Ιδιωτική εκπαίδευση, εργατικά δικαιώματα και η βάση του «10»
Γράφει ο Πέτρος Λυμπερόπουλος

Ο χώρος της ιδιωτικής εκπαίδευσης τα τελευταία χρόνια αποτέλεσε προνομιακό πεδίο άσκησης σκληρών νεοφιλελεύθερων, αγοραίων και αντεργατικών πολιτικών.

Ο κλάδος των ιδιωτικών εκπαιδευτικών από το έτος 2016 άρχισε να ανακτά κατακτήσεις θεσμικού χαρακτήρα που είχε απολέσει την προηγούμενη εξαετία. Με τους αγώνες του προσπάθησε να συγκρατήσει τη μισθολογική καταβαράθρωσή του.

Οι πρόσφατες «επείγουσες» νομοθετικές πρωτοβουλίες της νέας κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη για θέματα των υπουργείων Παιδείας και Εργασίας, μαζί με τις διάφορες προεκλογικές δηλώσεις της ηγεσίας της ΝΔ, σπέρνουν τον πανικό στους χιλιάδες εργαζόμενους της ιδιωτικής εκπαίδευσης για ενδεχόμενα ολέθρια πισωγυρίσματα στις απόρρυθμιστικές εποχές των υπουργών Παιδείας Άννας Διαμαντοπούλου και Κωνσταντίνου Αρβανιτόπουλου.

Η ανησυχία ανάμεσα στους εργαζόμενους επιτείνεται από το γεγονός της έλλειψης γνήσιων Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας (ΣΣΕ) στους μεγαλύτερους χώρους της ιδιωτικής εκπαίδευσης (κέντρα ξένων γλωσσών, φροντιστήρια, κέντρα μελέτης, κλπ).

Σύμφωνα με τον Σύλλογο Εργαζομένων στα Φροντιστήρια Καθηγητών (ΣΕΦΚ) οι εργοδοτικές ενώσεις των φροντιστηρίων «είναι οι ίδιες που πρώτα από όλες τις εργοδοτικές ενώσεις που κατήγγειλαν τις ΣΣΕ του κλάδου, μόλις τα μνημόνια κατάργησαν τη δυνατότητα σύναψης νέας ΣΣΕ, με αποτέλεσμα να ακολουθήσουν οι απολύσεις των εργαζομένων που οικοδόμησαν συλλογικές αντιστάσεις στους χώρους δουλειάς, οι οποίοι/ες από τότε έμειναν άνεργοι/ες».

Στο γεγονός αυτό προστίθενται και παρακμιακά φαινόμενα που εργαζόμενοι φέρνουν στο φως της δημοσιότητας: πλασματικά εικοσάρια σε μαθητές, έκδοση πλαστών πιστοποιητικών γλωσσομάθειας, παράνομοι και πλαστοί τίτλοι εκπαίδευσης, άρνηση εγγραφών μαθητών με αναπηρία με τους ίδιους όρους, προϋποθέσεις και προσαρμογές που ισχύουν για τα δημόσια σχολεία, επιβολή υπογραφής σύμβασης εργασίας όπου να δηλώνεται η συνδικαλιστική οργάνωση ή το σωματείο των εργαζομένων, ανασφάλιστη και αδήλωτη εργασία, εικονικές ώρες απασχόλησης, μεγάλες καθυστερήσεις καταβολής μισθών, παρακράτηση δεδουλευμένων, αδήλωτες δραστηριότητες ιδιωτικών σχολείων κ.ο.κ.

Η Αυτοτελής Διεύθυνση Ιδιωτικής Εκπαίδευσης

H Ομοσπονδία Ιδιωτικών Εκπαιδευτικών Λειτουργών Ελλάδας (ΟΙΕΛΕ) με επιστολή της (19/7) προς την υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων εξέφρασε την ανησυχία της για το γεγονός ότι η Αυτοτελής Διεύθυνση Ιδιωτικής Εκπαίδευσης που, σύμφωνα με τη νομοθεσία, ο επιχειρησιακός στόχος της «είναι η εποπτεία των ιδιωτικών σχολείων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, η διασφάλιση της ποιότητας της παρεχόμενης εκπαίδευσης σε αυτά, ο χειρισμός θεμάτων του προσωπικού και των ιδιοκτητών αυτών, καθώς και η εποπτεία της λειτουργίας των ξένων σχολείων, των φροντιστηρίων και των κέντρων ξένων γλωσσών» και που σύμφωνα με το άρθρο 53 του π.δ. 18. (ΦΕΚ Α’ 31/23-02-2018) υπαγόταν απευθείας στον Υπουργό Παιδείας, μεταφέρθηκε με το άρθρο 3, παρ. 16, π.δ. 84 (ΦΕΚ Α’ 123/17-07-2019) στην εποπτεία της νεοσυσταθείσης Γενικής Γραμματείας Πρωτοβάθμιας, Δευτεροβάθμια Εκπαίδευσης και Ειδικής Αγωγής του Υπουργείου.

Η ΟΙΕΛΕ υπογραμμίζει πως «δικαιώνονται οι φήμες που διέρρεαν επιχειρηματίες της εκπαίδευσης προ και μετά των εκλογών ότι η Διεύθυνση θα υπονομευτεί με τελικό στόχο την κατάργησή της».

Η Διεύθυνση της Ιδιωτικής Εκπαίδευσης που επί δεκαετίες αποτελούσε το βασικό εποπτικό μηχανισμό της πολιτείας στο χώρο, το 2014 καταργήθηκε. Οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί υπάχθηκαν στο υπουργείο Εργασίας με ολέθριες κοινωνικές συνέπειες όπως καταγγέλλεται από τους εργαζόμενους: Υποτίμηση της αξίας της εργασίας, ελεύθερες και αναιτιολόγητες απολύσεις, αδήλωτη εργασία, άκυροι τίτλοι σπουδών, απειλές σχολαρχών και διώξεις εναντίων εργαζομένων και συνδικαλιστών, λειτουργία εκπαιδευτικών μονάδων χωρίς άδεια κ.ο.κ.

Στον χώρο των κέντρων ξένων γλωσσών και των φροντιστηρίων η κατάσταση ανομίας και μαύρης εργασίας σύμφωνα με τις καταγγελίας των εργατικών σωματείων του κλάδου είχε ξεφύγει παντελώς κάθε λογικής. Το μεικτό βασικό ωρομίσθιο των καθηγητών με ευθύνη των κυβερνήσεων και των εργοδοτικών αντιδημοκρατικών μεθοδεύσεων και νομικών τεχνασμάτων είχε κατακρημνιστεί σε επίπεδα φτωχών αφρικανικών χωρών, στο μεικτό ποσό των 3,52 ευρώ! Ο ΣΕΦΚ καταγγέλλει ότι οι επιχειρηματίες της ιδιωτικής εκπαίδευσης εξακολουθούν έως και σήμερα να απαιτούν την πλήρη εξαθλίωση των καθηγητών: «Διεκδικούν το ιερό τους δικαίωμα να θεωρούν νόμιμο μεικτό ωρομίσθιο τα 3,52 € για τους/ις εργαζόμενους/ες καθηγητές/τριες».

Σύμφωνα με την παραπάνω επιστολή της ΟΙΕΛΕ «η Διεύθυνση της Ιδιωτικής Εκπαίδευσης ανασυστήθηκε το 2017 και είχε ξεκινήσει έκτοτε, αν και με προβλήματα και ελλείψεις, η αποκατάσταση στοιχειωδών όρων νομιμότητας στην ιδιωτική εκπαίδευση. Ελέγχθηκαν σοβαρές παρανομίες, υπήρξε συντονισμός για την απελευθέρωση και ταυτόχρονα την εποπτεία παρεκκλίσεων και απογευματινών δράσεων έτσι ώστε τα ιδιωτικά σχολεία να μπορούν να παρέχουν υψηλού επιπέδου υπηρεσίες σε πλαίσιο όμως νομιμότητας, ξεκίνησε το δύσκολο έργο του ελέγχου στον χαοτικό χώρο των Κέντρων Ξένων Γλωσσών και των Φροντιστηρίων Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης όπου καταγράφονται υψηλότατα ποσοστά αδήλωτης και υποδηλωμένης εργασίας».

Επιφυλάξεις γα τις προτεραιότητες της κας Κεραμέως.

Η υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων κα Νίκη Κεραμέως στην απάντησή της προς την ΟΙΕΛΕ αναφέρει επί λέξει: «Σε απάντηση της υπ’ αριθ. Πρωτ. 567/17-7-2019 επιστολής σας, καταθέτω τα εξής: Μεταξύ των προτεραιοτήτων του Υπουργείου είναι η προστασία των εργασιακών δικαιωμάτων των εκπαιδευτικών, ο έλεγχος και η διασφάλιση της νομιμότητας σε όλα τα στάδια της εκπαιδευτικής διαδικασίας και η πάταξη τυχόν φαινομένων αδήλωτης εργασίας και φοροδιαφυγής. Σε αυτό το πλαίσιο, καλούμε όλους τους εμπλεκόμενους φορείς σε ένα γόνιμο, ειλικρινή διάλογο για τη διαμόρφωση μίας υψηλού επιπέδου παρεχόμενης ιδιωτικής εκπαίδευσης».

Αν οι ισχυρισμοί της κας Κεραμέως είναι γνήσιοι και ειλικρινείς τότε στην ημερήσια διάταξη θα πρέπει να είναι η ενίσχυση της ισχύουσας νομοθεσίας και όχι η υπονόμευση ή η κατάργησή της όπως επιθυμούν οι εργοδοτικές ενώσεις της ιδιωτικής εκπαίδευσης.

