Υπάρχει μια λεπτή, σχεδόν αόρατη στιγμή που το σχολείο παύει να μοιάζει με κοινότητα και αρχίζει να θυμίζει πεδίο μάχης. Δεν συμβαίνει με θόρυβο – συμβαίνει με μικρές μετατοπίσεις: ένας γονιός μπαίνει στο σχολείο πιο καχύποπτος από πριν. Ένας εκπαιδευτικός «μασάει» τις λέξεις του. Ένας διευθυντής ελίσσεται για να μη «σκάσει» το επεισόδιο. Και το παιδί στέκεται στη μέση, σαν να πρέπει να διαλέξει στρατόπεδο: το σπίτι ή το σχολείο.
Όμως αυτή η σύγκρουση δεν είναι φυσικός νόμος. Δεν είναι αναπόφευκτη. Και κυρίως δεν είναι τυχαία.
Τα τελευταία χρόνια βλέπουμε να διαμορφώνεται μια πολύ συγκεκριμένη πολιτική μεθόδευση: να μετακυλιστούν οι ευθύνες για την κατάσταση της δημόσιας εκπαίδευσης στις πλάτες των εκπαιδευτικών, ώστε η κοινωνική δυσαρέσκεια να μη στραφεί προς την πολιτική εξουσία, αλλά προς τον πιο εύκολο στόχο: τον άνθρωπο που βρίσκεται μπροστά στην τάξη.
Με άλλα λόγια: να μη θυμώσει ο κόσμος με την πολιτεία, αλλά με τον δάσκαλο.
Κι έτσι, αντί να γίνεται συζήτηση για υποχρηματοδότηση, ελλείψεις, εκπαιδευτικό σχεδιασμό, δομές στήριξης και ανισότητες, γίνεται συζήτηση για το αν «ο εκπαιδευτικός έκανε σωστά τη δουλειά του».
Αυτή είναι η μεγάλη πολιτική μετατόπιση: από το σύστημα… στο πρόσωπο. από τη θεσμική ευθύνη… στην ατομική ενοχή.
Ο εκπαιδευτικός ως “απορροφητήρας” των πολιτικών επιλογών
Η δημόσια εκπαίδευση δεν «χάλασε» επειδή ξαφνικά οι εκπαιδευτικοί έγιναν αδιάφοροι. Αν συνέβαινε αυτό, θα το βλέπαμε. Θα κατέρρεε το σχολείο σε μια νύχτα.
Η δημόσια εκπαίδευση φθίνει γιατί επί χρόνια αντιμετωπίζεται σαν κάτι που πρέπει να επιβιώνει με «αυτοθυσία». Με μια παράδοξη συλλογική συμφωνία: το κράτος να προσφέρει τα ελάχιστα, και οι εκπαιδευτικοί να συμπληρώνουν τα υπόλοιπα με υπερεργασία, φιλότιμο, υπομονή και προσωπικό κόστος.
Ο εκπαιδευτικός έχει γίνει ένα είδος κοινωνικού «αμορτισέρ». Απορροφά τους κραδασμούς για να μη σπάσει το σύστημα:
καλύπτει κενά,
σηκώνει τμήματα υπερφορτωμένα,
διαχειρίζεται τάξεις με πολύπλοκες ανάγκες,
υποκαθιστά ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς, ειδικούς παιδαγωγούς,
κάνει «μάθημα» με γραφειοκρατία στον λαιμό και με αξιολογήσεις να κρέμονται σαν απειλή.
Κι όταν όλα αυτά δεν παράγουν το «θαύμα» που περιμένει η κοινωνία, η πολιτεία γυρίζει και λέει: «Φταίει ο εκπαιδευτικός.»
Διότι έτσι δεν χρειάζεται να πει το αυτονόητο: «Φταίνε οι επιλογές μας.»
Η τεχνική της διάσπασης: να μη συναντηθούν οι σύμμαχοι
Ο εκπαιδευτικός και ο γονιός είναι οι δύο φυσικοί σύμμαχοι του παιδιού. Αν αυτοί οι δύο μιλήσουν με κοινή γλώσσα, αν σηκώσουν μαζί τη φωνή τους, τότε η πολιτεία θα αναγκαστεί να απαντήσει. Θα πιεστεί. Θα λογοδοτήσει.
Γι’ αυτό ακριβώς έχει τεράστια πολιτική αξία να μην ενωθούν.
Η στρατηγική είναι απλή: να μεταφερθεί το επίκεντρο της αντιπαράθεσης στην αυλή του σχολείου. Να αντιδρούν οι γονείς προς τους εκπαιδευτικούς και οι εκπαιδευτικοί να αμύνονται, αντί όλοι μαζί να στρέφουν το βλέμμα προς την πολιτική ευθύνη.
