακούς υφισταμένους, διώξεις με τον μανδύα του πειθαρχικού χαρακτήρα, ένα κράτος ασφυκτικά ελεγχόμενο από την κυβέρνηση για να επιτελεί την ταξική του λειτουργία. Για αυτό και η αξιολόγηση δεν είναι μια ουδέτερη διαδικασία, μια διαδικασία προώθησης της αξιοκρατίας.
Αποτελεί εργαλείο πολιτικής επιλογής, μηχανισμό ανάδειξης των «ημετέρων» και μέσο πειθάρχησης όσων αντιστέκονται. Σε ένα ταξικό – ιεραρχικό κοινωνικό και εκπαιδευτικό σύστημα η αξιολόγηση δεν μπορεί παρά να είναι ιεραρχική – συμμορφωτική και τιμωρητική. Αποτελεί κεντρικό μηχανισμό ανατροπής εργασιακών σχέσεων, ιδεολογικής χειραγώγησης και κατηγοριοποίησης σχολείων εκπαιδευτικών και μαθητών. Το θεσμικό πλαίσιο για την αξιολόγηση/αυτοαξιολόγηση καταρρίπτει κάθε μύθο περί «καλής» ή «κακής», «τιμωρητικής» ή «μη τιμωρητικής» αξιολόγησης. Με στόχο μια εκπαίδευση κατά επιτηρούμενη, χειραγωγημένη, αυταρχική, κατακερματισμένη και κατηγοριοποιημένη, όπου ευνοούνται τα ταξικά συμφέροντα του κεφαλαίου και της «αγοράς», των σχολαρχών, των ιδιοκτητών ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων, των φροντιστηρίων.
Η αξιολόγηση/αυτοαξιολόγση ανατρέπει εργασιακά δικαιώματα και κατακτήσεις. Είναι δηλαδή ο κεντρικός μηχανισμός για την υπονόμευση της μονιμότητας, την τρομοκράτηση και τις μαζικές απολύσεις. Κατηγοριοποιεί τους εκπαιδευτικούς σε «μη ικανοποιητικούς», «ικανοποιητικούς», «πολύ καλούς», «εξαιρετικούς» προκαλώντας ανταγωνισμούς και συγκρούσεις εθίζοντας στη δουλοπρέπεια, την αυλοκολακεία και διαμορφώνοντας κλίμα υποταγής, αυστηρής πειθάρχησης και ελέγχου. Στρατηγικός στόχος να οικοδομήσουν ένα πανοπτικό μοντέλο αξιολόγησης/αυτοαξιολόγησης που όλοι ελέγχουν όλους μέσα από άκρως ιεραρχικές και εξουσιαστικές σχέσεις. Επιδιώκουν να μετατρέψουν τους εκπαιδευτικούς σε «άβουλους και μοιραίους», «yes men», υπαλλήλους που πάσχοντας από μόνιμη οσφυοκαμψία ευθυγραμμίζονται με την εκπαιδευτική πολιτική της εκάστοτε κυβέρνησης και την επίσημη κρατική διδακτική. Αυτό τον ρόλο παίζει η Αρχή Διασφάλισης της Ποιότητας στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση (Α.ΔΙ.Π.Π.Δ.Ε.) που θεσμοθετήθηκε με βάση τον ν. 4112/2013 και διατήρησαν όλες οι κυβερνήσεις μέχρι σήμερα . Άλλωστε κοινός στόχος όλων των κυβερνήσεων και υπουργών παιδείας εδώ και δεκαετίες το φθηνό, ευέλικτο, πειθαρχημένο σχολείο των ταξικών φραγμών και του εξεταστικού μινώταυρου, του αποκλεισμού μεγάλου μέρους του μαθητικού πληθυσμού από το δημόσιο αγαθό της μόρφωσης με βάση τις κατευθύνσεις ΕΕ – ΟΟΣΑ – ΔΝΤ.
Στην πρόταση για αξιολόγηση/αυτοαξιολόγηση αποκρύπτεται συνειδητά η βασική παραδοχή για την εκπαίδευση: ότι οι κοινωνικές παράμετροι και καταστάσεις είναι αυτές που καθορίζουν το περιεχόμενο και τις διαδικασίες της. Αποσιωπά συστηματικά τόσο την επίδραση των κοινωνικών ανισοτήτων και διαφορών στις σχολικές επιδόσεις όσο και τις ευθύνες της κρατικής πολιτικής. Αντί να αναγνωρίσει την κρατική ευθύνη στην διαμόρφωση των ταξικών ανισοτήτων, στην επιλογή σκοπών και στόχων, στον καταρτισμό των προγραμμάτων, στη συγγραφή των βιβλίων, στις ελλείψεις της υλικοτεχνικής υποδομής, στην απαξίωση του ανθρώπινου δυναμικού, φορτώνει τις ευθύνες στους εκπαιδευτικούς.
Η αξιολόγηση/αυτοαξιολόγηση, συνδέεται με την «αποκέντρωση» και την «αυτονομία» επιδιώκοντας τον περιορισμό ή και την κατάργηση της χρηματοδότησης από το κράτος και ωθεί τα σχολεία στην αναζήτηση χορηγών για την κάλυψη πάγιων και έκτακτων αναγκών και καταργεί σταδιακά τον όποιο ενιαίο και δωρεάν χαρακτήρα της εκπαίδευσης. Κατηγοριοποιεί τις σχολικές μονάδες σε καλές και κακές, ανάλογα με τους χορηγούς και τα χρήματα που εξοικονομεί η καθεμιά, προωθώντας την ανταγωνιστικότητα μεταξύ τους, για να επιλεγούν ελεύθερα από περισσότερους γονείς. Ανοίγει διάπλατα τις πόρτες για ένα πιο φτωχό και διαφοροποιημένο περιεχόμενο σπουδών και αναλυτικό πρόγραμμα.
Με την αξιολόγηση κατακερματίζεται τόσο η προσωπικότητα του εκπαιδευτικού, όσο και η εκπαιδευτική διαδικασία. Και ακόμα χειρότερα επιχειρείται η ποσοτικοποίηση και μέτρηση χαρακτηριστικών της ανθρώπινης προσωπικότητας και στοιχείων της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Επιδιώκεται να επικυρωθούν ως αντικειμενικά μετρήσιμα στοιχεία της προσωπικότητας και νοητικές λειτουργίες των υποκειμένων της εκπαιδευτικής διαδικασίας, όπως η διδακτική ή μαθησιακή ικανότητα, η πνευματική και επιστημονική συγκρότηση, η ικανότητα επικοινωνίας και ο τρόπος συμπεριφοράς, οι διαπροσωπικές σχέσεις, οι ιδέες, η φαντασία, η πρωτοβουλία κ.ά. Σε συνθήκες «αξιολογικής δικτατορίας» το παιδαγωγικό και διδακτικό έργο των εκπαιδευτικών μετατρέπεται σε ένα στεγνό διοικητικό μηχανισμό, συμπλήρωσης αριθμών και φορμών.