Η ΟΙΕΛΕ μόλις έλαβε την απάντηση της κας Κεραμέως εξέδωσε ανακοίνωση: «Η ΟΙΕΛΕ θα περιμένει την έναρξη του διαλόγου και την υλοποίηση όσων η επιστολή της Υπουργού Παιδείας περιέχει, κυρίως την καταπολέμηση των οξύτατων παρανομιών σε ιδιωτικά σχολεία, Κέντρα Ξένων Γλωσσών, Φροντιστήρια Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και σε ιδιωτικά ΙΕΚ. Ιδιαίτερα όμως για τα εργασιακά μας δικαιώματα εκφράζει την επιφύλαξη των συναδέλφων μας, μετά μάλιστα τις πρόσφατες νομοθετικές διευθετήσεις στο χώρο της εργασίας». 

Ο πειθαρχικός έλεγχος

Το ισχύον άρθρο 42 του ν. 4589/2019 (ΦΕΚ Α΄ 13/29-01-2017) προβλέπει τη διασύνδεση του ελέγχου των υπηρεσιών των υπουργείων Παιδείας και Εργασίας μέσω ηλεκτρονικής πλατφόρμας, ώστε να υπάρχει καλύτερη αντιμετώπιση της μαύρης εργασίας που ανθεί στο χώρο των φροντιστηρίων και των κέντρων ξένων γλωσσών. Επανέρχεται ο πειθαρχικός έλεγχος στα κέντρα ξένων γλωσσών και στα φροντιστήρια με στόχο την θεραπεία της ασυδοσίας στο χώρο αυτό. Επιβάλλονται από τη Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης διοικητικές κυρώσεις για κάθε οριζόμενο στη ρύθμιση παράπτωμα όπως για παράδειγμα η λειτουργία χωρίς άδεια, η συστέγαση με ιδιωτικό σχολείο, η παράνομη απασχόληση εργαζομένων κ.ο.κ

Το φαινόμενο της απλήρωτης εργασίας δεν είναι σπάνιο στο χώρο της ιδιωτικής εκπαίδευσης. Αν όντως για την κα Κεραμέως «μεταξύ των προτεραιοτήτων της είναι η προστασία των εργασιακών δικαιωμάτων των εκπαιδευτικών, ο έλεγχος και η διασφάλιση της νομιμότητας σε όλα τα στάδια της εκπαιδευτικής διαδικασίας» και δεδομένου ότι συνεχώς μνημονεύει ως παράδειγμα την ιδιωτικοποίηση της ανωτάτης εκπαίδευσης που έχει επέλθει στην Κύπρο, θα ήταν καλύτερα πέρα όλων των άλλων να εμπνευστεί από τις προστατευτικές για την εργασία και την εκπαιδευτική διαδικασία αρχές της χώρας αυτής της ΕΕ. Για παράδειγμα το άρθρο 14 του ν. 117/2018 περί των όρων λειτουργίας ιδιωτικού φροντιστηρίου: «Κανένα ιδιωτικό φροντιστήριο δεν μπορεί να λειτουργεί και η λειτουργία του διακόπτεται από την Αρμόδια Αρχή αν αυτό δεν εκπληρώνει τις οικονομικές του υποχρεώσεις για την κανονική του και απρόσκοπτη λειτουργία του αναφορικά με την μισθοδοσία του προσωπικού του».

Στην ίδια κατεύθυνση της «προστασίας των εργασιακών δικαιωμάτων των εκπαιδευτικών» και κυρίως του δικαιώματος των μαθητών στην ξεκούραση, η υπουργός θα μπορούσε να επαναφέρει τις ημέρες αργίας και διακοπών για τα κέντρα ξένων γλωσσών όπως αυτές οριζόταν στην Υπουργική Απόφαση Δ5/5500/4.11.1983 (ΦΕΚ Β' 652/16-11-1983) και η προηγούμενη κυβέρνηση αδικαιολόγητα, όπως υποστηρίζουν οι εργαζόμενοι στα κέντρα ξένων γλωσσών, τις συρρίκνωσε και τις ομογενοποίησε με εκείνες των φροντιστηρίων που όμως υπολείπονται των ισχυουσών της δημόσιας εκπαίδευσης.

Νομίζουμε πως οι λειτουργικές ημέρες διακοπών και αργίας σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα, με τις όποιες διαφοροποιήσεις του, είναι εύλογο να είναι ίδιες με τις ισχύουσες σε ολόκληρο το εκπαιδευτικό σύστημα.

Ισχύουσες ρυθμίσεις στο χώρο της ιδιωτικής εκπαίδευσης

Οι νομοθετικές πρωτοβουλίες της προηγούμενης κυβέρνησης, παρά τις όποιες επιμέρους κριτικές δέχθηκαν, όπως υπογραμμίζουν οι εργαζόμενοι, βρίσκονται στη σωστή κατεύθυνση.

Ο νόμος 4415/2016 και συγκεκριμένα τα άρθρα 28 και 29 για τα ιδιωτικά σχολεία και το άρθρο 30 για τα φροντιστήρια και τα κέντρα ξένων γλωσσών (ΦΕΚ Α’ 150/6-09-2016) αναβαθμίζουν τον κλάδο και την εργασία.

Για την οικονομία του χώρου δεν θα επεκταθούμε στα ιδιωτικά σχολεία αλλά θα περιοριστούμε στο σύνολο των διαμορφωμένων ρυθμίσεων για τα κέντρα ξένων γλωσσών και τα φροντιστήρια που βρήκαν ευρεία αποδοχή στη βουλή, [άρθρο 30: υπέρ Σύριζα, ΚΚΕ, ΑΝΕΛ, ΔΗΣΥ, Ένωση Κεντρώων, παρών: ΝΔ, ΠΟΤΑΜΙ, κατά: Χ.Α.], όπου εργάζεται ο κύριος όγκος των ιδιωτικών εκπαιδευτικών.

1. Σύμφωνα με το άρθρο 30, παρ. 3 του ν. 4415/2016 (ΦΕΚ Α’ 150/6-09-2016) «Το εβδομαδιαίο ωράριο πλήρους διδακτικής απασχόλησης στα φροντιστήρια και τα κέντρα ξένων γλωσσών καθορίζεται στις είκοσι μία (21) διδακτικές ώρες. Η συμπλήρωση πλήρους εβδομαδιαίου ωραρίου αντιστοιχεί σε είκοσι πέντε (25) ένσημα μηνιαίως, ανεξαρτήτως της κατανομής των διδακτικών ωρών μέσα στην εβδομάδα» (άρθρο 30, ν. 4415/2016). Σύμφωνα με εφαρμοστική του νόμου εγκύκλιο, η υπέρβαση του παραπάνω νομίμου ωραρίου, αμείβεται ως υπερωριακή απασχόληση σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.

2. Σύμφωνα με το άρθρο 202 του ν. 4610/2019 (ΦΕΚ Α΄ 70/7-05-2019) «1. Στο τέλος του άρθρου 30 του ν. 4415/2016 (Α΄ 159) προστίθεται παράγραφος 4, ως εξής: “4. Η διδακτική ώρα για τα Φροντιστήρια και τα Κέντρα Ξένων Γλωσσών αντιστοιχεί σε χρονική διάρκεια σαράντα πέντε (45) λεπτών της ώρας.”».

3. Με την παρ. 2 του άρθρου 203 του παραπάνω νόμου 1610/2019 προστέθηκε περίπτωση α’ στην παρ. 4 του άρθρου 27 του ν. 682/1977, η οποία ρυθμίζει τα εξής: «α) Οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί που έχουν σύμβαση εργασίας (ορισμένου ή αορίστου χρόνου) με μειωμένο διδακτικό ωράριο λιγότερο των οκτώ (8) ωρών εβδομαδιαίως, μπορούν να διδάσκουν σε Φροντιστήριο ή Κέντρο Ξένων Γλωσσών, το οποίο ανήκει σε διαφορετική Διεύθυνση Εκπαίδευσης από την ιδιωτική σχολική μονάδα στην οποία υπηρετούν. Παράλληλα, κάθε εκπαιδευτικός που εργάζεται σε Φροντιστήριο ή Κέντρο Ξένων Γλωσσών, μπορεί να εργάζεται και σε ιδιωτική σχολική μονάδα, η οποία ανήκει σε διαφορετική Διεύθυνση Εκπαίδευσης, συνάπτοντας σύμβαση εργασίας με διδακτικό ωράριο λιγότερο των οκτώ (8) ωρών εβδομαδιαίως».

4. Σύμφωνα με την Υπουργική Απόφαση με αριθμό 219434/Α5 «Ημέρες διακοπών και αργιών φροντιστηρίων και κέντρων ξένων γλωσσών» (ΦΕΚ Β΄ 4212/27-12-2016) καθορίζονται ως εξής: Α. Διακοπών: I) Χριστουγέννων, από την 24η Δεκεμβρίου μέχρι και τη 2η Ιανουαρίου II) Πάσχα, από τη Μεγάλη Πέμπτη μέχρι και την Τρίτη μετά το Πάσχα Β. Αργιών: I) Όλες τις Κυριακές II) Τις θρησκευτικές γιορτές των Τριών Ιεραρχών και του Αγίου Πνεύματος III) Τις εθνικές επετείους της 28ης Οκτωβρίου και 25ης Μαρτίου IV) Τη 17η Νοεμβρίου V) Την ημέρα των Θεοφανίων VI) Την Καθαρά Δευτέρα VII) Την 1η Μαΐου VIII) Την κατά τις ισχύουσες διατάξεις ημέρα αργίας για την έδρα κάθε φροντιστηρίου και κέντρου ξένων γλωσσών, λόγω τοπικής θρησκευτικής ή εθνικής γιορτής VIIII) Τη γιορτή Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Κατά τις ημέρες αργιών και διακοπών τα φροντιστήρια και κέντρα ξένων γλωσσών παραμένουν κλειστά. Δύναται τις ημέρες αργιών και διακοπών να λειτουργούν οι Γραμματείες φροντιστηρίων και κέντρων ξένων γλωσσών». Οι ημέρες διακοπών των κέντρων ξένων γλωσσών που ταυτιζόντουσαν με εκείνες των δημόσιων και ιδιωτικών σχολείων ομογενοποιήθηκαν χωρίς να συντρέχει κανένας λόγος με εκείνες των φροντιστηρίων και συρρικνώθηκαν έναντι των ρυθμίσεων της μέχρι τότε ισχύουσας Υπουργικής Απόφασης Δ5/5500/4.11.1983 (ΦΕΚ Β' 652/16-11-1983).

