Κατηγορηματική είναι η απάντηση κύκλων του Υπουργείου Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας απέναντι σε δημοσιεύματα που έκαναν λόγο για ενδεχόμενη επιβολή ανώτατου ορίου (πλαφόν) στις τιμές των ενοικίων.
Στελέχη του Υπουργείου ξεκαθαρίζουν ότι δεν εξετάζεται κανένα σύστημα διοικητικού καθορισμού των μισθώσεων στο πλαίσιο της Εθνικής Στρατηγικής για τη Στεγαστική Πολιτική.
Όπως επισημαίνουν, τέτοιου είδους παρεμβάσεις όχι μόνο έχουν αποδειχθεί διεθνώς αμφιλεγόμενες, αλλά στην ελληνική πραγματικότητα ενδέχεται να φέρουν αντίθετα αποτελέσματα, όπως η μείωση των διαθέσιμων σπιτιών και η διόγκωση της αδήλωτης οικονομίας (υποδήλωση μισθωμάτων).
Σύμφωνα με στελέχη της κυβέρνησης, αντί για οριζόντιους περιορισμούς, η κυβερνητική πολιτική επιλέγει να εστιάσει σε διαρθρωτικές λύσεις: την αύξηση της προσφοράς κατοικιών, την αξιοποίηση των χιλιάδων κλειστών ακινήτων και τη στήριξη των νέων και των ενοικιαστών μέσα από στοχευμένα προγράμματα.
Όπως σημειώνουν στο alfavita.gr υψηλόβαθμα στελέχη της κυβέρνησης, «ούτε η Στρατηγική περιλαμβάνει σχετική πρόταση ούτε η Κυβέρνηση εξετάζει ή προτίθεται να προχωρήσει σε οποιαδήποτε μορφή διοικητικού καθορισμού ή ανώτατου ορίου στις τιμές των μισθώσεων.
Η Εθνική Στρατηγική για τη Στεγαστική Πολιτική, η οποία έχει τεθεί σε δημόσια διαβούλευση, αποτελεί τον πρώτο ολοκληρωμένο οδικό χάρτη για την αντιμετώπιση των στεγαστικών προκλήσεων της χώρας. Αποτυπώνει την υφιστάμενη κατάσταση στην αγορά κατοικίας, αναλύει τις τάσεις και τις προκλήσεις που καταγράφονται στην Ελλάδα και την Ευρώπη και διαμορφώνει ένα συνεκτικό πλαίσιο κατευθύνσεων για την ανάπτυξη της στεγαστικής πολιτικής τα επόμενα χρόνια.
Ως προς το ζήτημα του πλαφόν στα ενοίκια, το Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας αποσαφηνίζει: δεν εξετάζεται και δεν προτίθεται να εφαρμοστεί οποιοδήποτε σύστημα διοικητικού καθορισμού ή ανώτατου ορίου στις τιμές των μισθώσεων.
Η διεθνής εμπειρία από χώρες που υιοθέτησαν παρεμβάσεις αυτού του τύπου είναι σύνθετη και τα αποτελέσματα συχνά αμφιλεγόμενα. Σε αρκετές περιπτώσεις έχουν καταγραφεί παρενέργειες, όπως η μείωση της προσφοράς κατοικιών προς ενοικίαση, η αναστολή επενδύσεων στην κατοικία και η επιδείνωση της ποιότητας του διαθέσιμου οικιστικού αποθέματος.
Επιπλέον, η ελληνική στεγαστική αγορά παρουσιάζει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που καθιστούν τέτοιου είδους παρεμβάσεις ακόμη πιο προβληματικές. Είναι ενδεικτικό ότι το μέσο δηλωμένο μίσθωμα στα δεδομένα της φορολογικής διοίκησης παραμένει σε επίπεδα που δεν αντανακλούν πλήρως την πραγματική εικόνα της αγοράς, γεγονός που καταδεικνύει την έκταση του φαινομένου της υποδήλωσης μισθωμάτων. Υπό αυτές τις συνθήκες, η επιβολή διοικητικών περιορισμών θα μπορούσε να ενισχύσει περαιτέρω την αδήλωτη οικονομία αντί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της προσιτής στέγασης.
Σε κάθε περίπτωση, η θέσπιση ρυθμιζόμενου ενοικίου στο πλαίσιο της κοινωνικής κατοικίας δεν πρέπει να συγχέεται με την επιβολή πλαφόν σε ιδιωτικά ακίνητα.
Η κυβερνητική πολιτική για τη στέγαση επικεντρώνεται στην αύξηση της προσφοράς κατοικιών, στην αξιοποίηση κλειστών ακινήτων, στην ενίσχυση της κοινωνικής και προσιτής κατοικίας, στη διευκόλυνση της πρόσβασης των νέων σε ιδιόκτητη κατοικία και στη στήριξη των ενοικιαστών μέσω στοχευμένων μέτρων. Η αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης απαιτεί διαρθρωτικές παρεμβάσεις που αυξάνουν το διαθέσιμο στεγαστικό απόθεμα και όχι διοικητικό καθορισμό τιμών.»