Η αξιολόγηση προβάλλει το εκπαιδευτικό έργο ως προσωπική υπόθεση των εκπαιδευτικών. Επιδιώκει έτσι να τους ενοχοποιήσει στα μάτια των μαθητών τους και της κοινής γνώμης για την κρίση της εκπαίδευσης. Στο νέο πλαίσιο, οι εκπαιδευτικοί «χρεώνονται» την επιτυχία ή αποτυχία των μαθητών τους επιδιώκοντας να συνδέσει τις επιδόσεις των μαθητών με βάση και την τράπεζα θεμάτων με την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών. «Αγνοούνται» οι κοινωνικές και γεωγραφικές ανισότητες που διαμορφώνουν αντίξοες συνθήκες για την εκπαίδευση των μαθητών από τα ασθενέστερα οικονομικά και κοινωνικά στρώματα. Παραλείπονται όλοι εκείνοι οι παράγοντες που οδηγούν στον Καιάδα της εγκατάλειψης του σχολείου και του αναλφαβητισμού. Η έκθεση Πισσαρίδη προτείνει συγκεκριμένα για την αντιμετώπιση της παραπάνω «αγκύλωσης» τα εξής: «Συνεχής αξιολόγηση με βάση κριτήρια όπως οι επιδόσεις των μαθητών, το ποσοστό εισαγωγής των μαθητών στα Πανεπιστήμια, οι ειδικές προκλήσεις κάθε σχολείου. Σύνδεση της χρηματοδότησης των σχολείων με την επίτευξη εκπαιδευτικών στόχων. Δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων των αξιολογήσεων και σύγκριση μεταξύ των σχολείων με αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών».
Για ποια βελτίωση της εκπαίδευσης , μιλούν οι υποστηρικτές της αξιολόγησης, όταν η διεθνής εμπειρία έχει αποδείξει ότι η εφαρμογή της αξιολόγησης οδήγησε παντού σε κατηγοριοποίηση και κλείσιμο σχολείων, στη λειτουργία των σχολικών μονάδων με όρους ανταγωνισμού και επιχειρηματικότητας. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει σε όλες τις χώρες αξιολόγηση και στην πλειονότητα όσων υπάρχει είναι μια γραφειοκρατική διαδικασία που δεν έχει βελτιώσει την εκπαίδευση και η οποία δέχεται πολλές επικρίσεις. Όπου εφαρμόζεται η αξιολόγηση συνδέεται με τη δημιουργία σχολείων πολλών ταχυτήτων, όπου τελικά είναι η ταξική προέλευση και οι οικονομικές δυνατότητες των μαθητών καθορίζουν τις επιδόσεις και τη σχολική τους πορεία. Είναι χαρακτηριστική η μαρτυρία της Νταϊάν Ράβιτς, θεωρητικού της εκπαίδευσης, συγγραφέα και υφυπουργού Παιδείας του Τζορτζ Μπους για τις καταστροφικές συνέπειες της αξιολόγησης: «…η αξιολόγηση μετατράπηκε σε εφιάλτη για τα αμερικανικά σχολεία …Η τρέχουσα έμφαση στην αξιολόγηση έχει δημιουργήσει στα σχολεία μια τιμωρητική ατμόσφαιρα. … Η εκπαιδευτική πολιτική που ακολουθούμε αναστατώνει τις κοινότητες, κατεδαφίζει σχολεία, χωρίς να τα βελτιώνει. Το σημαντικότερο όμως είναι πως δεν παράγουμε μια γενιά μαθητών με περισσότερες γνώσεις…»
Για την κυβέρνηση και το YΠΑΙΘ η «αξιολόγηση» εκσυγχρονίζεται στο πλαίσιο της ηγεμονίας του νεοφιλελευθερισμού στους κόλπους της Eυρωπαϊκής Ένωσης, όπου εξυφαίνεται μια εκπαιδευτική πολιτική με στόχο να «βιομηχανοποιήσει» το σχολείο, προσδίδοντάς του τα βασικά χαρακτηριστικά μιας ανταγωνιστικής επιχείρησης μετατρέποντας τη γνώση σε εμπόρευμα. Οι επιδόσεις των υποκειμένων της εκπαιδευτικής διαδικασίας και των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων χρησιμοποιούνται ως μονάδες μέτρησης της παραγωγικότητας και αποδοτικότητας, ως δείκτες προαγωγιμότητας και ανταγωνιστικότητας. H υποταγή του σχολείου στους νόμους της «ελεύθερης αγοράς» διαμορφώνει βαθμιαία ένα νέο τύπο σχολείου σύμφωνα με τα πρότυπα της βιομηχανίας και του εμπορίου που προωθεί τον ανταγωνισμό, τη μορφωτική λιμοκτονία.
Η Τράπεζα Θεμάτων, η Ε.Β.Ε. και η Αξιολόγηση, είναι οι πιο χαρακτηριστικές πλευρές αυτής της πολιτικής. Σε αυτό το σχολείο οι εκπαιδευτικοί θα είναι υποταγμένοι, χωρίς εργασιακά δικαιώματα, υπό τη δεσποτεία των νέων θεσμών και της ιεραρχίας του νεοεπιθεωρητισμού. Η νέα απόπειρα θεσμοθέτησης του «νέου Λυκείου» και του «Εθνικού Απολυτήριου» αποσκοπεί σε μια βαθιά ταξική μεταρρύθμιση που μετατρέπει το Λύκειο σε εξεταστικό κάτεργο και μηχανισμό αποκλεισμού. Ο εξεταστικός μαραθώνιος με τα τυποποιημένα τεστ θα πιέζουν για συμμόρφωση του τρόπου διδασκαλίας σε αυτά, σε βάρος της γνώσης και της κριτικής σκέψης, όπως επιβεβαιώνεται και από την εμπειρία της εφαρμογής της μέχρι τώρα «χαλαρής» μορφής της Τράπεζας θεμάτων, με το 50% των θεμάτων από κλήρωση. Το Λύκειο χάνει κάθε μορφωτικό και παιδαγωγικό του χαρακτήρα, μετατρέπεται σε μηχανισμό παραγωγής «αποτελεσμάτων» και συμμόρφωσης στη λογική της αγοράς. Ας μην ξεχνάμε πως το Εθνικό Απολυτήριο δεν θα είναι ούτε μοναδικός ούτε ενιαίος τρόπος εισαγωγής στα δημόσια και στα ιδιωτικά πανεπιστήμια. Ήδη με το Διεθνές Απολυτήριο, IB (Μπακαλορεά) και την καθιέρωση διαφοροποιημένης φοίτησης, οι μαθητές θα έχουν πρόσβαση στα ιδιωτικά πανεπιστήμια, αλλά και δυνατότητα στα δημόσια, χωρίς να υποβληθούν στη διαδικασία των πανελλαδικών εξετάσεων. Παράλληλα συζητούν το ενδεχόμενο για ένα διπλό σύστημα εισαγωγής (μέσω απολυτηρίου ή πανελλαδικών) στα ΑΕΙ, αυτών που η εισαγωγή θα γίνεται με το Εθνικό Απολυτήριο (χαμηλής ζήτησης) και εκείνων με τις extra εξετάσεις (υψηλής ζήτησης) οδηγώντας σε κατηγοριοποίηση μαθητών και , σχολείων και διεύρυνση των ταξικών φραγμών. Οι επιδόσεις των μαθητών θα αποτελούν τα μετρήσιμα μαθησιακά αποτελέσματα για την αξιολόγηση εκπαιδευτικών και σχολείων, με τα οποία θα συναρτάται η κατηγοριοποίηση και η χρηματοδότησή τους, σύμφωνα και με τις οδηγίες του ΟΟΣΑ. Η ευθύνη της υποβάθμισης της δημόσιας παιδείας θα επιρρίπτεται στους εκπαιδευτικούς. Συνδεδεμένη με τις εξετάσεις και τους δείκτες μέτρησης των μαθησιακών αποτελεσμάτων, είναι η γονεϊκή «επιλογή» σχολείου και τα vouchers, όπου στην πραγματικότητα τα σχολεία θα επιλέγουν μαθητές, προκειμένου να διατηρήσουν υψηλά standards και υψηλή θέση στην κατάταξη των αξιολογικών πινάκων, από τα οποία θα εξαρτάται η επιβίωση τους και οι εργασιακές σχέσεις ων εκπαιδευτικών. Τεράστια μπίζνα στήνεται, επίσης για τις επιχειρήσεις και «έγκυρους και αξιόπιστους οργανισμούς» που θα αναλαμβάνουν τα θέματα, τη διεξαγωγή, τη διόρθωση των τυποποιημένων εξετάσεων, απομυζώντας τεράστια κονδύλια δημοσίου χρήματος. Σε χώρες, όπως η Αγγλία και η Αμερική είναι μια από τις μεγαλύτερες “βιομηχανίες”! Τα νέα προγράμματα σπουδών, με κέντρο τις ήπιες δεξιότητες και τον τεχνοκρατισμό βάζουν ταφόπλακα στην ουσιαστική και σε βάθος διδασκαλία επιστημονικών αντικειμένων, αναγκαίων για να κατανοήσουν οι μαθητές/τριες τον κόσμο και να μπορούν να τον αλλάξουν προς όφελος των εργαζομένων και του λαού.
