Η Ελλάδα βρίσκεται πλέον στην κορυφή της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης, διατηρώντας τα γενικά όρια στα 67 έτη για πλήρη και στα 62 για πρόωρη σύνταξη, μαζί με χώρες όπως η Γαλλία, η Ιταλία και η Δανία. Οι βίαιες προσαρμογές που επιβλήθηκαν κατά τη μνημονιακή περίοδο, ιδιαίτερα με τους νόμους του 2013 και του 2015, κατήργησαν οριστικά τις ευνοϊκές ρυθμίσεις του παρελθόντος, όπως τις πρόωρες αποχωρήσεις μητέρων ανηλίκων. Την ίδια στιγμή, άλλες ισχυρές ευρωπαϊκές οικονομίες, όπως η Γερμανία, εισέρχονται τώρα σε τροχιά σταδιακών μεταρρυθμίσεων, συνδέοντας την ηλικία αποχώρησης με το προσδόκιμο ζωής σε βάθος χρόνου και εισάγοντας κεφαλαιοποιητικά στοιχεία στο σύστημά τους.
Η κύρια αιτία των συνεχών αναθεωρήσεων στα ασφαλιστικά συστήματα της Ευρώπης είναι η έντονη δημογραφική γήρανση του πληθυσμού. Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ, η Ελλάδα παρουσιάζει σημαντική αύξηση της δημογραφικής εξάρτησης, με την αναλογία ασφαλισμένων προς συνταξιούχους να προβλέπεται ότι θα υποχωρήσει από το 1 προς 1,66 που είναι σήμερα στο 1 προς 1,25 έως το 2040. Παρά ταύτα, η υφιστάμενη νομοθεσία ορίζει ότι οι αναπροσαρμογές των ορίων γίνονται βάσει της αυξομείωσης του προσδόκιμου ζωής, το οποίο τα τελευταία χρόνια σημείωσε κάμψη λόγω της πανδημίας, επιβραδύνοντας την ανάγκη για άμεσες διορθωτικές παρεμβάσεις.
Από την πλευρά του, το Υπουργείο Εργασίας διαβεβαιώνει ότι δε συντρέχει λόγος ανοίγματος της συζήτησης για νέα αύξηση των ορίων ηλικίας τα αμέσως επόμενα χρόνια. Η κυβερνητική αυτή θέση βασίζεται στο ότι η χώρα διαθέτει ήδη από τα υψηλότερα όρια στην Ε.Ε., ενώ η παράλληλη αύξηση της απασχόλησης κατά 600.000 εργαζομένους και η ενεργός συμμετοχή περισσότερων από 300.000 εργαζόμενων συνταξιούχων ενισχύουν την εισροή ασφαλιστικών εισφορών. Ωστόσο, οι επίσημες προβολές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Eurostat Ageing Report 2024) υποδεικνύουν πιθανή αύξηση του γενικού ορίου στα 68,5 έτη το 2030 λόγω της αναμενόμενης ανάκαμψης του προσδόκιμου ζωής, γεγονός που ενδέχεται να απαιτήσει σταδιακές μεταβατικές προσαρμογές.
Για την αντιμετώπιση των μακροπρόθεσμων κινδύνων που εγκυμονεί το δημογραφικό πρόβλημα, η Ελλάδα δίνει έμφαση στην ενίσχυση του κεφαλαιοποιητικού πυλώνα ασφάλισης. Η ίδρυση του Ταμείου Επικουρικής Κεφαλαιοποιητικής Ασφάλισης (ΤΕΚΑ), το οποίο καλύπτει ήδη περισσότερους από 500.000 νέους εργαζομένους, αποσκοπεί στη δημιουργία ατομικού κουμπαρά για τις νεότερες γενιές. Παράλληλα, το νέο θεσμικό πλαίσιο για τα Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης (ΤΕΑ) επιδιώκει να διευρύνει τη συμπληρωματική ασφάλιση μέσω φορολογικών κινήτρων και ανοιχτών ταμείων, παρέχοντας πρόσθετη προστασία απέναντι στις μελλοντικές πιέσεις που θα δεχθούν οι δημόσιες συντάξεις.