5. Σύμφωνα με το άρθρο 4445/2016 (ΦΕΚ Α΄ 236/19-12-2016) «Η παρ. 2 του άρθρου 30 του ν. 4415/2016 (Α΄ 159) αντικαθίσταται ως εξής: “2. Κατά τις ημέρες αργιών και διακοπών οι διδάσκοντες / καθηγητές δικαιούνται τις αντίστοιχες αποδοχές, χωρίς να υποχρεούνται να εργάζονται. Σε περίπτωση απασχόλησής τους κατά τις Κυριακές, οι αποδοχές καταβάλλονται προσαυξημένες, σύμφωνα με την κείμενη εργατική νομοθεσία”».

6. Σύμφωνα με την εγκύκλιο 34/2018 του ΕΦΚΑ η ασφάλιση των εργαζομένων , απασχολούμενων κάτω του πλήρους εβδομαδιαίου ωραρίου των 21 ωρών την εβδομάδα, σε φροντιστήρια και κέντρα ξένων γλωσσών πραγματοποιείτε με βάση τις πραγματικές μέρες εργασίας και το τεκμαρτό ημερομίσθιο: «Όπως είναι γνωστό, οι ημέρες ασφάλισης υπολογίζονται σύμφωνα με τις κοινές διατάξεις του τ. ΙΚΑ – ΕΤΑΜ όπως προβλέπεται από τα αρ. 8 παρ. 2, αρ. 25 παρ. 4,5,7,8,9 του Α.Ν. 1846/51 και του αρ. 18 του Κανονισμού Ασφάλισης του τ. ΙΚΑ – ΕΤΑΜ, όπως ισχύουν – εγκ. τ. ΙΚΑ – ΕΤΑΜ 44/1975, αρ. 39 του Ν. 1892/90 – εγκ. τ. ΙΚΑ – ΕΤΑΜ 95/1992, συνυπολογίζοντας πάντοτε, τον τρόπο αμοιβής (μισθός, ημερομίσθιο), το μειωμένο ωράριο απασχόλησης, τις ημέρες εργασίας, το σύστημα λειτουργίας της επιχ/σης. Κατά συνέπεια θα πρέπει να γίνεται σύγκριση του ημερήσιου μισθού με το τεκμαρτό ημερομίσθιο της 1ης ασφαλιστικής κλάσης, όπως αυτό ισχύει κάθε φορά (από την 01/10/08 έως και σήμερα: 11,06 €)».

7. Σύμφωνα με τις εγκύκλιους του ΕΚΦΑ και σχετική Απόφαση του υπουργείου Εργασίας ο υπολογισμός του ωρομισθίου των καθηγητών των Κέντρων Ξένων Γλωσσών και Φροντιστηρίων προκύπτει από τον μαθηματικό τύπο 6/12/25 Χ Νόμιμου ή συμφωνημένου μισθού. Συνεπώς με βάση τον ισχύοντα αυτή τη στιγμή, νόμιμο μισθό του ιδιωτικού τομέα των 650 ευρώ, το κατώτερο ημερομίσθιο των εργαζομένων στα φροντιστήρια και στα κέντρα ξένων γλωσσών - ελλείψεως Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας – από 01.02.2019 για κάθε διδακτική ώρα διάρκειας 45 λεπτών δε μπορεί να είναι κατώτερος από 7,43 ευρώ [(6 / 21) / 25] X 650 ευρώ.

Η κατακρήμνιση της αμοιβής των καθηγητών

Οι αποδοχές των καθηγητών των κέντρων ξένων γλωσσών και φροντιστηρίων, όμηροι των επαναλαμβανόμενων από έτος σε έτος συμβάσεων ορισμένου χρόνου και της αναγκαστικής θερινής ανεργίας, έως τα έτη 2010-2011 ρυθμιζόταν από τις ΣΣΕ του κλάδου. Οι αποδοχές εκείνες, συγκρινόμενες με τις σημερινές, φαντάζουν αξιοπρεπείς.

Η Συλλογική Σύμβαση (Π.Κ. 15/27-7-2010) για τους εργαζόμενους καθηγητές στα φροντιστήρια του νομού Αττικής  όριζε κατώτερο ωρομίσθιο 13,35 ευρώ και μηνιαίο μισθό 1.175,09 ευρώ έως 01/7/2011 για το πλήρες διδακτικό εβδομαδιαίο ωράριο των 21 διδακτικών ωρών, και περεταίρω αύξηση και την επόμενη περίοδο.

Η Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (Διαιτητική Απόφαση 42/2010)  για τους όρους εργασίας των καθηγητών στα φροντιστήρια όλης της χώρας όριζε το βασικό μισθό των εργαζομένων που απασχολούνται με 21 διδακτικές ώρες την εβδομάδα, μέχρι 27.3.2011, σε 976 ευρώ και το ωρομίσθιο σε 11,09 ευρώ.

Η παραδεκτή Συλλογική Σύμβαση του κλάδου (Δ.Α. 5/2011) των καθηγητών κέντρων ξένων γλωσσών όριζε κατώτερο ωρομίσθιο 9,48 ευρώ έως 30.6.2011 και από 01.7.2011, με την αύξηση του ετήσιου τότε ευρωπαϊκού πληθωρισμού, 9.63 ευρώ.

Όμως, η κατάργηση των γνήσιων Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας από τις μνημονιακές πολιτικές μαζί με τις πρακτικές των εργοδοτικών ενώσεων που σύστησαν δήθεν εργατικό σωματείο με συγγενικά πρόσωπα ιδιοκτητών επέφεραν χτύπημα στις δημοκρατικές διαδικασίες και δυσθεώρητες μειώσεις στις αποδοχές των καθηγητών φροντιστηρίων και κέντρων ξένων γλωσσών. Μειώσεις αντιστρόφως ανάλογες των υψηλών καταβαλλομένων διδάκτρων, καθώς και των εσόδων των επιχειρήσεων αυτών, που πέρα τις πρόσκαιρες διακυμάνσεις τους, εκμεταλλευόμενες τις αδυναμίες του δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος, διαχρονικά επεκτείνονται.

Οι εργαζόμενοι των κέντρων ξένων γλωσσών μέχρι την εφαρμογή των αναγκαίων ρυθμίσεων από την προηγούμενη κυβέρνηση είχαν υποχρεωθεί πριν ακόμα την έλευση των μνημονίων στη χώρα μας, όπως καταγγέλθηκε από μεγάλη ομάδα βουλευτών και μέσα στη Βουλή, να εργάζονται, από το έτος 2011/2012 έως το 2016 με βασικό μεικτό ωρομίσθιο που κυμάνθηκε από 3,42 έως 5,40 ευρώ που ταχύτατα επεκτάθηκε και στα Φροντιστήρια.

Αποδοχές χαμηλότερες των «Εύλογων Δαπανών Διαβίωσης»

Οι εκπαιδευτικοί από 11/2016, χάρις στις ρυθμίσεις της προηγούμενης κυβέρνηση, εργάστηκαν με κατώτερο μεικτό ημερομίσθιο 6.70 ευρώ. Από 2/2019, μετά την αύξηση στον βασικού μισθού στον ιδιωτικό τομέα από 586.08 στα 650 ευρώ, έως και σήμερα, ελλείψει ΣΣΕ, εργάζονται με κατώτερο μεικτό ωρομίσθιο 7,43 ευρώ.

Οι εργοδοτικές ενώσεις δεν αποδέχονται αυτό το υποτιμημένο νόμιμο ωρομίσθιο. Για παράδειγμα η εργοδοτική ένωσης των ιδιοκτητών φροντιστηρίων μέσης εκπαίδευσης (ΟΕΦΕ) με προσφυγή της στο Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) στο όνομα της «καλλιέργειας των πανανθρώπινων ιδανικών της Ελευθερίας, της Δημοκρατίας, της Εθνικής Ανεξαρτησίας, της Κοινωνικής Δικαιοσύνης και της Ειρήνης» (!) διεκδικεί τη διαιώνιση των μνημονίων και τη νομιμοποίηση της καταδυνάστευσης της εργασίας των καθηγητών στον επιχειρηματικό  αυτό χώρο όπου θα λειτουργεί έξω από νόμους, υπουργικές αποφάσεις και εγκυκλίους. 

Τα στοιχεία της ΕΡΓΑΝΗΣ για το 2018 αποκαλύπτουν μια απερίγραπτη κατάσταση. Η συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων στα Κέντρα Ξένων Γλωσσών εργάζεται με μερική απασχόληση: 24.594 από τους 27.146 το 2018. Το μεγαλύτερο μέρος των καθηγητών εργάζεται με εξαιρετικά χαμηλές μηνιαίες αποδοχές σε συνάρτηση με το περιορισμένο ωράριο απασχόλησής τους. Για παράδειγμα για το έτος 2018 από τους 27.146 εργαζόμενους, 6.456 έλαβαν μηνιαίες αποδοχές από 100 έως 200 ευρώ, 5.946 έλαβαν μηνιαίες αποδοχές μικρότερες των 100 ευρώ, 4.656 έλαβαν μηνιαίες αποδοχές από 200 έως 300 ευρώ, 3.566 έλαβαν μηνιαίες αποδοχές από 300 έως 400 ευρώ κ.ο.κ.