Με την αξιολόγηση κατακερματίζεται τόσο η προσωπικότητα του εκπαιδευτικού, όσο και η εκπαιδευτική διαδικασία. Και ακόμα χειρότερα επιχειρείται η ποσοτικοποίηση και μέτρηση χαρακτηριστικών της ανθρώπινης προσωπικότητας και στοιχείων της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Επιδιώκεται να επικυρωθούν ως αντικειμενικά μετρήσιμα στοιχεία της προσωπικότητας και νοητικές λειτουργίες των υποκειμένων της εκπαιδευτικής διαδικασίας, όπως η διδακτική ή μαθησιακή ικανότητα, η πνευματική και επιστημονική συγκρότηση, η ικανότητα επικοινωνίας και ο τρόπος συμπεριφοράς, οι διαπροσωπικές σχέσεις, οι ιδέες, η φαντασία, η πρωτοβουλία κ.ά. Σε συνθήκες «αξιολογικής δικτατορίας» το παιδαγωγικό και διδακτικό έργο των εκπαιδευτικών μετατρέπεται σε ένα στεγνό διοικητικό μηχανισμό, συμπλήρωσης αριθμών και φορμών.
Πέρα από τους μύθους της εξουσίας, η αλήθεια είναι ότι η επιστημονική συγκρότηση, η παιδαγωγική κατάρτιση και η διδακτική ικανότητα δεν είναι ποσοτικά μεγέθη που μπορούν να μετρηθούν. Γι’ αυτό και δεν υπάρχουν μέθοδοι ή κριτήρια «αντικειμενικά» και «αξιοκρατικά». H εκπαιδευτική διαδικασία και ο εκπαιδευτικός δεν μπορούν να διασπαστούν σε επιμέρους αξιολογούμενα στοιχεία και να μετρηθούν μέσα από 2 – 3 επισκέψεις του Σύμβουλου Εκπαίδευσης Επιστημονικής Ευθύνης στην τάξη. Πρόκειται για παράσταση ρόλων και εντυπώσεων μετά από την παρακολούθηση δύο ωρών μαθήματος, ο σύμβουλος υποτίθεται ότι θα μπορεί «τεκμηριωμένα» να αποφανθεί.
Οι οργανωμένες επισκέψεις των αξιολογητών δημιουργούν εικονικό χαρακτήρα στην εκπαιδευτική διαδικασία. Έτσι, η πραγματοποίηση επισκέψεων αποκτά επεισοδιακό και ευκαιριακό χαρακτήρα, καθώς αυτά γίνονται από τη μεριά αξιολογητών που δεν έχουν καμιά πραγματική αίσθηση της «ιστορίας» της τάξης. Όπως πολύ χαρακτηριστικά σημειώνει ο John Macbeath: «Καναδοί ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι επισκέπτες επιθεωρητές αποτυγχάνουν μέσα από τη διαδικασία παρακολούθησης των τάξεων, να αντιληφθούν τις καθημερινές εμπειρίες παιδιών και δασκάλων. Μάλιστα, ένας μαθητής περιέγραψε το σχολείο σαν διπρόσωπο, ένα σχολείο που μοιάζει με τους Jekyll και Hyde. Άλλο πρόσωπο έχει για τους επισκέπτες και άλλο για μας».
Μέσα, λοιπόν, από τους μηχανισμούς και τις διαδικασίες ελέγχου των εκπαιδευτικών υλοποιείται μια συγκεκριμένη πολιτική επιλογή και μια αντίληψη για την ιδεολογική χειραγώγηση του εκπαιδευτικού, με την επιβολή μιας κρατικής διδακτικής. Άλλωστε, μην ξεχνάμε, ότι σύμφωνα με τα νεότερα επιστημονικά πορίσματα γίνεται ευρύτερα αποδεκτή η αλήθεια: «Δεν υπάρχει κώδικας διδασκαλίας που να μπορεί να εφαρμοστεί παντού με τα ίδια αποτελέσματα, ούτε μπορεί να εξακριβωθεί επιστημονικά ποια διδασκαλία αποδίδει περισσότερο». H εκπαιδευτική διαδικασία έχει χαρακτήρα δυναμικό και όχι στατικό, επηρεάζεται από πλείστους όσους κοινωνικούς και εκπαιδευτικούς παράγοντες και άρα δεν μπορεί να διασπαστεί και να μετρηθεί. Όταν όλη τη χρονιά η εκπαιδευτική διαδικασία υποτάσσεται στις εξεταστικές ανάγκες, τότε εύκολα και ανεπαίσθητα μεταλλάσσεται η μαθησιακή διαδικασία σε μεθοδολογική εκγύμναση, καθώς επιβάλλεται κατά κύριο λόγο ο φορμαλισμός και η σχηματοποίηση, όχι μόνο στις πρακτικές αξιολόγησης, αλλά και στο ίδιο το διδακτικό έργο.
