Πόσο σίγουροι μπορούμε να είμαστε ότι το χταπόδι, το καλαμάρι ή η σουπιά που αγοράζουμε είναι πράγματι αυτό που αναγράφεται στην ετικέτα; Νέα επιστημονική έρευνα έρχεται να αμφισβητήσει αυτή τη βεβαιότητα, αποκαλύπτοντας εκτεταμένα φαινόμενα λανθασμένης επισήμανσης στην ελληνική αγορά.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, περισσότερα από τέσσερα στα δέκα δείγματα κεφαλόποδων που εξετάστηκαν ανήκαν τελικά σε διαφορετικό είδος από εκείνο που δηλωνόταν στους καταναλωτές. Το πρόβλημα δεν εντοπίστηκε μόνο σε ένα κανάλι πώλησης, αλλά εμφανίστηκε σε ιχθυοπωλεία, λαϊκές αγορές και καταστήματα εστίασης. Για να διαπιστωθεί η πραγματική ταυτότητα των προϊόντων, οι επιστήμονες αξιοποίησαν προηγμένες αναλύσεις DNA, μια μέθοδο που επιτρέπει την αξιόπιστη αναγνώριση των ειδών ακόμη και όταν τα θαλασσινά έχουν καθαριστεί, καταψυχθεί ή μαγειρευτεί.
Η μελέτη βασίστηκε σε 156 δείγματα που συλλέχθηκαν από τέσσερις ελληνικές πόλεις, ενώ η επιτυχία της ταυτοποίησης ξεπέρασε το 93%, προσδίδοντας ιδιαίτερη αξιοπιστία στα αποτελέσματα. Ένα από τα σημαντικότερα συμπεράσματα είναι ότι σε αρκετές περιπτώσεις ακριβότερα είδη αντικαθίστανται από φθηνότερα, χωρίς ο καταναλωτής να μπορεί να το αντιληφθεί. Η μεγάλη εμπορική αξία προϊόντων, όπως το χταπόδι, σε συνδυασμό με τη δυσκολία οπτικής αναγνώρισης των ειδών, δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για τέτοιες πρακτικές.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι, παρά το ισχύον ευρωπαϊκό και εθνικό νομοθετικό πλαίσιο, οι έλεγχοι δεν επαρκούν για να αποτρέψουν το φαινόμενο. Παράλληλα, οι διαφορετικές εμπορικές ονομασίες που χρησιμοποιούνται στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης δυσχεραίνουν την ιχνηλασιμότητα των προϊόντων και ενισχύουν την ανάγκη για ενιαίους κανόνες επισήμανσης.
Πέρα από την οικονομική διάσταση, το ζήτημα αγγίζει και το δικαίωμα του καταναλωτή στην αξιόπιστη ενημέρωση. Η σωστή σήμανση των τροφίμων αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη διατροφική ασφάλεια, τη διαφάνεια στην αγορά και την εμπιστοσύνη απέναντι στα προϊόντα που φτάνουν καθημερινά στο τραπέζι μας.