Οι αμοιβές δηλαδή των εργαζομένων στα κέντρα ξένων γλωσσών υπολείπονται κατά πολύ των ετήσιων ελάχιστων δαπανών διαβίωσης (Εύλογες Δαπάνες Διαβίωσης) των 6.448 ευρώ για έναν ενήλικα όπως έχουν υπολογίσει οι εμπειρογνώμονες του υπουργείου Οικονομικών. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο ετήσιο ελάχιστο επίπεδο αποδοχών δεν συμπεριλαμβάνονται τα ποσά που απαιτούνται για την εξασφάλιση κατοικίας κ.ο.κ.

Η απόφαση 554/VII/2012 (ΦΕΚ Β΄ 2734/Β/25.10.2013) της Επιτροπής Ανταγωνισμού επιβολής προστίμων εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ σε εργοδοτικές ενώσεις με εκατοντάδων (600) ανά την Ελλάδα κέντρων ξένων γλωσσών για εναρμονισμένες πρακτικές επιβολής υψηλών διδάκτρων, τη στιγμή ακριβώς που επιχειρηματίες της ιδιοκτήτες εκπαίδευσης «επιβράβευαν» τους καθηγητές με 3,5 ευρώ (μεικτά) για κάθε διδακτική ώρα και χωρίς κανένα ωράριο εργασίας, αποτυπώνει το μέγεθος της εργοδοτικής δολιότητας: «Η ποιότητα των καθηγητών (σε επίπεδο γνώσεων, μεταδοτικότητας και επικοινωνίας με τους μαθητές) εξασφαλίζει την απόκτηση καλής φήμης, η οποία είναι καταλυτική για την επιτυχή λειτουργία ενός κέντρου ξένων γλωσσών. Η διοίκηση ενός φροντιστηρίου οφείλει να προσφέρει ικανοποιητικές αμοιβές ανά ώρα διδασκαλίας (20-25 20-25 €/ώρα περίπου) καθώς και να εξασφαλίζει εβδομαδιαίο πρόγραμμα που να αποτελείται από 20 κατά μέσο όρο ώρες σε συνεχιζόμενα τμήματα ώστε να μην δημιουργούνται κενά».

Η προτεινόμενη αύξηση των 7 λεπτών (;) του ευρώ ανά διδακτική ώρα

Οι προσπάθειες των συλλογικών οργάνων των εργαζομένων για υπογραφή αξιοπρεπούς Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας προσκρούουν όχι μόνο στην αδιαλλαξία των εργοδοτικών συμφερόντων αλλά και την πρόσφατη απαράδεκτη στάση του Οργανισμού Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ).

Μετά από προσφυγή της ΟΙΕΛΕ, μεσολαβήτρια του ΟΜΕΔ πρότεινε σχέδιο ΣΣΕ για τους εργαζόμενους καθηγητές των κέντρων ξένων γλωσσών όλης της χώρας με «αύξηση» 7 λεπτών ανά διδακτική ώρα στον κατώτερο και νόμιμο (μεικτό) ωρομίσθιο των 7,43 ευρώ και 7 ευρώ στον υποτιμημένο κατώτερο μηνιαίο (μεικτό) μισθό των 650 ευρώ του ανειδίκευτου εργάτη του ιδιωτικού τομέα.

Η ΟΙΕΛΕ, στις 10-07-2019, τοποθετήθηκε επί του θέματος: «Απορρίφθηκε ομόφωνα, αν και με επιφυλάξεις ορισμένων μελών του ΔΣ της ΟΙΕΛΕ, η πρόταση ΣΣΕ που κατέθεσε ενώπιον εργαζόμενων και εργοδοτών στο χώρο των Κέντρων Ξένων Γλωσσών η μεσολαβήτρια του ΟΜΕΔ. Η παραδοχή εκ μέρους της μεσολαβήτριας στην εισαγωγική έκθεση που προηγήθηκε της πρότασης ότι ο χώρος των Κέντρων Ξένων Γλωσσών υπέστην μικρή ζημιά από την περίοδο της κρίσης (ενώ οι αποδοχές των εκπαιδευτικών κατακρημνίσθηκαν έως και κατά 60%) δεν αντιστοιχίζεται με το προτεινόμενο σχέδιο συλλογικής σύμβασης εργασίας, αφού επί της ουσίας δεν ικανοποιεί στοιχειώδεις ανάγκες των εργαζόμενων. Η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις ανεπαίσθητες απώλειες των εργοδοτών (που έχουν αντισταθμιστεί και με το παραπάνω από τη λειτουργία παράνομων Κέντρων Μελέτης στα περισσότερα από αυτά) και τη βαριά οικονομική αιμορραγία των εκπαιδευτικών μεταφράστηκε στην πρόταση με μια αύξηση (στρογγυλοποίηση μάλλον…) της τάξης των 7 λεπτών (!) στο ήδη μικρό ωρομίσθιο των 7,43 ευρώ μικτά».

Το πρωτοβάθμιο εργατικό σωματείο «ο Βύρωνας» που συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις για το ίδιο ζήτημα, μεταξύ άλλων, ανέφερε σε Δελτίο Τύπου (12/7): «Ήδη από τις αρχές της χρονιάς, κυρίως με τη δράση και την πίεση του “Βύρωνα” προς την ΟΙΕΛΕ, έχει πραγματοποιηθεί μια σειρά συναντήσεων με τις εργοδοτικές ενώσεις στο χώρο των Φροντιστηρίων Μέσης Εκπαίδευσης (ΟΕΦΕ) και Κέντρων Ξένων Γλωσσών (PALSO, EUROPALSO, ΟΜΗΡΟΣ) στην κατεύθυνση υπογραφής ΣΣΕ. Σε δεύτερο επίπεδο, για τα ΚΞΓ, οι διαπραγματεύσεις πέρασαν στον ΟΜΕΔ, με καταληκτική ημερομηνία τις 28/6/19. Εκ μέρους των εργοδοτών δε φάνηκε να υπάρχει καμία πρόθεση για σύναψη σύμβασης στον κλάδο. Μόλις την περασμένη βδομάδα (5/7) η μεσολαβήτρια κατέληξε σε πρόταση για σύμβαση στον χώρο των ΚΞΓ με ωρομίσθιο της τάξης των 7,50 ευρώ μεικτά, τη στιγμή που το υπάρχον ωρομίσθιο είναι 7,43 ευρώ (δηλαδή μιλάμε για μια αύξηση της τάξης των 0,07 ευρώ!). Η εργοδοσία χρησιμοποιεί το γνωστό παραμύθι για τη μη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων του κλάδου. Όπου σταθούν και όπου βρεθούν λένε ανοιχτά πως θα κλείσουν τις επιχειρήσεις τους αν δεν έχουν το αναμενόμενο κέρδος, την ίδια ώρα που αυτοαποκαλούνται συνάδελφοι. Δηλαδή παρουσιάζουν ως ίσους και όμοιους αυτούς που παλεύουν να βγάλουν το μήνα με ελάχιστο ωρομίσθιο μέσα σε απαράδεκτες συνθήκες εργασίας και διαρκούς περιπλάνησης, με αυτούς που επιβάλλουν τέτοια ωρομίσθια πείνας και άθλιες συνθήκες, με στόχο την αύξηση του κέρδους. ● Αυτοί είναι που υπέγραψαν την κατάπτυστη σύμβαση των 3,52 ευρώ (μετέπειτα 5,40) με τη βοήθεια του στημένου ψευδοσωματείου στην Αττική και είναι οι ίδιοι που ευθαρσώς λένε ότι αυτά αποτελούν και σήμερα βιώσιμα ωρομίσθια. ● Έχουν το θράσος να θέτουν υπό συζήτηση τις 21 ώρες πλήρους ωραρίου και της 45λεπτης διδακτικής ώρας, από τη στιγμή που αυτά τα κεκτημένα ήταν αναπόσπαστο κομμάτι των συμβάσεων στον κλάδο. ● Δεν μιλούν για την κατακόρυφη αύξηση των κερδών των επιχειρήσεών τους τα χρόνια που οι εργαζόμενοι δούλευαν με 3 και 4 ευρώ».

Μια ανθηρή επιχειρηματική δραστηριότητα με ετερόκλητες μετρήσεις

Σύμφωνα με τα πρακτικά της Βουλής ο εισηγητή της τέως κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ Εμμανουήλ Μπεντενιώτης στη συνεδρίαση της (27 και 28 Ιουλίου 1999) Διαρκούς Επιτροπής Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής για το σχέδιο νόμου του υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων «Κρατικό Πιστοποιητικό Γλωσσομάθειας και άλλες διατάξεις» έκανε λόγο για περίπου 1.000.000 σπουδαστών μαθητών που φοιτά σε 8.000 περίπου κέντρα ξένων γλωσσών της χώρας».

Σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου  Παιδείας, για το έτος 2012-2013, στα Φροντιστήρια εργάστηκαν 16.806 καθηγητές όπου φοίτησαν 130.638 μαθητές και 20.019 καθηγητές στα κέντρα ξένων γλωσσών όπου φοίτησαν 472.423 μαθητές. Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία το 2011/2012 ο συνολικός αριθμός των ΚΞΓ ανήλθε στα 6.619 (1.799 στην Αττική) και των Φροντιστηρίων 2.348 (703 στην Αττική).

Σύμφωνα με τα καταγραμμένα στοιχεία στην ηλεκτρονική της διεύθυνση της δευτεροβάθμιας εργοδοτικής ένωσης «Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ιδιωτικών Κέντρων Ξένων Γλωσσών-PALSO», στις τάξεις της έχει43 συλλόγους κέντρων ξένων γλωσσών ανά τη χώρα με εκατοντάδες μέλη-επιχειρήσεις. Σύμφωνα με την παραπάνω Απόφαση της Επιτροπής ανταγωνισμού κατά την 2/8/2011 τα μέλη των συλλόγων που ανήκουν στην PALSO ανερχόταν σε 2.577 και εκτιμούσε ότι 900 χιλιάδες περίπου μαθητές διδάσκονται σε κέντρα ξένων γλωσσών.