Αξιολόγηση και Eduquality
Σε αυτό το πλαίσιο επιδιώκουν να εισαχθεί το ελληνικό σχολείο στη λογική του Eduquality, ενός συστήματος που δεν είναι απλώς μια ψηφιακή καινοτομία, αλλά μια καθαρή πολιτική δήλωση για το πώς αντιλαμβανόμαστε πια την εκπαίδευση. Γιατί το Eduquality δεν έρχεται απλώς να «βοηθήσει» τα σχολεία. Έρχεται να τα ορίσει. Να τα περιγράψει, να τα συγκρίνει, να τα κατατάξει. Και, τελικά, να τα μεταφράσει σε δεδομένα. Η ίδια η λέξη είναι αποκαλυπτική. Εκπαίδευση και ποιότητα, ενωμένες μέσα από ένα σύστημα. Όμως η ποιότητα στην εκπαίδευση δεν είναι ουδέτερη έννοια. Είναι βαθιά ανθρώπινη, αντιφατική, πολυδιάστατη. Εδώ ακριβώς γεννιέται το κρίσιμο ερώτημα: τι συμβαίνει όταν η παιδαγωγική ουσία υποχωρεί μπροστά στη μετρησιμότητα; Το Eduquality συγκροτεί ένα εκτεταμένο πλέγμα αποτίμησης: ερωτηματολόγια για εκπαιδευτικούς, μαθητές και γονείς, δείκτες, ψηφιακούς χάρτες, δημόσια dashboards. Η γλώσσα της επίσημης περιγραφής δεν μιλά για σχέσεις μάθησης, για παιδαγωγική εμπιστοσύνη ή για μορφωτικούς στόχους. Μιλά για μοντέλα, απεικονίσεις, πιλοτικές εφαρμογές και –το πιο αποκαλυπτικό– για δημόσια συγκρίσιμα δεδομένα σχολικών μονάδων. Όταν το σχολείο καλείται διαρκώς να αποδεικνύει την αξία του μέσα από αριθμούς, τότε η εκπαιδευτική πράξη μετατοπίζεται: από τη σχέση στον έλεγχο, από τη μάθηση στην απόδοση, από το παιδί στον δείκτη. Όταν η δημόσια εικόνα ενός σχολείου εξαρτάται από συγκρίσιμα δεδομένα, οι πρακτικές προσαρμόζονται σε ό,τι μετριέται ευκολότερα. Ό,τι δεν χωρά σε πίνακες –η συναισθηματική στήριξη, η παιδαγωγική διαίσθηση, η αργή πρόοδος ενός παιδιού– κινδυνεύει να θεωρηθεί δευτερεύον. Ιδιαίτερη συζήτηση αξίζει και η θεσμική ένταξη της γνώμης γονέων και μαθητών μέσω ποσοτικοποιημένων εργαλείων. Η συμμετοχή τους είναι απολύτως θεμιτή και αναγκαία. Άλλο όμως ο ουσιαστικός διάλογος και άλλο η μετατροπή της εμπειρίας σε αριθμό. Όταν η υποκειμενική άποψη γίνεται δείκτης, παύει να λειτουργεί ως γέφυρα επικοινωνίας και αρχίζει να λειτουργεί ως μηχανισμός αξιολόγησης. Πολλοί υποστηρίζουν ότι σε αυτόν τον μηχανισμό δίνεται μια ευκαιρία «διαχωρισμού», ακόμη και ανταγωνισμού ανάμεσα στα σχολεία και τους εκπαιδευτικούς. Εκεί ακριβώς αναδύεται ο μεγαλύτερος κίνδυνος: το σχολείο να αρχίσει να λειτουργεί όχι με βάση τις ανάγκες των μαθητών του, αλλά με βάση το πώς θα «φαίνεται» στα δεδομένα. Να οργανώνει δράσεις επειδή αποδίδουν καλά σε δείκτες και όχι επειδή είναι παιδαγωγικά αναγκαίες. Κι όμως, η εκπαίδευση δεν είναι γραμμή παραγωγής. Δεν εισάγεις δεδομένα και εξάγεις «έτοιμους» πολίτες. Είναι μια ζωντανή διαδικασία, γεμάτη απρόβλεπτες μεταβλητές: κοινωνικές ανισότητες, οικογενειακά βάρη, προσωπικές διαδρομές. Όταν όλα αυτά συμπιέζονται σε έναν αλγόριθμο «ποιότητας», το σχολείο κινδυνεύει να χάσει την ψυχή του. Η εκπαιδευτική κοινότητα οφείλει να επαναφέρει στο προσκήνιο το ουσιώδες ερώτημα: τι είναι τελικά το σχολείο; Μην ξεχνάμε: ό,τι αξίζει πραγματικά στην εκπαίδευση, συχνά δεν μετριέται. Αλλά μένει. Και συνοδεύει τον άνθρωπο για μια ζωή.
Η αξιολόγηση και η έρευνα TALIS του ΟΟΣΑ
Με την έρευνα TALIS του ΟΟΣΑ έρχονται αντιμέτωποι οι εκπαιδευτικοί με απόφαση της κυβέρνησης της Ν.Δ. Εκπαιδευτικοί από 246 -τυχαία; - επιλεγμένα δημόσια και ιδιωτικά Γυμνάσια καλούνται να απαντήσουν σε ηλεκτρονικό ερωτηματολόγιο 50 ερωτήσεων που αφορούν την άσκηση της διδασκαλίας και τις συνθήκες εργασίας τους (ώρες παραμονής στο σχολείο, ώρες προετοιμασίας και σχεδιασμού του μαθήματος, ενδοσχολική επιμόρφωση, εφαρμογή της ΤΝ στην εκπαίδευση, εφαρμογή «καινοτόμων» παιδαγωγικών πρακτικών, είδος σύμβασης , ρόλος της ηγεσίας του σχολείου (π.χ. ο/η διευθυντής/ντρια διασφαλίζει ότι οι εκπαιδευτικοί αναλαμβάνουν την ευθύνη για τη βελτίωση των διδακτικών τους δεξιοτήτων; Ο/η διευθυντής/ντρια διασφαλίζει ότι η απόδοση των εκπαιδευτικών στο έργο τους παρακολουθείται αποτελεσματικά;) κ.α). Ερωτήσεις που προσομοιάζουν με τα κριτήρια της αυτοαξιολόγησης της σχολικής μονάδας και της ατομικής του εκπαιδευτικού. Η κυβέρνηση και με την έρευνα TALIS+ αποδεικνύει για άλλη μια φορά την πλήρη σύμπλευση της με τις κατευθύνσεις του ΟΟΣΑ και της ΕΕ. Όλα τα αντιεκπαιδευτικά μέτρα της, από την αξιολόγηση και την ιδιωτικοποίηση της εκπαίδευσης ως τη σχολική αυτονομία και τους διευθυντές manager και από το κλείσιμο τμημάτων ως την αλλαγή των αναλυτικών προγραμμάτων έχουν την σφραγίδα του ΟΟΣΑ. Για τον ΟΟΣΑ η εκπαίδευση είναι ένας ακόμα οικονομικός δείκτης και ταυτόχρονα, πεδίο ανάπτυξης επιχειρηματικών συμφερόντων, αλλά και υποταγής της σε όσα έχουν αυτοί ανάγκη. Οι εκθέσεις του ενίσχυσαν πρώτα – πρώτα την άμεση παρουσία του ιδιωτικού κεφαλαίου στην εκπαίδευση, άνοιξαν τον δρόμο στην άμεση εμπλοκή επιχειρηματικών ομίλων στο δημόσιο σχολείο (βλ. Ωνάσεια ), απαίτησαν και απαιτούν την επιβολή αυστηρών μορφών αξιολόγησης των σχολείων και των εκπαιδευτικών , την προώθηση της λεγόμενης σχολικής αυτονομίας, τη μείωση των εκπαιδευτικών δαπανών και την αλλαγή των εργασιακών σχέσεων των εκπαιδευτικών, την απόλυτη έμφαση στις δεξιότητες και στις ανάγκες της αγοράς εργασίας υπό την ηγεμονία της μαθητείας, σε αντιπαράθεση με την ολοκληρωμένη γνώση και μόρφωση. Στη δημοσιοποίηση δε της πρόσφατης έκθεσης προανήγγελλε μεταξύ άλλων αναβαθμισμένες αρμοδιότητες και πιο ενεργό ρόλο στην ατομική αξιολόγηση για Διευθυντές, μέντορες και συντονιστές!
