Όταν ακούμε τη λέξη «καταρράκτης», συνήθως σκεφτόμαστε ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας. Κι όμως, η πάθηση μπορεί να εμφανιστεί πολύ νωρίτερα, ακόμη και στα 20 ή τα 30. Ο καταρράκτης που εκδηλώνεται πριν από τα 40 χαρακτηρίζεται ως πρόωρος ή πρώιμης έναρξης και, σε αντίθεση με τον καταρράκτη που σχετίζεται κυρίως με τη φυσιολογική γήρανση, στους νεότερους ανθρώπους συνδέεται συχνά με κάποιον υποκείμενο παράγοντα.
Στην ουσία, πρόκειται για τη θόλωση του φυσικού φακού του ματιού, του κρυσταλλοειδούς φακού. Όταν ο φακός χάνει σταδιακά τη διαφάνειά του, το φως δεν εστιάζεται πλέον με την ίδια καθαρότητα στον αμφιβληστροειδή και η εικόνα αρχίζει να γίνεται ολοένα και πιο θαμπή.
Το πρόβλημα είναι ότι στους νέους τα πρώτα συμπτώματα μπορούν εύκολα να αποδοθούν σε κάτι πολύ πιο συνηθισμένο: μια αλλαγή στη μυωπία, την πολύωρη χρήση υπολογιστή και κινητού, την ξηροφθαλμία ή ακόμη και την κούραση.
Όταν τα φώτα «θαμπώνουν» και η όραση αλλάζει
Η εικόνα μπορεί να αρχίσει να αλλάζει ύπουλα. Τα φώτα των αυτοκινήτων τη νύχτα μπορεί να φαίνονται ασυνήθιστα εκτυφλωτικά, γύρω από τις πηγές φωτός μπορεί να εμφανίζονται φωτοστέφανα, ενώ τα χρώματα ενδέχεται να χάνουν σταδιακά τη ζωντάνια τους.
Παράλληλα, η όραση μπορεί να παραμένει θολή ακόμη και με τα διορθωτικά γυαλιά, να απαιτείται περισσότερο φως για την ανάγνωση ή να γίνεται δυσκολότερη η αντίληψη λεπτομερειών στις ψηφιακές οθόνες. Σε ορισμένους ασθενείς μπορεί να εμφανιστεί ακόμη και μονόφθαλμη διπλωπία, δηλαδή διπλό είδωλο όταν κοιτούν μόνο με το ένα μάτι.
Ένα ακόμη στοιχείο που μπορεί να μπερδέψει τον ασθενή είναι οι συχνές αλλαγές στη συνταγή των γυαλιών. Ορισμένοι τύποι καταρράκτη, όπως ο πυρηνικός, μπορούν να προκαλέσουν μυωπική μετατόπιση, με αποτέλεσμα το πρόβλημα να μοιάζει αρχικά με απλή επιδείνωση της μυωπίας.
Η πολύωρη παραμονή μπροστά σε οθόνες μπορεί πράγματι να προκαλέσει ψηφιακή κόπωση των ματιών και να επιδεινώσει την ξηροφθαλμία. Ωστόσο, δεν υπάρχουν επιστημονικά δεδομένα που να συνδέουν τη χρήση των οθονών ή το μπλε φως τους με την ανάπτυξη καταρράκτη.
Γι’ αυτό, όταν τα συμπτώματα επιμένουν ή αρχίζουν να επηρεάζουν την εργασία, την οδήγηση, την ανάγνωση ή άλλες καθημερινές δραστηριότητες, δεν πρέπει να αποδίδονται απλώς στην κούραση. Η οφθαλμολογική εξέταση είναι απαραίτητη.
Από έναν τραυματισμό μέχρι τον διαβήτη και την κληρονομικότητα
Μία από τις συχνότερες μορφές στους νέους είναι ο τραυματικός καταρράκτης. Ένα δυνατό χτύπημα στο μάτι, μια διατιτραίνουσα κάκωση, ένα χημικό έγκαυμα ή ακόμη και μια ηλεκτροπληξία μπορούν να προκαλέσουν βλάβη στον φυσικό φακό και να οδηγήσουν στην εμφάνιση καταρράκτη. Η θόλωση μπορεί να εμφανιστεί σύντομα μετά τον τραυματισμό, αλλά σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να καθυστερήσει.