Η πρωτοβάθμια εργοδοτική ένωση «Πανελλήνιος Σύνδεσμος Ιδιοκτητών Κέντρων Ξένων Γλωσσών – EUROPALSO» που έχει αποσπαστεί από την παραπάνω εργοδοτική ομοσπονδία, σύμφωνα με την σελίδα της η έχει στις τάξεις της 2.800 μέλη και συνεργαζόμενα κέντρα ξένων γλωσσών με 20.000 εργαζόμενους και 300 χιλιάδες μαθητές. Στοιχεία που αναφέρονται και σε επιστολές προς την πολιτική ηγεσία του τόπου.

Επιπλέον υπάρχουν εκατοντάδες κέντρα ξένων γλωσσών που ανήκουν σε μεγάλες και μικρές εταιρείες που αναπτύσσονται με το σύστημα δικαιόχρησης (franchise) και ανεξάρτητα τα οποία δεν ανήκουν στις παραπάνω εργοδοτικές ενώσεις καθώς και τα κέντρα ξένων γλωσσών που ανήκουν στην εταιρεία «Όμηρος» που συνιστούν ξεχωριστή εργοδοτική ένωση.

Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία της ΑΑΔΕ (Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων) οι επιχειρήσεις των νόμιμων κέντρων ξένων γλωσσών είναι 5.453, ενώ οι εργοδοτικές ενώσεις όπως καταγγέλλει η ΟΙΕΛΕ κατά την διάρκεια των διαπραγματεύσεων για υπογραφή ΣΣΕ επικαλέστηκαν ότι είναι μόλις 2.900 με έγγραφο της ίδια αρχής! Η ΟΙΕΛΕ κατήγγειλε (26/6/2019) πως «ο λόγος της παροχής των ανακριβώς στοιχείων ήταν πως με τα νούμερα που παρουσίασαν οι εργοδοτικοί φορείς αλλάζουν και τα οικονομικά δεδομένα» και υπογραμμίζει πως «Η πράξη των εργοδοτικών φορέων να επικαλεστούν – εν γνώσει τους- αναληθή στοιχεία με τέτοιο τρόπο πιθανόν δεν έχει ιστορικό προηγούμενο σε διαδικασία διαπραγμάτευσης για συλλογική σύμβαση. Είναι διαφορετικό πράγμα η πολιτική ανάλυση στατιστικών/αριθμητικών δεδομένων κι άλλο η συνειδητή επιλογή χρήσης εσφαλμένων και αναληθών στοιχείων με στόχο να εξυπηρετηθούν συντεχνιακές επιδιώξεις».

Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν μεταφερθεί στον ΟΜΕΔ οι καθηγητές στα κέντρα ξένων γλωσσών το 2018 ήταν 27.149 και όπως σημειώνεται τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια αύξηση των προσλήψεων έναντι των αποχωρήσεων.

Σύμφωνα με τους πλέον επιεικείς υπολογισμούς ο σημερινός συνολικός αριθμός των εργαζόμενων καθηγητών στα χιλιάδες διάσπαρτα ανά τη χώρα κέντρα ξένων γλωσσών και φροντιστήρια θα πρέπει να ξεπερνάει άνετα τις 50 χιλιάδες.

Στον παραπάνω αριθμό δεν συμπεριλαμβάνονται ο αριθμός των εκπαιδευτικών που εργάζονται στα συνεχώς διογκούμενα φροντιστήρια Δημοτικού (Κέντρα Μελέτης) όπου παραμένει άγνωστος ο αριθμός των εργαζομένων όσο και ανεξιχνίαστο τοπίο το εργασιακό καθεστώς που έχουν εγκαθιδρύσει οι επιχειρηματίες.

Σύμφωνα με επίσημα στατιστικά και ερευνητικά στοιχεία από το 2009 έως και το 2016 (2019) η μείωση που σημειώθηκε στις οικογενειακές δαπάνες για το ιδιωτικό δημοτικό σχολείο - τα έτη 2011, 2014 και 2016 παρατηρούνται αυξήσεις - συνοδεύτηκε από κατακόρυφη δαπάνη για τα φροντιστήρια πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης (από 3 εκ. ευρώ το 2008 έφτασαν τα 11,3 εκ. ευρώ το 2016 συγκεντρώνοντας το 3% της συνολικής ιδιωτικής δαπάνης για την πρωτοβάθμια εκπαίδευση). Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτού του τύπου οι επιχειρήσεις άρχισαν να ξεπηδούν την δεκαετία του 1990 με την ανοχή της Διοίκησης και αδιαφορώντας για το γράμμα του νόμου που απαγορεύει τη λειτουργία φροντιστηρίων για μαθητές Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης , άρθρο 56 του νόμου 682, (ΦΕΚ Α' 244 / 1-9-1977): «Από της ενάρξεως ισχύος του παρόντος καταργούνται τα φροντιστήρια Δημοτικής Εκπαιδεύσεως, αιρουμένων αυτοδικαίως των χορηγηθεισών αδειών ιδρύσεως και λειτουργίας αυτών».

Η προηγούμενη κυβέρνηση προετοιμαζόταν να νομοθετήσει σχετικά με τα φροντιστήρια Δημοτικού που είχαν αρχίσει να αναπτύσσονται έξω από κάθε θεσμικό υπόβαθρο, αλλά οι πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις δεν της το επέτρεψαν. Με μεγάλη καθυστέρηση ετοιμαζόταν να φέρει στη Βουλή ρύθμιση υπαγωγής των κέντρων μελέτης στην εποπτεία της Αυτοτελούς Διεύθυνσης Ιδιωτικής Εκπαίδευσης ώστε να ελέγχεται η αδειοδότησή τους και η υπαγωγή τους στο νομοθετικό καθεστώς που ισχύει για τα κέντρα ξένων γλωσσών και φροντιστήρια σε ό,τι αφορά το εργασιακό πλαίσιο των καθηγητών καθώς και την πειθαρχική διαδικασία ελέγχου τυχόν παραβάσεων.

Εξαρτημένοι εκπαιδευτικοί και μαθητές

Οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου (περίπου 8μηνης διάρκειας) και οι «κατά το δοκούν» διακοπτόμενες και εικονικές συμβάσεις αορίστου χρόνου αποτελούν γενικευμένες πρακτικές στη λεγόμενη «μη τυπική εκπαίδευση». Οι συνθήκες αυτές και οι χαμηλές απολαβές, όπως περιγράφονται από εκπαιδευτικούς και τα συλλογικά τους όργανα, καθιστούν την επιχειρηματική αυτή δραστηριότητα «γκρίζα ζώνη» ευέλικτης εργασίας, τις επιχειρήσεις εργασιακά κάτεργα και τους εκπαιδευτικούς άμεσα εξαρτημένους από τον κάθε επιχειρηματία. Στοιχεία που στο σύνολό τους ασκούν αρνητική επιρροή στο εκπαιδευτικό έργο.

Οι εκπαιδευτικοί, προς συμφέρον των μαθητών και την αναβάθμιση της δουλειάς τους, διεκδικούν να εργάζονται, όπως οι άλλοι εκπαιδευτικοί των ιδιωτικών και δημόσιων σχολείων, με ανθρώπινους όρους: συμβάσεις αορίστου χρόνου και με ανάλογες ετήσιες (12 μήνες) αμοιβές. Ο μοναδικός νόμος που ως πρόσφατα ρύθμιζε τις λειτουργία των φροντιστηρίων μέσης εκπαίδευσης και ξένων γλωσσών (τα φροντιστήρια ξένων γλωσσών μετονομάστηκαν σε κέντρων ξένων γλωσσών με το νόμο 2740/1999 (ΦΕΚ Α΄ 186/16-09-2019) που θέσπισε το κρατικό πιστοποιητικό γλωσσομάθειας), ήταν ο αναγκαστικός νόμος 2545/1940 αλλά η ρύθμισή του περί της οικονομική εξίσωση των καθηγητών φροντιστηρίων με τους άλλους εκπαιδευτικούς έμεινε ανενεργή.

Η Πολιτείας προς το συμφέρων των μαθητών οφείλει να προχωρήσει τουλάχιστον σε πράξεις εξορθολογισμού του τρόπου λειτουργίας και του εργασιακού τοπίου τόσο της πρόσβασης των μαθητών στα ΑΕΙ όσο και των κέντρων ξένων γλωσσών που τα προγράμματα σπουδών τους συναρτώνται ελάχιστα με τις Πανελλαδικές Εξετάσεις όσο και των Φροντιστηρίων που συνδεόμενα με άμεσο και απόλυτο τρόπο με το σύστημα εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, καθώς και τους περιορισμούς που αυτό θέτει στους μαθητές, δεν αποτελούν αυτόνομο φαινόμενο.

Η στρατηγική κατάργηση των Πανελλαδικών Εξετάσεων και η ενίσχυση του δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος με μαζικούς διορισμούς εκπαιδευτικών και με πραγματική μικρότερη πυκνότητα μαθητών ανά τμήμα θα περιόριζε σημαντικά τις μαθητικές ροές προς τα φροντιστήρια, θα προστάτευε τις σημαντικές απώλειες του οικογενειακού εισόδημα και θα ενίσχυε την αγάπη των μαθητών προς τη μάθηση. Η επί πολλά έτη καθημερινή και εξοντωτική κίνηση των μαθητών στο τρίγωνο σχολείο – φροντιστήριο-κέντρο ξένων γλωσσών τους στερεί πολύτιμο δημιουργικό χρόνο από την ανάπτυξη τους και ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για την αποστροφή πολλών παιδιών προς την μελέτη.

Η Πολιτεία και η κάθε κυβέρνηση που δηλώνει ότι ενδιαφέρεται για τον ευαίσθητο χώρο της εκπαίδευσης (δημόσιας ή ιδιωτικής) θα πρέπει να το αποδείξει εξασφαλίζοντας σταθερό εργασιακό περιβάλλον και οικονομικής εξίσωσης ώστε να ευνοείται στοιχειωδώς η ανεξαρτησία και η αξιοπρέπεια τόσο των εκπαιδευτικών όσο και των μαθητών.