Η ίδια η έρευνα και το ερωτηματολόγιο (τόσο από τις ερωτήσεις που περιλαμβάνονται όσο και – κυρίως – από αυτές που απουσιάζουν) είναι δομημένα με τέτοιο τρόπο ώστε να μεταφέρουν αποκλειστικά την ευθύνη για το επίπεδο της παρεχόμενης διδασκαλίας και τα μαθησιακά αποτελέσματα στους ίδιους τους εκπαιδευτικούς και στα σχολεία, αποσπώντας την εκπαιδευτική διαδικασία από το κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο στο οποίο συντελείται. Συνειδητά απουσιάζουν και δεν εξετάζονται οι κοινωνικές συνθήκες, όπως υποδομές, χρηματοδότηση, φτώχεια και ανισότητες σε κάθε σχολικό περιβάλλον, αλλά και οι υλικές και εργασιακές συνθήκες που καθορίζονται\ διαμορφώνονται από τις εκάστοτε πολιτικές των κυβερνήσεων. Είναι φανερό πως με την έρευνα κυβέρνηση και ΟΟΣΑ επιδιώκουν να νομιμοποιήσουν τις ήδη ειλημμένες αποφάσεις τους και να ενισχύσουν τις κατευθύνσεις τους για την περεταίρω αποδόμηση και εμπορευματοποίηση της δημόσιας εκπαίδευσης: τα ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, την αποκέντρωση- αυτονομία των σχολικών μονάδων, την καθιέρωση «ολοκληρωτικών» μορφών αξιολόγησης, την περιστολή των δαπανών, την ένταση των εξεταστικών διαδικασιών ( βλ. pisa ) , την ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων, την ιδιωτικοποίηση της εκπαίδευσης. Άλλωστε στο πλαίσιο του ερωτηματολογίου δεν υπάρχει δυνατότητα απάντησης που να αμφισβητεί την βασική γραμμή της πολιτικής του ΟΟΣΑ. Η έρευνα θα τους προσφέρει τα στοιχεία που χρειάζονται για να τις ντύσουν “επιστημονικά” και ταυτόχρονα προετοιμάζει για νέες αντιδραστικές αλλαγές, με έμφαση στον διαρκή, καθημερινό έλεγχο και την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών (τί διδάσκουν, πώς το διδάσκουν, μετρήσιμα αποτελέσματα) και στη μαζική χρήση της ΤΝ στην εκπαίδευση. Κλίνουν τη λέξη αξιολόγηση και «αυτονομία» σε όλες τις πτώσεις. Καθετί που θα καταγραφεί θα χρησιμοποιηθεί εναντίον της δημόσιας εκπαίδευσης. Όποια στοιχεία επιδιώξουν να λάβουν δε θα χρησιμοποιηθούν αθώα. Ενδεικτικά, παραθέτουμε μερικά από τα «συμπεράσματα» της έρευνας προηγούμενων χρόνων: «Όπως προτάσσει και προωθεί ο ΟΟΣΑ μέσω της έρευνας TALIS, το σύστημα αξιολόγησης και ανατροφοδότησης έχει εξαιρετικά θετικό αντίκτυπο στους εκπαιδευτικούς και οι εκπαιδευτικοί έχουν θετική άποψη για τη διαδικασία και τη σύνδεσή της με την αγορά εργασία και τη σταδιοδρομία τους» (έκθεση ΟΟΣΑ 2009). «Ο βαθμός ικανοποίησης των εκπαιδευτικών δεν συνδέεται με τον αριθμό των μαθητών στην τάξη» (αποτελέσματα TALIS 2013)
Αξιολόγηση – ιδεολογική χειραγώγηση
Με τον νέο πειθαρχικό νόμο 5225/2025:
Θεσμοθετούνται οι γνωστές από τον δημοσιοϋπαλληλικό κώδικα κατηγορίες για «αναξιοπρεπή συμπεριφορά», «απείθεια», «κακόβουλη άσκηση κριτικής στην προϊσταμένη αρχή», «παραβίαση εχεμύθειας» με τις οποίες ήδη έχουν στηθεί διώξεις συνδικαλιστών οι οποίοι είτε αρθρογράφησαν σε κοινωνικά δίκτυα ή ΜΜΕ ασκώντας κριτική σε κυβέρνηση, υπουργούς ή άμεσους προϊσταμένους τους ή λόγω δημόσιας έκφρασης υποστήριξης διωκόμενων από συναδέλφους τους, ή μετά από ανώνυμες καταγγελίες γονέων ακόμα κι όταν αυτές ήταν ανυπόστατες και αναπόδεικτες ή ακόμα και για απρεπή …ενδυμασία. Οι παραπάνω κατηγορίες μάλιστα ταυτίζονται και επισύρουν ανάλογες ποινές με ποινές για αδικήματα όπως υπεξαίρεση δημόσιου χρήματος, διαφθορά, πλαστογραφία, παιδεραστία. Έτσι αν ένας/μία εκπαιδευτικός καταγγελθεί ανώνυμα από κάποιον γονέα όπως και αν ο ίδιος ασκήσει επώνυμα κριτική στη διοίκηση επειδή πχ υπάρχουν κενά σε εκπαιδευτικούς ή βοηθητικό προσωπικό και μένουν ακάλυπτοι μαθητές του/ης θα διώκονται ισάξια με κάποιους που έχουν εμπλακεί στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ ή στο πλιάτσικο του ταμείου Ανάκαμψης ή στη συγκάλυψη του εγκλήματος των Τεμπών.
Αυστηροποιούνται ποινές όπως αφαίρεση ΜΚ, πρόστιμα από 3.000 έως 100.000 ευρώ, θέση σε αυτοδίκαιη αργία ή απόλυση, χωρίς δίκη με συνοπτικές διαδικασίες, λόγω σύλληψης ή λόγω περιοριστικών όρων, όπως έχει γίνει «ουκ ολίγες φορές» αναίτια και απρόκλητα με κατασκευασμένες κατηγορίες από τις δυνάμεις καταστολής σε διαδηλωτ(ρι)ες. Και «στον Έβρο θα μας στέλνουν» ή επί το κοσμιότερον του φαιδρού νομοθετήματός τους «Δυσμενή μετάθεση» θα μπορούν να επιβάλλουν για φρονηματισμό.
