Και εκπαιδευτικά τα διακυβεύματα της κάλπης (Σχόλιο σε άρθρο της Ν.Κεραμέως στο Alfavita)
Του Θέμη Κοτσιφάκη, Εκπαιδευτικού,Υποψ. Βουλευτή ΣΥΡΙΖΑ στο Βόρειο Τομέα Αθηνών

Με άρθρο της στο alfavita.gr στις 10/6/19, με τίτλο «Η παιδεία είναι η μεγαλύτερη επένδυση που μπορούμε να κάνουμε στη χώρα», η κα Νίκη Κεραμέως, βουλευτής Επικράτειας, υπεύθυνη του τομέα Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων της ΝΔ, αναπτύσσει πλευρές του προγράμματος του κόμματός της για την εκπαίδευση.

Ξεκινώντας το σχόλιο μου από τον τίτλο του άρθρου της, δεν μπορώ παρά να αναρωτηθώ: πως συμβιβάζεται από τη μια μεριά η διαπίστωσή της ότι «η παιδεία είναι η μεγαλύτερη επένδυση που μπορούμε να κάνουμε στη χώρα», και από την άλλη η πραγματικότητα της πολιτικής της ΝΔ, που μείωσε τόσο δραματικά τις δημόσιες δαπάνες εκπαίδευσης στα χρόνια 2010-2014 που συγκυβέρνησε με το ΠΑΣΟΚ;

Και για μιλήσουμε με στοιχεία, είναι καταγεγραμμένη στους προϋπολογισμούς του Υπ. Παιδείας η κατά 34% μείωση των εκπαιδευτικών δαπανών την πενταετία 2010-14. Αυτό αποτυπώθηκε στην εκπαιδευτική «καθημερινότητα» με δραματικό τρόπο: καταργήσεις χιλιάδων σχολείων, μείωση του εκπαιδευτικού προσωπικού, μείωση των χρηματοδοτήσεων των σχολικών επιτροπών, μείωση των μισθών των εκπαιδευτικών, αύξηση ωραρίου τους κ.λπ.

Και αν επικαλεσθούν το μνημόνιο ως αιτία για αυτή τη μείωση, υπάρχει και ο αντίλογος της πραγματικότητας: Στα χρόνια της διακυβέρνησης της χώρας από τον ΣΥΡΙΖΑ (επίσης σε περίοδο μνημονίου, μέχρι το 2018) η εκπαίδευση ενισχύθηκε έμπρακτα και ουσιαστικά. Όχι μόνο σταμάτησε η συνεχής μείωση των δημόσιων δαπανών για την εκπαίδευση, αλλά στους προϋπολογισμούς του 2017, του 2018 και του 2019 αυξήθηκαν αυτές σταθερά κατά 12%, για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, φτάνοντας το 2,9% επί του ΑΕΠ.

Το σημαντικότερο όμως είναι ότι ανατράπηκε η αρνητική πρόβλεψη του μεσοπρόθεσμου 2014-18 της προηγούμενης κυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ για συνεχή μείωση των δημόσιων δαπανών για την παιδεία, οι οποίες θα μειώνονταν με βάση αυτή την καταστροφική επιλογή για την εκπαίδευση για να καταλήξουν μόλις στο 1,9 % επί του ΑΕΠ το 2018. Αυτό πρακτικά μεταφράζεται στο ότι η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ δαπανά ήδη από το 2018 για την εκπαίδευση πάνω από 1 δισ. € περισσότερα από όσα είχε προγραμματίσει για την ίδια χρονιά η κυβέρνηση Σαμαρά. Αν αναλογιστούμε ότι ο προϋπολογισμός  του Υπουργείου Παιδείας στο σύνολό του φθάνει στο ύψος των 5 δισ. €, θα συμπεράνουμε ότι την τετραετία 2015-19, επί ΣΥΡΙΖΑ, αυξήθηκαν τα κονδύλια για την εκπαίδευση κατά 20% σε σχέση με όσα είχε προγραμματίσει η κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ.

Εντύπωση προκαλεί, επίσης, η εμμονή της ΝΔ για την επαναφορά του εξετασιοκεντρικού μοντέλου εκπαίδευσης στο καταταλαιπωρημένο Λύκειο. Γράφει συγκεκριμένα η κα Κεραμέως: «Για τον προσδιορισμό του βαθμού του Εθνικού Απολυτηρίου θα συνυπολογίζονται οι βαθμοί και των 3 τάξεων του Λυκείου με ειδικό συντελεστή ανά τάξη. Παράλληλα, σε αυτή τη διαδικασία, και για την επίτευξη μεγαλύτερου βαθμού αντικειμενικότητας, θα αξιοποιηθεί ο ανανεωμένος και βελτιωμένος θεσμός της Τράπεζας Θεμάτων διαβαθμισμένης δυσκολίας, κατά τη διεξαγωγή των γραπτών προαγωγικών εξετάσεων από τάξη σε τάξη, για όλες τις τάξεις του Λυκείου».