Σε κάθε περίπτωση η ίδρυση εκπαιδευτικών δομών ξένων γλωσσών δημόσιου χαρακτήρα, ξεκινώντας από τους μεγάλους δήμους με αναλυτικά προγράμματα σπουδών και σαφείς εκπαιδευτικούς στόχους είναι αναγκαία όσο ποτέ άλλοτε. Θεραπεύει ουσιωδώς το χαοτικό ζήτημα της ξενόγλωσσης εκπαίδευσης, ιδιαίτερα των ενηλίκων, και ανυψώνει το μορφωτικό επίπεδο του λαού μας και την επικοινωνία του με τους άλλους λαούς. Στην χειρότερη περίπτωση τέτοιες εκπαιδευτικές δομές θα μπορούσαν να λειτουργήσουν και ως αυτοχρηματοδοτούμενες σε επίπεδο δήμων παρακάμπτοντας όσους θέτουν ζητήματα ανεπάρκειας του προϋπολογισμού.

Αν η μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων και διακρίσεων εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό ερώτημα για τις εκπαιδευτικές δομές και γενικότερα για την εκπαίδευση, ένα άλλο σπουδαίο ερώτημα είναι το αν αποτελεί κοινωνική ανάγκη η διαμόρφωσης ενός υψηλού επιπέδου εκπαίδευσης που θα αφήνει πίσω της το εξεταστικοκεντρικό σύστημα και θα ευνοεί τη δημιουργική αναζήτηση και θα καλλιεργεί την ανεξαρτησία στη σκέψης.

Όμως οι βασικές προϋποθέσεις ενός υψηλού επιπέδου εκπαίδευσης συναρτώνται από τη δημιουργία ενός ποιοτικού εκπαιδευτικού περιβάλλοντος εργασίας όπου η αξιοπρέπεια, ο σεβασμός και η ανεξαρτησίας των εκπαιδευτικών και δασκάλων των παιδιών μας θα αποτελούν κοινωνική μέριμνα και προτεραιότητα και όπου θα καθίσταται αχρείαστη κάθε καταφυγή στα πολυδάπανα φροντιστήρια τα οποία δε κάνουν τίποτα περισσότερο παρά να λειτουργούν ως παράγοντας συμβολής στο πεδίο του ποσοτικού ανταγωνισμού και της συλλογής μορίων που επιβάλει το εκπαιδευτικό σύστημα στους μαθητές για την εισαγωγή τους στη τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Το εξεταστικοκεντρικό σύστημα και ο αναχρονιστικός θεσμός της βάσης το «10»

O συνολικός αριθμός των υποψηφίων των φετινών Πανελλαδικών Εξετάσεων ήταν 103.963 (Διαδικασίες ΓΕΛ: 91.763. Διαδικασίες ΕΠΑΛ: 12.200), ενώ πέρυσι ο αντίστοιχος συνολικός αριθμός υποψηφίων ήταν 104.780.
Στο 86,07% κυμάνθηκε το ποσοστό επιτυχίας των υποψηφίων των ΓΕΛ και στο 53,80% ανήλθε το αντίστοιχο ποσοστό επιτυχίας των υποψηφίων των ΕΠΑΛ. Σχεδόν 8 στους 10 θα έχουν δικαίωμα εγγραφής σε σχολές και αυτό είναι σημαντικό βήμα για την πρόοδο και την κοινωνική εξέλιξη. Συνολικά εισήχθησαν στα Πανεπιστήμια, στις Ανώτατες Εκκλησιαστικές Ακαδημίες, στην ΑΣΠΑΙΤΕ, στην ΑΣΤΕ, στις Στρατιωτικές και Αστυνομικές Σχολές και στις Ακαδημίες της Πυροσβεστικής, του Εμπορικού Ναυτικού και του Λιμενικού Σώματος 80.696 υποψήφιοι, ενώ το 2018 εισήχθησαν 77.510.

Για να δικαιολογήσει την θέσπιση βάσης εισαγωγής στα ΑΕΙ η υπουργός Παιδείας και θρησκευμάτων έσπευσε να δηλώσει ότι το 25% εισάγεται στα ΑΕΙ από τα γενικά λύκεια με βαθμούς κάτω της βάσης και από τα ΕΠΑΛ το 40%.  Σύμφωνα λοιπόν με τις προεκλογικές εξαγγελίες της ΝΔ και τις πρόσφατες δηλώσεις της υπουργού πρόθεση της κυβέρνησης είναι να θεσμοθετήσει μια ελάχιστη βάση εισαγωγής και κάθε ίδρυμα να έχει τη δυνατότητα να ορίσει τη δική του βάση πάνω από αυτή τη βάση. Τι όμως θεωρούν άρα ως βάση; Τα 10.000 μόρια που είναι μια σύνθετη υπολογιστική διαδικασία με μαθήματα μεγαλύτερης βαρύτητας από άλλα, όλων των εξεταζόμενων μαθημάτων ή το 10 σε κάποια από τα εξεταζόμενα μαθήματα;

Η εφαρμογή ενός συστήματος διπλής φραγής θα αποκλείσει χιλιάδες νέους από την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Αν στις πρόσφατες Πανελλαδικές Εξετάσεις εφαρμοζόταν μόνο η πρώτη φραγή θα είχαν απολέσει το δικαίωμα εγγραφής σε κάποια σχολή ΑΕΙ περίπου 20.000 υποψήφιοι και η χώρα θα επέστρεφε στον πριν από το 1984 αριθμό μαθητών που θα μπορούσαν να παρακολουθήσουν κάποια σχολή της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Για την κα Κεραμέως και την Κυβέρνηση ένας μαθητής που γράφει κάτω από τη βάση δεν είναι κατάλληλος για τα ελληνικά δημόσια ΑΕΙ. Είναι όμως κατάλληλος να φοιτήσει σε ένα δημόσιο Πανεπιστήμιο της Ευρώπης ή σε ένα (ακριβό) ιδιωτικό Πανεπιστήμιο ή σε ένα εγχώριο ιδιωτικό Κολλέγιο και ένα ιδιωτικό ΙΕΚ.

Η λογική της κας Κεραμέως και της μεγαλύτερης μερίδας του Τύπου δεν απαντά απολύτως σε κανένα ερώτημα που απορρέει από το αποκαρδιωτικό εξεταστικοκεντρικό σύστημα το οποίο σύμφωνα με πολλές έρευνες και αναλύσεις απονεκρώνει τη διάθεση για μάθηση.

«Βάσεις προβληματισμού στην Παιδεία. Βαθμός εισαγωγής στα Πανεπιστήμια το 2,97 και στα TEI το 2,34; Ναι είναι θλιβερό αλλά γεγονός, ενώ για πρώτη φορά στην πλειονότητα των “ανωτατοποιημένων” Τεχνολογικών Ιδρυμάτων -σε 100 έναντι 93- οι υποψήφιοι εισήχθησαν με βαθμό κάτω από τη βάση (…) Συνολικά, εισήχθησαν 81.346 υποψήφιοι των Ενιαίων Λυκείων και των TEE σε AEI και TEI από 127.584 υποψηφίους…», έγραψε ο δημοσιογράφος Απόστολος Λακασάς στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ με αφορμή την ανακοίνωση των βάσεων εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση του έτους 2004.

Στις 28/08/2005 στην ίδια εφημερίδα διαβάζουμε από τον κ. Λακασά: «Όριο το 10 και ανακατανομή θέσεων. Στα όριά του έφθασε το σύστημα εισαγωγής στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Εκπνέοντας -φέτος είναι η τελευταία χρονιά ισχύος του- έδειξε το χειρότερό του πρόσωπο: έδωσε το δικαίωμα να εισαχθεί υποψήφιος σε πανεπιστημιακό τμήμα με γενικό βαθμό μόλις 1,53 (στη Γερμανική Φιλολογία Θεσσαλονίκης). Ουσιαστικά, δηλαδή, επέτρεψε στους υποψηφίους με μια επαρκή γνώση της ξένης γλώσσας να εισάγονται γράφοντας στα υπόλοιπα μαθήματα (Αρχαία, Εκθεση, Φυσική, Μαθηματικά κ.λπ.)... “μονάδες”. Η θέσπιση του ορίου εισαγωγής (ο υποψήφιος πρέπει να έχει ή 10 γενικό βαθμό ή 10.000 μόρια - δηλαδή, το μισό του άριστα) από τις Πανελλαδικές εξετάσεις του 2006 αναμένεται να θέσει τέλος στο στρεβλό φαινόμενο να οδηγούνται στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση μαθητές που δεν είναι ικανοί να ανταποκριθούν στο επίπεδο αυτό. Άλλωστε, είναι βέβαιο ότι ένας υποψήφιος που γράφει σε όλα τα μαθήματα «μονάδα» δεν θα μπορέσει να προχωρήσει στο πανεπιστήμιο. Γεγονός που -από την άλλη- έχει ως αποτέλεσμα η Τριτοβάθμια Εκπαίδευση να κατεβάζει τον πήχυ για να ανταποκριθεί στο μειωμένο επίπεδο των εισακτέων…».

Στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» (Νίκος Μάστορας) στις 14/04/2010 διαβάζουμε: «Τέσσερα χρόνια μετά τη θέσπιση του βαθμολογικού περιορισμού για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση που αποφασίστηκε χωρίς να έχει αλλάξει προηγουμένως η διαδικασία των εξετάσεων και άφησε εκτός ΑΕΙ-ΤΕΙ περισσότερους από 60.000 νέους και οδήγησε σε μαρασμό δεκάδες τμήματα ΤΕΙ της περιφέρειας, η πολυσυζητημένη βάση του δέκα καταργείται».