Προβλέπεται σύνθεση πειθαρχικών συμβουλίων χωρίς εκπροσώπους των εργαζόμενων (αιρετούς), παρά μόνο με νομικούς σύμβουλους του κράτους (αποκλείονται ακόμη και οι δικαστές) ώστε οι αποφάσεις να είναι ελεγχόμενες, αδιαφανείς, να βγαίνουν εν κρυπτώ μακριά από την συνδικαλιστική δημοσιοποίηση και αντίδραση. Με κατήγορο την διοίκηση και δικαστήριο του χεριού της, η «ζυγαριά της Θέμιδος» θα γέρνει ανισοβαρώς κατά των διωκόμενων. Επιπροσθέτως οι πραιτοριανοί θα μπορούν να συνεδριάζουν και διαδικτυακά, διενεργώντας γρήγορα κι αποτελεσματικά ομαδικές μαζικές δίκες όταν οι κατηγορίες κρίνονται ως συναφείς. Οι διώξεις θα κοινοποιούνται και θα θεωρούνται παραδοτέες εντός τριών ημερών από την έκδοσή τους αφού προβλέπεται επίδοση κατηγοριών μέσω email, ασχέτως αν ο/η διωκόμενος/η νοσεί ή είναι σε άδεια, χωρίς δικαίωμα ένστασης με μόνο δικαίωμα δικαστικής προσφυγής αν μπορεί να την υποστηρίξει οικονομικά. Με δηλώσεις μετάνοιας ή ομολογίας που ονομάζονται «πειθαρχική συνδιαλλαγή» θα εκβιάζονται πιθανές επιεικείς ποινές εξευτελίζοντας την αξιοπρέπεια των διωκόμενων, ανάλογες με τις μεταπολεμικές φασιστικής έμπνευσης «δηλώσεις αποκήρυξης του κομμουνισμού». Κορωνίδα του θεσμικού πλαισίου είναι η θεώρηση της «μη συμμετοχής» (αγνοείται από το λεξικό του η απεργία – αποχή) στην αξιολόγηση για δύο συνεχόμενες φορές ως αιτίας απόλυσης, ως αντικαθεστωτικής συμπεριφοράς, ως σύγχρονου ιδιωνύμου. Αμφισβητείται το κατακτημένο με αίμα συνταγματικό δικαίωμα της απεργίας.
Για να κάμψει την αντίσταση των εκπαιδευτικών το υπουργείο παιδείας λειτουργεί ως βιομηχανία διώξεων επιδιώκοντας να διαμορφώσει εκπαιδευτικούς «άβουλους και μοιραίους», υποταγμένους στον φόβο, βάζοντας στο στόχαστρο ακόμα και το δικαίωμα στην απεργία, με την αιτιολογία ότι η συμμετοχή στις διαδικασίες αξιολόγησης αποτελεί εκπλήρωση υπαλληλικού καθήκοντος και υποχρέωση. Παράλληλα απειλεί με σαφήνεια ότι «σε περίπτωση μη συμμόρφωσης ενεργοποιούνται οι προβλεπόμενες από τον νόμο διαδικασίες». Απειλεί με ποινές όσους -ες εκπαιδευτικούς δεν αξιολογηθούν ή αξιολογήσουν, αναφέροντας δήθεν πειθαρχικά παραπτώματα και συνέπειες.
Ο διοικητικός μηχανισμός της εκπαίδευσης και τα στελέχη υλοποιούν την κυβερνητική πολιτική υιοθετώντας τις αντιδραστικές πρακτικές του εκφοβισμού, της τρομοκράτησης και των απειλών και της ποινικοποίησης των αγώνων, με τα χουντικής κοπής μέτρα των πειθαρχικών διώξεων των συνδικαλιστών και των απεργών εκπαιδευτικών με τις αγωγές εναντίον των συνδικαλιστικών οργάνων κλπ. Επιβεβαιώνεται στην πράξη ότι με ψέματα, σκευωρίες και πανάθλιες μεθόδους που θυμίζουν τα πιο σκοτεινά χρόνια στην Ελλάδα απαξιώνουν και τις συνταγματικά κατοχυρωμένες συνδικαλιστικές και πολιτικές ελευθερίες! Κυβέρνηση – ΥΠΑΙΘΑ – Στελέχη του διοικητικού μηχανισμού επιδιώκουν να ποινικοποιήσουν την πολιτική και συνδικαλιστική δράση και να εξαφανίσουν κάθε φωνή διαφωνίας που τη βαφτίζουν «απειλή για το δημόσιο συμφέρον». Η συμμετοχή σε απεργία-αποχή από την αξιολόγηση —απολύτως νόμιμη μορφή κινητοποίησης— βαφτίζεται «διατάραξη της σχολικής ειρήνης».
Οι πάνω από 2.500 διώξεις σε ολόκληρη την Ελλάδα για συνδικαλιστικούς λόγους (συμμετοχή σε κινητοποιήσεις, συμμετοχή στην απεργία-αποχή από την αξιολόγηση, ενάντια στην τηλεκπαίδευση, σε κατάληψη κ.ά.), αλλά και για δημόσια διατύπωση κριτικής στις πολιτικές της κυβέρνησης, ερμηνεύονται πλέον ως πολιτικές διώξεις που συνιστούν κεντρική επιλογή της κυβέρνησης, στέλνοντας «μήνυμα» τόσο στους εκπαιδευτικούς όσο και στους μαθητές στοχεύοντας στη δημιουργία σχολείων-νεκροταφείων δικαιωμάτων. Η συμμετοχή σε κινητοποίηση βαφτίζεται και τιμωρείται ως «ανάρμοστη συμπεριφορά εντός ή εκτός υπηρεσίας» ή «διατάραξη της σχολικής ειρήνης» και η δημόσια έκφραση άποψης «κακόβουλη κριτική κατά της προϊστάμενης αρχής», το σύνθημα «φωνασκία» που τιμωρείται, η φωνή της διαφωνίας βαφτίζεται «απειλή για το δημόσιο συμφέρον». Το «έγκλημα», λοιπόν, των διωκόμενων εκπαιδευτικών είναι ότι ως παιδαγωγοί θέλουν να είναι ενεργοί πολίτες, να συμμετέχουν και να υλοποιούν τις αποφάσεις του κλάδου των εκπαιδευτικών. Το νέο δόγμα —ότι δηλαδή όποιος «δημόσιος λειτουργός δε συμμορφώνεται, θα διώκεται ή θα απομακρύνεται»— αποκαλύπτεται στην πράξη ως μια επίθεση στον ίδιο τον πυρήνα της δημοκρατίας: την ελευθερία έκφρασης, της πολιτικής και συνδικαλιστικής δράσης και της επαγγελματική ς αξιοπρέπειας. Είναι πια απροσχημάτιστη η στοχοποίηση της αντίστασης των εργαζομένων και των εκπαιδευτικών. Ο νέο-επιθεωρητισμός, ο νέο-δοσιλογισμός στην εκπαίδευση και εν τέλει ο φασισμός με τις γραβάτες ταιριάζουν σε ένα σχολείο φόβου και τιμωρίας. Ένα σχολείο που θέλει τους εκπαιδευτικούς άβουλους και μοιραίους, όπου θα κυριαρχεί φόβος, κανιβαλισμός, καταπίεση. Ένα σχολείο νεκροταφείο δικαιωμάτων.