Δηλαδή, ουσιαστικά εξαγγέλλεται η επαναφορά του σκληρού εξεταστικού συστήματος του νόμου Αρβανιτόπουλου, που καταργήθηκε από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Σύμφωνα με αυτή την πρόταση, το Λύκειο θα είναι ένα ατέλειωτο εξεταστικό κέντρο και στις τρεις τάξεις του σε βάρος της εκπαιδευτικής διαδικασίας και μια μόνιμη πηγή άγχους στην εφηβική ηλικία.

Ένα τέτοιο σύστημα είναι βέβαιο ότι θα επιφέρει:

- αύξηση της μαθητικής διαρροής και βίαιη εξώθηση των μαθητών και μαθητριών στην πρόωρη άτυπη κατάρτιση και στην ανήλικη μαθητεία, όπως άλλωστε επαγγέλλεται το πρόγραμμα της ΝΔ, με την ίδρυση σχολών επαγγελματικής κατάρτισης μετά το γυμνάσιο,

- στρέβλωση του ευρύτερου μορφωτικού χαρακτήρα που πρέπει να έχει το λύκειο, που θα περιοριστεί σε εκμάθηση αποσπασματικών δεξιοτήτων και εξεταστικά χρήσιμων γνώσεων, με αποτέλεσμα την ουσιαστική υποβάθμιση του μορφωτικού του ρόλου,

- μετατροπή του Λυκείου (Γενικού και Επαγγελματικού) σε ένα απέραντο ναρκοπέδιο αλλεπάλληλων εξετάσεων,  τύπου πανελληνίων,

- αποκλειστικό προσανατολισμό της λειτουργίας του Λυκείου στις εξετάσεις με μοναδικό στόχο την πρόσβαση στην Ανώτατη Εκπαίδευση, 

- ενίσχυση της προσφυγής στα φροντιστήρια σε μια περίοδο ακραίας οικονομικής ανέχειας και σκληρής δοκιμασίας για την ελληνική οικογένεια,

- ακραίο ανταγωνισμό μεταξύ σχολείων και εκπαιδευτικών, κατηγοριοποίηση σχολείων, που μπορεί να οδηγήσει ακόμα και σε απολύσεις εκπαιδευτικών, στις οποίες ο κ. Μητσοτάκης έχει …. σημαντική εμπειρία και σταθερή προσήλωση.

Όλα αυτά δεν είναι θεωρίες σήμερα, γιατί υπάρχει η εκπαιδευτική εμπειρία από την εφαρμογή της τράπεζας θεμάτων το 2013-14. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, στα πρώτα αποτελέσματα του σχολικού έτους 2013-14 είχαμε αύξηση του ποσοστού των μεταξεταστέων στο 23%, ενώ τα προηγούμενα χρόνια κυμαινόταν γύρω στο 4%. Επίσης, την πρώτη χρονιά εφαρμογής της τράπεζας θεμάτων και μόνο στην Α΄ Λυκείου σημειώθηκε κατά 15% αύξηση των φροντιστηρίων (σύμφωνα με καταγεγραμμένη στον τύπο δήλωση των ιδιοκτητών τους).

Επιπλέον, ο νόμος 4186/13, ενώ έκανε πολύ πιο δύσκολη την υπόθεση του προβιβασμού των μαθητών/-τριών από τάξη σε τάξη, δεν προέβλεψε κανένα μέτρο για την ενίσχυση και στήριξη των παιδιών που συναντούν δυσκολίες στην εκπαιδευτική τους πορεία.  Είναι φανερό ότι στόχος του δεν ήταν η «βελτίωση του επιπέδου» της μόρφωσης, αλλά η βίαιη απομάκρυνση των περισσότερων παιδιών –κυρίως των λαϊκών στρωμάτων- από το Λύκειο (ΓΕΛ-ΕΠΑΛ).

Είναι φανερό ότι, εκτός των πολλών άλλων που διακυβεύονται στις εκλογές της 7ης Ιουλίου 2019, διακυβεύονται και οι σημαντικές εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις που έγιναν από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Μεταρρυθμίσεις που είχαν και έχουν στο επίκεντρό τους τον νέο άνθρωπο ως μια ολοκληρωμένη προσωπικότητα και ενεργό πολίτη του αύριο, και το σχολείο ως βασικό πυλώνα ενός κοινωνικού κράτους που παρέχει ποιοτική εκπαίδευση σε όλα τα παιδιά χωρίς καμία διάκριση· ένα σχολείο που προάγει τη συνεργασία και τη δημιουργικότητα και όχι ένα σχολείο θυσία στους κανόνες του άκρατου ανταγωνισμού και της αγοράς, που αντιμετωπίζει τους μαθητές και τις μαθήτριές του ως πελάτες.

Αθήνα, 13/6/2019

best of network

σχετικά άρθρα