Ο θεσμός της Βάσης καταργήθηκε επί υπουργίας της κας Διαμαντοπούλου, το 2000, η οποία τότε είχε δηλώσει: «Δεν έχουμε καμιά ένδειξη ότι τα πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ έχουν σήμερα καλύτερους φοιτητές από αυτούς που είχαν μέχρι το 2006. Αντίθετα, έχουμε τμήματα με καθηγητές και προσωπικό χωρίς αντικείμενο εργασίας και υποδομές που υπολειτουργούν, όταν μάλιστα δεκάδες χιλιάδες νέοι λόγω του συγκεκριμένου συστήματος προσφεύγουν σε κολέγια αλλά και σε κάθε είδους ιδρύματα χωρών όλου του κόσμου».

Η εισαγωγή της βάσης του «10» έγινε από την κα Μαριέττα Γιαννάκου, εφαρμόστηκε την περίοδο 2006-2007 και είχε ως αποτέλεσμα το 40% των υποψήφιων που δεν «έπιασαν» τη βάση του «10» να μην εισαχθούν στα Πανεπιστήμια. Αποτέλεσμα ήταν η αύξηση των κοινωνικών ανισοτήτων, καθώς τα αδύνατα κοινωνικά στρώματα δεν μπορούσαν να εξασφαλίσου στα παιδιά τους τις ίδιες ευκαιρίες προετοιμασίας. Αυξήθηκε ο ανταγωνισμός μεταξύ των μαθητών σε βάρος του αισθήματος της αγάπης για το σχολείο και δημιουργήθηκε η αίσθηση της αναγκαιότητας των φροντιστηριακών μαθημάτων ακόμα και για Σχολές χαμηλής ζήτησης και με δεδομένο τον μεγάλο αριθμό σπουδαστών ανά τάξη που δυσχεραίνει τρομακτικά την εκπαιδευτική διαδικασία και τη μάθηση, ιδιαιτέρως των ξένων γλωσσών.

Ο δημοσιογράφος κ. Λακασάς στις 29.8.2019 με αφορμή την ανακοίνωση των βάσεων εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση ταυτιζόμενος με τις αναχρονιστικές πολιτικές της επαναφορά της βάσης του «10» και επιτιθέμενος στον τέως υπουργό Παιδείας γράφει στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ: «Στο πανεπιστήμιο με βαθμολογία 0,8. Υποψήφιος εισήχθη στο πανεπιστήμιο με 840 μονάδες, με άριστα τις 20.000 μονάδες – δηλαδή ουσιαστικά κατέθεσε λευκή κόλλα στα μαθήματα, αφού ο μέσος όρος του αντιστοιχεί στο 0,8. Και δεν είναι μόνο μία εξαίρεση, καθώς, όπως προκύπτει από τη χθεσινή ανακοίνωση των βάσεων εισαγωγής στα ΑΕΙ, σε πληθώρα τμημάτων καταγράφονται πολύ χαμηλές βαθμολογίες. Πρόκειται για την κατάντια της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης διά χειρός του τέως υπουργού Παιδείας Κώστα Γαβρόγλου, ο οποίος με σαφή προεκλογική, μικροκομματική στόχευση, «πανεπιστημιοποίησε» τα ΤΕΙ, αύξησε τον αριθμό τους και διεύρυνε τον αριθμό των εισακτέων. Από τα 459 τμήματα, σε 132 εισήχθη τουλάχιστον ένας υποψήφιος με βαθμό κάτω από τη βάση, ενώ σε άλλα επτά τμήματα όλοι οι εισαχθέντες έχουν βαθμό κάτω από τη βάση. “Τα αποτελέσματα επιβεβαιώνουν την αδήριτη ανάγκη για ελάχιστη βάση εισαγωγής”, δήλωσε μιλώντας χθες στην “Κ” η υπουργός Παιδείας Νίκη Κεραμέως (…) Ειδικότερα, στις Πανελλαδικές Εξετάσεις έλαβαν μέρος 88.578 υποψήφιοι από γενικά και επαγγελματικά λύκεια. Από αυτούς, 72.906 είναι επιτυχόντες, με ποσοστό επιτυχίας 82,3%. Επίσης, με την κατηγορία του 10%, δηλαδή με επανυποβολή μηχανογραφικού δελτίου με τις βαθμολογίες των δύο τελευταίων ετών, συμμετείχαν 15.385 υποψήφιοι και εισήχθησαν 7.790 (ποσοστό επιτυχίας 50,63%). Από όλες τις κατηγορίες ΓΕΛ και ΕΠΑΛ, ήταν υποψήφιοι 103.963 (πέρυσι 104.780) και επιτυχόντες 80.696 (πέρυσι 77.510), με ποσοστό 77,61%.».

Ο συντονισμός των μεγαλύτερου μέρους των εντύπων και των ιστοσελίδων με την Κυβέρνηση ήταν μοναδικός στη χειραγώγηση της κοινωνίας. ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ: «Η Συριζαϊκή αθλιότητα υποβαθμίζει και τα Πανεπιστήμια. Οι βάσεις της ντροπής. Αίσχος.» ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ: Να επανέλθει άμεσα η βάση του «10» για εισαγωγή στο Πανεπιστήμιο. Διασυρμός της Ανώτατης Εκπαίδευσης». ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ: «Σε ΑΕΙ με λευκή κόλλα». ΤΑ ΝΕΑ: Η χαμένη τιμή της ανώτατης εκπαίδευσης και ο εκφυλισμός των Πανελλαδικών Εξετάσεων. Πανεπιστήμια κάτω από τη βάση». Εύστοχος ο σκωπτικός τίτλος άρθρου κριτικής της αντιπολιτευόμενης ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ: «Το ποτήρι της αριστείας …ξεχείλισε».

Στις 16/12/2012 είχαμεδιαβάσει από τον ίδιο δημοσιογράφο της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ τα εξής στρεβλά και ευτυχώς οι ευχές του δεν είχαν ευδοκιμήσει: «Επιστρέφει η βάση του 10 για εισαγωγή σε ΑΕΙ-ΤΕΙ. “Κατάντια!”. “Με λευκή κόλλα στα ΑΕΙ”. “Ελευθέρας για την τριτοβάθμια εκπαίδευση”. Πρόκειται για ορισμένους από τους τίτλους ΜΜΕ μετά την ανακοίνωση των βάσεων εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση στις 25 Αυγούστου 2005. Το 2006 θεσπίστηκε για πρώτη φορά βαθμολογικό όριο -10 ως προς τον γενικό βαθμό πρόσβασης ή 10.000 μόρια- για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Το 2010 το όριο καταργήθηκε. Τώρα η ηγεσία του υπ. Παιδείας εξετάζει την επαναφορά του από τις πανελλαδικές εξετάσεις του προσεχούς Μαΐου. Μία προοπτική που ήδη πυροδοτεί συζήτηση για την αξία του βαθμολογικού ορίου ως ποιοτικού μέτρου επιλογής υποψηφίων, αλλά και για τις προοπτικές εκπαίδευσης που διαθέτουν όσοι 18χρονοι θα μείνουν εκτός τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Ειδικότερα, η εισαγωγή το 2005 υποψηφίου σε ξενόγλωσσο πανεπιστημιακό τμήμα με το... παγκοσμίως αρνητικό ρεκόρ του 1,53 με άριστα το 20 κατεδείκνυε την ανάγκη λήψης μέτρων για βελτίωση του επιπέδου στο λύκειο, αλλά και την ύπαρξη ενός “φίλτρου” για τους αποφοίτους λυκείου που επιθυμούν να εισαχθούν στα ΑΕΙ. Η τότε υπ. Παιδείας Μαριέττα Γιαννάκου είχε αποφασίσει τη θέσπιση βαθμολογικού ορίου και το μέτρο εφαρμόστηκε για πρώτη φορά στις πανελλαδικές εξετάσεις του 2006. Πέρασαν τέσσερα χρόνια και οι βαθμολογίες εισαγωγής πλησίασαν σε... λογικό πλαίσιο…».

Η ενδεχόμενη επαναφορά της βάσης του «10» θα απονευρώσει περαιτέρω το σχολείο, θα ενισχύσει τη φροντιστηριοποίηση του, τις εκπαιδευτικές ανισότητες, θα ανατροφοδοτήσει τις ιδιωτικές φροντιστηριακές επιχειρήσεις σε βάρος του οικογενειακού εισοδήματος , θα ευνοήσει την εκπαιδευτική μετανάστευση και τέλος θα αποβεί σε βάρος της ψυχικής υγείας των μαθητών.

Η πρόταση της υπουργού με άλλα λόγια δεν σηματοδοτεί καμία ποιοτική αναβάθμιση αλλά εισαγάγει έναν ασφυκτικό έλεγχο στη ροή των μαθητών από την δευτεροβάθμια στην τριτοβάθμια εκπαίδευση η οποία και θα συναρτάται από τον κάθε φορά βαθμό δυσκολίας των εξετάσεων.

Η επαναφορά της βάσης είναι ένα τεχνικό ζήτημα με συγκεκριμένη στόχευση. Δεν αναβαθμίσει την ποιότητα των σπουδών ούτε του σχολείου ούτε της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, αντίθετα όπως η εφαρμογή του την περίοδο 2006- 2010 απέδειξε ότι αυξάνει τον ανταγωνισμό των μαθητών στην αριθμητική συλλογή μορίων και την ένταση της ζήτηση υπηρεσιών φροντιστηρίου που, με την καταβολή υψηλών διδάκτρων, παρέχονται σε ολόκληρη την επικράτεια και ενισχύουν την προετοιμασία των μαθητών για τις Πανελλαδικές Εξετάσεις και την σχολική τους επίδοση στη μάχη όχι της γνώσης αλλά των μορίων.