Η απάντηση του εκπαιδευτικού κινήματος
Όταν η αξιολόγηση γίνεται νόμος, η αντίσταση είναι καθήκον!
Οι διαδικασίες υλοποίησης της αξιολόγησης – χειραγώγησης – κατηγοριοποίησης εκπαιδευτικών και σχολείων προχωρούν με «ρυθμούς χελώνας», όπως παραδέχεται και η φιλοκυβερνητική «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» (Πέμπτη 21-8-2025). Ενδεικτικά στο ρεπορτάζ αναφέρεται ότι η έλλειψη των απαραίτητων αξιολογητών οδήγησε στην απόφαση να παραταθεί η θητεία έως τις 31.8.2026 των εκπαιδευτικών που υπηρετούν σε Πρότυπα ή Πειραματικά σχολεία και δεν ολοκλήρωσαν το σχολικό έτος 2024-2025 την αξιολόγησή τους στη γενική και ειδική διδακτική του γνωστικού αντικειμένου (πεδίο Α1). Και αυτό λόγω του μη ορισμού συμβούλου εκπαίδευσης της ειδικότητάς τους, ώστε να τους αξιολογήσει. Ως γνωστόν ο νόμος 4823/2021 τέθηκε σε ισχύ πριν από τρία χρόνια, η διαδικασία προχωρά εξαιρετικά αργά: με τους σημερινούς ρυθμούς, εκτιμάται ότι θα χρειαστούν περίπου δέκα χρόνια για να αξιολογηθούν όλοι οι 140.000 μόνιμοι εκπαιδευτικοί της χώρας. Ομολογία αποτυχίας και γελοιοποίησης είναι και η δήλωση της υπουργού παιδείας Σ. Ζαχαράκη στη Βουλή τα μέσα Δεκέμβρη του 2025 ότι από τους 22.000 εκπαιδευτικούς που έχουν Ααξιολογηθεί, μόλις 6 έχουν κριθεί «μη ικανοποιητικοί». Αυτό είναι παραδεκτό και από την Αρχή Διασφάλισης της Ποιότητας στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση (ΑΔΙΠΠΔΕ) και το Υπουργείο Παιδείας που αναγνωρίζει ότι μέχρι στιγμής έχουν αξιολογηθεί μόνο λίγοι εκπαιδευτικοί, γεγονός που οφείλεται σε δύο βασικούς παράγοντες: Στην αντίσταση των εκπαιδευτικών, που από την αρχή στάθηκαν απέναντι στο νέο θεσμικό πλαίσιο, εκφράζοντας φόβους ότι η αξιολόγηση θα εντείνει την πίεση και θα οδηγήσει σε πειθαρχικές συνέπειες ή διαφοροποιήσεις στη βαθμολογική-μισθολογική εξέλιξη. Στη γραφειοκρατική φύση του συστήματος, με τους 750 συμβούλους εκπαίδευσης να αδυνατούν να καλύψουν τον όγκο του έργου, ενώ ταυτόχρονα αντιμετώπιζαν και δυσκολίες συνεργασίας με τους εκπαιδευτικούς.
Η εμβληματική μάχη ενάντια στην αξιολόγηση παρά το κλίμα τρομοκρατίας και εκφοβισμού που δίνεται 5 χρόνια τώρα είναι μια μάχη δύσκολη μεν αλλά με ισχυρές αντιστάσεις, που σημαδεύεται και με νίκες για την μονιμοποίηση χωρίς αξιολόγηση νεοδιόριστων σε Χανιά, Εύβοια, ΔΠΕ Δυτική Αττική κ.ά. Οι ισχυρές αντιστάσεις των εκπαιδευτικών αλλά και η προσπάθεια επιβολής της με κάθε τρόπο, οι απειλές, οι εκφοβισμοί, οι πιέσεις, το νέο πειθαρχικό δίκαιο την έχουν απονομιμοποιήσει στη συνείδηση του κλάδου αλλά και σε μέρος της κοινωνίας.
Ο νέο-επιθεωρητισμός, ο νέο-δοσιλογισμός στην εκπαίδευση και εν τέλει ο φασισμός με τις γραβάτες δε χτυπιέται με εκσυγχρονισμένες δηλώσεις μετανοίας του τύπου «οι εκπαιδευτικοί δεν είναι αρνητές της αξιολόγησης»ή «οι εκπαιδευτικοί δεν αρνούνται την αξιολόγηση». Πολύ περισσότερο τα συνδικάτα δεν μπορούν να καλύπτουν και να έχουν ως μέλη του διώκτες και σκευωρούς και να καταψηφίζουν προτάσεις για διαγραφή τους.
Τα συνδικάτα πρέπει να περάσουν από την ηττοπαθή/συναινετική γραμμή στη γραμμή μετωπικής δράσης. Το εκπαιδευτικό κίνημα μπορεί να έχει ως πυξίδα τους αγώνες ενάντια στην αξιολόγηση και την πρόσφατη απεργία – αποχή. Σε κάθε περίπτωση οφείλει να υπερασπίσει με όλες τους τις δυνάμεις, αποφασιστικά, συντονισμένα και αταλάντευτα κάθε εκπαιδευτικό που δε συμμετέχει στην αξιολόγηση, γιατί αντιστέκεται στη διάλυση του δημόσιου σχολείου. Να υπερασπίσουν έμπρακτα τους/τις διωκόμενους/ες εκπαιδευτικούς και να οργανώσουν ΕΝΙΑΙΟ ΠΑΡΑΤΕΤΑΜΕΝΟ ΑΓΩΝΑ – πολύμορφο απεργιακό αγώνα ενάντια στην εκπαιδευτική πολιτική της κυβέρνησης.
Να πιστέψουν στον αγώνα ενάντια στην αξιολόγηση ως έναν αγώνα που πρέπει να δοθεί αποφασιστικά, παρά τον αρνητικό συσχετισμό στην κοινωνία και τον κοινωνικό αυτοματισμό «ενάντια στον τεμπέλη εκπαιδευτικό που δε θέλει να αξιολογηθεί» που καλλιεργούν ΜΜΕ και κράτος. Η αξιολόγηση είναι ένας κεντρικός στόχος του συστήματος και αφορά το βαθύ ιδεολογικό του πλαίσιο. Και για αυτό η σύγκρουση δεν μπορεί να αποφευχθεί . Στο δίλημμα αξιολόγηση ή Απεργία –Αποχή και αντίσταση είμαστε με την ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ στην αξιολόγηση και την εκπαιδευτική πολιτική.