Και αυτό γίνεται με έναν ύπουλο τρόπο: μέσα από μια διαρκή αφήγηση που δηλητηριάζει τη σχέση εμπιστοσύνης.
Ο γονιός μαθαίνει να βλέπει τον δάσκαλο ως «υπάλληλο που πρέπει να απολογείται».
Ο εκπαιδευτικός μαθαίνει να βλέπει τον γονιό ως «δυνητικό κατήγορο».
Το σχολείο γίνεται χώρος επιτήρησης.
Και η παιδαγωγική σχέση χάνει το οξυγόνο της: την εμπιστοσύνη.
Έτσι η κοινωνία δεν ενώνεται για να διεκδικήσει καλύτερη εκπαίδευση. Διασπάται, καταναλώνεται σε μικρούς πολέμους, και τελικά κουράζεται.
Η νέα “ηθική” της καταγγελίας: όταν η τάξη γίνεται δικαστήριο
Σε αυτό το περιβάλλον ανθίζει και κάτι ακόμη πιο επικίνδυνο: η ποινικοποίηση της σχολικής ζωής. Η κουλτούρα της καταγγελίας. Το «θα κάνω αναφορά». Το «θα πάω εισαγγελέα». Το «θα κινηθώ νομικά».
Όχι ως έσχατο μέτρο για ένα σοβαρό ζήτημα – αυτό προφανώς είναι δικαίωμα.
Αλλά ως εργαλείο πίεσης. Ως μηχανισμός επιβολής.
Το σχολείο, από χώρος διαπαιδαγώγησης, κινδυνεύει να γίνει χώρος φόβου. Και ο εκπαιδευτικός, από παιδαγωγός, κινδυνεύει να γίνει ένας άνθρωπος που λειτουργεί «με το χειρόφρενο», για να μην εκτεθεί.
Και όταν ο εκπαιδευτικός φοβάται, το σχολείο απονεκρώνεται. Γιατί το παιδί δεν χρειάζεται έναν δάσκαλο που απλώς «δεν κάνει λάθη». Χρειάζεται έναν δάσκαλο που μπορεί να εμπνεύσει, να συγκινήσει, να συγκρουστεί δημιουργικά με την αδικία, να βάλει όρια με αγάπη.
Ποιος φταίει για τι;
Στους εκπαιδευτικούς μεταφέρονται:
τα κενά και οι καθυστερήσεις στελέχωσης
η έλλειψη υποστηρικτικών δομών (ψυχολόγοι/κοινωνικοί λειτουργοί)
τα μαθησιακά ελλείμματα που φέρνει η κοινωνική ανισότητα
η ένταση και η παραβατικότητα χωρίς μηχανισμούς πρόληψης
η πίεση για “αποτελέσματα” σε συνθήκες εξάντλησης
η γραφειοκρατία που αφαιρεί χρόνο από τη διδασκαλία
Ενώ θεσμικά αυτά ανήκουν σε:
πολιτική ηγεσία και προϋπολογισμό
εκπαιδευτικό σχεδιασμό και σταθερότητα πολιτικών
επενδύσεις σε υποδομές και ανθρώπινο δυναμικό
κοινωνική πολιτική για την παιδική προστασία
λειτουργία και εποπτεία του κράτους
Να σταματήσουμε να δικάζουμε τους ανθρώπους που κρατούν το σχολείο
Η δημόσια εκπαίδευση δεν χρειάζεται άλλους “ενόχους”. Έχει αρκετούς κουρασμένους ανθρώπους.
Χρειάζεται έναν νέο κοινωνικό όρκο: ότι το σχολείο δεν θα είναι το σημείο όπου ξεσπάμε, αλλά το σημείο όπου συναντιόμαστε. Ότι ο γονιός και ο εκπαιδευτικός δεν θα κοιτάζουν ο ένας τον άλλον σαν αντίπαλο, αλλά σαν συμπαραστάτη.
Γιατί όταν αυτοί οι δύο δεν μιλούν, το παιδί σιωπά. Και όταν αυτοί οι δύο συγκρούονται, η κυρίαρχη πολιτική ανασαίνει ανακουφισμένη.
Η πιο επικίνδυνη ψευδαίσθηση είναι ότι η δημόσια εκπαίδευση θα σωθεί με περισσότερη πίεση στους εκπαιδευτικούς. Όχι. Θα σωθεί με περισσότερη πολιτική ευθύνη, περισσότερη στήριξη, περισσότερη δικαιοσύνη.
Αν θέλουμε να αλλάξει κάτι, ας κάνουμε το αυτονόητο: να μεταφέρουμε ξανά την αντιπαράθεση εκεί που ανήκει. Όχι στον δάσκαλο. Αλλά στις πολιτικές επιλογές.
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Voucher 750 ευρώ σε εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα - Ανοίγουν οι αιτήσεις
Λεωνίδας Βουρλιώτης