Τα φροντιστήρια εκμεταλλευόμενα στο έπακρο τις ελλείψεις του δημοσίου εκπαιδευτικού συστήματος, διευρύνουν τις «αρμοδιότητες» τους αναλαμβάνοντας συνεχώς νέους ρόλους όπως του «εκπαιδευτικού συμβούλου», του «ειδικού» επί των εξετάσεων κ.ο.κ. Το ποσοστό των ιδιωτικών δαπανών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης έναντι της συνολικής κατανομής των δαπανών για την ιδιωτική εκπαίδευση έχει πάρει την ανιούσα.

Νομίζουμε ότι θεραπεία σε αυτήν την απερίγραπτη και πολύπλοκη κατάσταση δεν αποτελεί η επαναφορά της (διπλής) φραγής αλλά η ενίσχυση του δημόσιου χαρακτήρα της εκπαίδευσης και η φιλελευθεροποίησή του. Η καλοσχεδιασμένης ελεύθερης πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, η δυνατότητα μεταγραφής από το ένα Τμήμα στο άλλο, η ίδρυση υψηλών προδιαγραφών Τεχνικών Σχολών εντός του πανεπιστημιακού πλαισίου, η αναβάθμιση του Απολυτήριου Λυκείου σε ένα σχολείο όπου θα διδάσκονται η αγάπη για το διάβασμα μαζί με τα σύγχρονα επιτεύγματα της επιστήμης και την εγκόσμια γνώση, απαλλαγμένη από το υπερβατικό και εθνικιστικό στοιχείο, είναι κάποια σημαντικά στοιχεία.

Βεβαίως με αυτήν την αντίληψη ο πρώτος που φαίνεται ότι διαφωνεί είναι ο πρόεδρος του ΔΣ της εργοδοτικής ένωσης των ιδιοκτητών φροντιστηρίων κ. Βαφειαδάκης ο οποίος σε μια συνέντευξη του στη σελίδα schooltime (21/05) ζήτησε τουλάχιστον διπλές Πανελλαδικές Εξετάσεις, είπε επί λέξει: «Εμείς πιστεύαμε και πιστεύουμε, ότι υπάρχει ανάγκη ο υποψήφιος να αξιολογείται περισσότερες φορές με εξετάσεις εθνικού επιπέδου απ’ ότι στο ισχύον σύστημα κατά την διάρκεια της φοίτησής του στο Λύκειο».

Είναι σαφές ότι η χαρά του επιχειρηματία εκτός από το στραγγάλισμα της αξία της εργασίας είναι και οι πολλαπλές εξετάσεις αν είναι δυνατόν και σε «εθνικό επίπεδο». Έτσι ανατροφοδοτείται η πελατεία του και τα κέρδη του. Επιπλέον, θέλουν να αυξήσουν και την πελατεία τους ακόμα και με παιδιά του Δημοτικού. Στη χώρα μας έχει αρχίσει από πολλά χρόνια να επέρχεται η φροντιστηριοποίηση και της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης: «Ζητάμε την καθιέρωση της δυνατότητας επέκτασης των αδειών των Φροντιστηρίων και για τη Υποστηρικτική Διδασκαλία μαθητών Δημοτικού». Στο νέο καταστατικό της ΟΕΦΕ (10/12/2018) υπάρχει και σχετική πρόβλεψη: «Ιδρύεται στην Αθήνα Πανελλήνια Κλαδική, δευτεροβάθμια, μη κερδοσκοπική επαγγελματική οργάνωση Ομοσπονδία Ιδιοκτητών Φροντιστηρίων Πρωτοβάθμιας (εφ’ όσον αυτά επιτραπούν δια νόμου στο μέλλον), Μέσης, Ανώτερης και Ανώτατης Εκπαίδευσης…».

Σχετικά πρόσφατα, στις 18/4, ο εκπρόσωπος των φροντιστηρίων στην Διαρκή Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων στη συζήτηση για το προτεινόμενο σχέδιο της προηγούμενη κυβέρνηση αναφορικά με την πρόσβαση των μαθητών στην τριτοβάθμια εκπαίδευσης αποδείχθηκε ιδιαίτερα εκφραστικός στην υπεράσπιση των επιχειρηματικών συμφερόντων των ιδιοκτητών φροντιστηρίων: Πρότεινε αύξηση των εξεταζομένων μαθημάτων των Πανελλαδικών Εξετάσεων από 4 σε 5, την κατάργηση την ελεύθερης πρόσβασης σε προβλεπόμενες σχολές κ.ο.κ.

Αν η πολιτική ηγεσία και το μεγαλύτερο μέρος του Τύπου θεωρεί τους μαθητές που γράφουν κάτω από τη βάση του «10» σε πανελλαδικά διαγωνίσματα που συχνότατα βρίσκονται σε αναντιστοιχία με το μέσο επίπεδο των σχολικών σπουδών και τις δεξιότητες των μαθητών, «ημιμαθείς» (για παράδειγμα, στα μαθηματικά στις εξετάσεις του 2018, το 69,63% των υποψηφίων έγγραψε κάτω από την βάση και στις εξετάσεις του 2019 το 61,03%) τότε δεν μπορούμε παρά να μιλάμε για μια υπερσυντηρητική, αντιπαιδαγωγική και πρωτόγνωρη για τα ευρωπαϊκά δεδομένα αντίληψη.

Τα αποτελέσματα στις Πανελλαδικές Εξετάσεις δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να αντιμετωπίζονται ως μέτρο γνώσεων αλλά ως αυτό που πραγματικά αποτελούν: Μέτρο κατανομής υποψηφίων σε Σχολές. Η α priori κρίση για χιλιάδες μαθητές ότι δήθεν είναι ανίκανοι να παρακολουθήσουν κάποιο τμήμα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης επειδή έγραψαν κάτω από τη βάση του «10» είναι νομίζουμε σύμπτωμα διανοητικής παρακμής. Στο κοινωνικό μου περιβάλλον συνάντησα φοιτητή του Εθνικού Μετσόβιου Πανεπιστημίου ο οποίος έχοντας εθιστεί από μικρός από το πλήθος φροντιστηριακών μαθημάτων που του προσέφεραν οι ευκατάστατοι γονείς του και έχοντας αριστεύσει στις Πανελλαδικές Εξετάσεις εγκατέλειψε γρήγορα τις σπουδές του γιατί πλέον αδυνατούσε να μελετήσει μόνος του και χωρίς βοήθειες.

Ανεξάρτητα από τη βαθμολογική αφετηρία των Πανελλαδικών Εξετάσεων που τις περισσότερες φορές διαφοροποιείται αρνητικά σε σχέση με τον βαθμό του Απολυτηρίου (πράγμα που δεν έπρεπε να συμβαίνει σε ένα ορθολογικό εκπαιδευτικό σύστημα), αρμόδιοι να κρίνουν σε ποιούς σπουδαστές θα απονεμηθούν τριτοβάθμιοι τίτλοι σπουδών θα πρέπει να είναι τα Πανεπιστήμια και οι καθηγητές τους και όχι οι υπουργοί, οι επιχειρηματίες της ενημέρωσης και της ιδιωτικής εκπαίδευσης.

Η συνεχιζόμενη συμπόρευση δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος και Φροντιστηρίων, καθώς και η πολιτική ανατροφοδότηση της διπολικής αυτής σχέσης διαπλοκής, απότοκο των επί οικονομικών ανταλλαγμάτων μηχανισμών υπέρβασης των περιορισμών που θέτει το ίδιο το δημόσιο εξεταστικοκεντρικό εκπαιδευτικό σύστημα νομίζουμε ότι εκγυμνάζουν τους μαθητές σε ανορθολογικά, παράλογα και ανήθικα εκπαιδευτικά και ανισωτικά κοινωνικά πρότυπα.

Η ανακοίνωση της εργοδοτικής ένωσης των επιχειρηματιών στις 24/01/2019 ελπίζουμε να μην συμπυκνώνει τα νοήματα: «Συνάντηση του Προέδρου της Ο.Ε.Φ.Ε, Γιάννη Βαφειαδάκη, συνοδευόμενου από το μέλος του Σ.Ε.Φ.Α., Χρήστο Τσίτο  πραγματοποιήθηκε χθες με τη Βουλευτή Επικρατείας και Τομεάρχη Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων της Ν.Δ., Νίκη Κεραμέως. Στην συνάντηση έγινε εκτενής συζήτηση με Ιδιαίτερη έμφαση: - Στις Νομοθετικές παρεμβάσεις που αφορούν την Ιδιωτική Εκπαίδευση που σκοπεύει να προωθήσει η Ν.Δ. στην περίπτωση που θα είναι Κυβέρνηση μετά τις ερχόμενες Βουλευτικές Εκλογές. - Στο νέο Εξεταστικό Σύστημα εισαγωγής στα Πανεπιστήμια και τις απόψεις της Ν.Δ.. - Σε θέματα που αφορούν σε δυσλειτουργίες, ολιγωρίες από την πλευρά του Ε.Ο.Π.Π.Ε.Π. και θέματα απλοποίησης των διαδικασιών αδειοδοτήσεων. Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε σε πολύ καλό κλίμα, ενώ υπήρξε μια ταύτιση απόψεων στα περισσότερα από τα θέματα που συζητήθηκαν».

Πέτρος Λυμπερόπουλος

σχετικά άρθρα

Θλίψη στη Χαλκίδα - Υπάλληλος έχασε τη ζωή του εν ώρα υπηρεσίας στο Αρχαιολογικό Μουσείο
Θλίψη στη Χαλκίδα - Υπάλληλος έχασε τη ζωή του εν ώρα υπηρεσίας στο Αρχαιολογικό Μουσείο
Προανάκριση για τις συνθήκες του περιστατικού διεξάγει το Αστυνομικό Τμήμα Χαλκίδας
Θλίψη στη Χαλκίδα - Υπάλληλος έχασε τη ζωή του εν ώρα υπηρεσίας στο Αρχαιολογικό Μουσείο