Η πρότασή μας: Υπεράσπιση του δημόσιου και δωρεάν σχολείου
Και τελικά έχουμε ως εκπαιδευτικό κίνημα πρόταση για την αξιολόγηση ή μόνο «στείρα άρνηση»;
Κάθε πρόταση για ενίσχυση του δημόσιου σχολείου δεν μπορεί παρά να απορρίπτει κάθε μοντέλο αξιολόγησης στο πλαίσιο του σημερινού αυταρχικού, ιεραρχικού, γραφειοκρατικού και κυβερνητικά - κομματικά ελεγχόμενου διοικητικού μηχανισμού της εκπαίδευσης. Οι εκπαιδευτικοί έχουν κάθε δικαίωμα να αντισταθούν στον ασφυκτικό έλεγχο του νεο-επιθεωρητισμού, όπως διανθίζεται με τα μέτρα και τους δείκτες σύμφωνα με τα πρότυπα της «ελεύθερης αγοράς». Γιατί «ο δάσκαλος που θα υποχρεωθεί να καταπνίξει τη σκέψη του θα γίνει διπλά σκλάβος ή θα καταντήσει ένας ψυχικά ανάπηρος άνθρωπος, ανίκανος να μορφώσει άλλους» (Δ. Γληνός). Παράλληλα μπορούν και πρέπει να συμβάλουν στη διαμόρφωση ενός μορφωτικού κοινωνικού κινήματος που θα διεκδικεί έναν «άλλο» ρόλο για τον εκπαιδευτικό και την εκπαίδευση. Παραφράζοντας τον Δ. Γληνό θα χαρακτηρίζαμε την αξιολόγηση ως τον «άταφο νεκρό» της εκπαίδευσης. Αν η κυβέρνηση, η Ε.Ε. και το κεφάλαιο θέλουν να πιστεύουν στη νεκρανάσταση για να οικοδομήσουν το σχολείο της αγοράς πάνω στα ερείπια του δημόσιου σχολείου, εμείς έχουμε κάθε λόγο να την θάψουμε όσο πιο βαθιά γίνεται.
H απάντησή μας σημαίνει άρνηση του διοικητικού ελέγχου, της ιδεολογικής χειραγώγησης και συμμόρφωσης, της κατηγοριοποίησης εκπαιδευτικών και σχολείων. Προϋποθέτει, ωστόσο, την καθημερινή ατομική και συλλογική δράση των εκπαιδευτικών για την ανατροπή όλων εκείνων των αρνητικών κοινωνικών και εκπαιδευτικών παραγόντων που επηρεάζουν αρνητικά το εκπαιδευτικό έργο. Διεκδικούν με άλλα λόγια την ανάπτυξη της Δημοκρατίας, της Συλλογικότητας, της Παιδαγωγικής Ελευθερίας στο σχολείο. Αντιτίθενται στο νέο αυταρχικό πλαίσιο λειτουργίας των σχολείων με τους εσωτερικούς κανονισμούς, τον πανοπτικό έλεγχο, την κατάργηση της στοιχειώδους δημοκρατίας και παιδαγωγικής ελευθερίας των Σ.Δ, τις υπερεξουσίες των διευθυντών, και της επιβολής του διευθυντικού δικαιώματος. Καμιά περιστολή των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων εκπαιδευτικών, μαθητών και περιορισμού του δικαιώματος της απεργίας. Αγώνας για δημοκρατία και παιδαγωγική ελευθερία στα σχολεία.
Οι εκπαιδευτικοί, ο Σύλλογος Διδασκόντων οφείλουν να κάνουν τη δική τους «αξιολόγηση» και να αναδεικνύουν τα μικρά και μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζει κάθε σχολείο και γενικότερα η εκπαίδευση, διεκδικώντας με την οργανωμένη δράση τους λύσεις. H προώθηση των αιτημάτων του εκπαιδευτικού κινήματος μπορεί να διαμορφώσει ευνοϊκότερες συνθήκες για την άσκηση του εκπαιδευτικού τους ρόλου. Η ιστορία του συνδικαλιστικού, του εκπαιδευτικού κινήματος διδάσκει πως η ζωή με αξιοπρέπεια και δικαιοσύνη κερδήθηκε μέσα από ανυποχώρητους αγώνες.
Οι εκπαιδευτικοί μπορούν και έχουν κάθε δικαίωμα «να αξιολογούν» από την πλευρά του εκπαιδευτικού κινήματος τις υλικές συνθήκες, το παιδαγωγικό περιβάλλον, μέσα στο οποίο ασκούν το εκπαιδευτικό τους έργο. H απάντησή μας επιβάλλει την «αξιολόγηση» των πενιχρών μισθών των εκπαιδευτικών. Γιατί οι γλίσχροι μισθοί συνιστούν μια σκληρότατη έκφραση της κρατικής αξιολόγησης που απαξιώνει τους εκπαιδευτικούς και το έργο τους, με οδυνηρές συνέπειες στη λειτουργία του σχολείου.
H απάντησή μας θέτει ως προτεραιότητα την ανάπτυξη της συνεργασίας, της συλλογικότητας και της αλληλεγγύης μεταξύ των εκπαιδευτικών, απορρίπτοντας την «αξιολόγηση» του ανταγωνισμού, της κατηγοριοποίησης, της ενοχοποίησης και απόρριψης των εκπαιδευτικών. Οι εκπαιδευτικοί αγώνες ιστορικά φωτίζουν το δρόμο που πρέπει να διαβούμε. Δεν υποστέλλουμε τη σημαία του αγώνα! Βαδίζουμε στον δρόμο της απεργίας – αποχής και του ενιαίου παρατεταμένου αγώνα!
Η απάντησή μας περιλαμβάνει τα στοιχειώδη αιτήματα του εκπαιδευτικού κινήματος για αύξηση των δαπανών για την παιδεία, για λιγότερους μαθητές στα τμήματα, για μαζικούς μόνιμους διορισμούς εκπαιδευτικών, επιπλέον προσλήψεις προσωπικού στην καθαριότητα κλπ. Μόρφωση - μόνιμη και σταθερή δουλειά για όλους!
H απάντησή μας προϋποθέτει την ανάδειξη και διεκδίκηση όλων εκείνων των αιτημάτων του εκπαιδευτικού κινήματος για ένα σχολείο της ολόπλευρης γνώσης και μόρφωσης και όχι των δεξιοτήτων και της προετοιμασίας του φθηνού ευέλικτου εργατικού δυναμικού. Για ένα σχολείο που ο εκπαιδευτικός θα εκπληρώνει το ρόλο του ως παιδαγωγός και όχι ως ιμάντας μεταφοράς πληροφοριών και καταγραφέας επιδόσεων.
Για ένα σχολείο χωρίς ταξικούς φραγμούς και διακρίσεις, όπου πρωταρχική σημασία έχει ο πνευματικός εξοπλισμός των μαθητών, η καλλιέργεια «ελεύθερων και δημοκρατικών πολιτών», έτσι ώστε να μπορούν να αντιμετωπίσουν κριτικά την κοινωνία με την ενεργή συμμετοχή τους και παρέμβαση σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής δραστηριότητας για να την αλλάξουν με βάση τις ανάγκες και τα δικαιώματά τους!
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Τι συμβαίνει στα παιδιά μας; Η μεγάλη δημόσια συζήτηση στο Δημαρχείο Βούλας στις 3 Μαρτίου
Αυτό είναι το πιο υγιεινό ψάρι στον κόσμο: Ξεπερνά τον σολομό στη διατροφική κατάταξη
Voucher 750 ευρώ σε εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα - Ανοίγουν οι αιτήσεις
Γιώργος Καββαδίας