Σημαντικό παράγοντα αποτελεί και ο σακχαρώδης διαβήτης. Όταν το σάκχαρο παραμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα αυξημένο, προκαλούνται μεταβολές στον κρυσταλλοειδή φακό, οι οποίες σταδιακά μπορούν να οδηγήσουν στη θόλωσή του. Ωστόσο, στους ανθρώπους με διαβήτη η θολή όραση δεν πρέπει να αποδίδεται αυτόματα στον καταρράκτη, καθώς μπορεί να σχετίζεται και με άλλες επιπλοκές, όπως η διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια. Για τον λόγο αυτό απαιτείται πλήρης οφθαλμολογικός έλεγχος.
Στη λίστα των πιθανών αιτιών περιλαμβάνεται επίσης η μακροχρόνια χρήση κορτικοστεροειδών, τα οποία μπορούν να προκαλέσουν χαρακτηριστικό τύπο καταρράκτη. Τα συγκεκριμένα φάρμακα μπορεί να χορηγούνται ως χάπια, κολλύρια, ενέσεις, εισπνεόμενα σκευάσματα ή ακόμη και δερματικές κρέμες, ιδιαίτερα όταν χρησιμοποιούνται γύρω από τα μάτια. Ο ασθενής δεν πρέπει να διακόπτει μόνος του μια θεραπεία, αλλά οφείλει να ενημερώνει τον οφθαλμίατρο για όλα τα φάρμακα και τα συμπληρώματα που λαμβάνει.
Άλλοι παράγοντες που έχουν συσχετιστεί με πρόωρο καταρράκτη είναι η έκθεση σε ιοντίζουσα ακτινοβολία, προηγούμενες ενδοφθάλμιες επεμβάσεις, η υψηλή μυωπία, το κάπνισμα και οι χρόνιες ενδοφθάλμιες φλεγμονές, όπως η ραγοειδίτιδα.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η υπεριώδης ακτινοβολία. Η μακροχρόνια έκθεση στον ήλιο μπορεί να προκαλέσει οξειδωτική βλάβη στις πρωτεΐνες του φακού και έχει συσχετιστεί ιδιαίτερα με τον φλοιώδη καταρράκτη. Επειδή η βλάβη είναι αθροιστική, η προστασία των ματιών από τον ήλιο έχει σημασία ήδη από μικρή ηλικία. Γυαλιά ηλίου που φιλτράρουν το 100% της υπεριώδους ακτινοβολίας και καπέλο με γείσο αποτελούν σημαντικά μέτρα προστασίας, ιδιαίτερα σε χώρες με έντονη ηλιοφάνεια όπως η Ελλάδα.
Ρόλο μπορούν να παίξουν και οι γενετικοί παράγοντες. Ορισμένες μεταλλάξεις που επηρεάζουν τις δομικές πρωτεΐνες του φακού συνδέονται με κληρονομικές μορφές καταρράκτη, ενώ η πάθηση μπορεί να συνοδεύει και συγκεκριμένα συστηματικά σύνδρομα. Γι’ αυτό και το οικογενειακό ιστορικό είναι σημαντικό να αναφέρεται στον οφθαλμίατρο.
Όσον αφορά τη διατροφή, παρατηρητικές μελέτες έχουν συνδέσει την κατανάλωση φρούτων, λαχανικών και τροφών πλούσιων σε αντιοξειδωτικές ουσίες, όπως βιταμίνη C, λουτεΐνη και ζεαξανθίνη, με χαμηλότερο κίνδυνο καταρράκτη. Ωστόσο, οι μεγάλες τυχαιοποιημένες κλινικές μελέτες δεν έχουν αποδείξει ότι τα συμπληρώματα βιταμινών προλαμβάνουν την πάθηση. Αντίθετα, η παχυσαρκία και το μεταβολικό σύνδρομο φαίνεται να συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο.
Η έγκαιρη διάγνωση μπορεί να αλλάξει την πορεία
Ο καταρράκτης στους νεαρούς ενήλικες είναι λιγότερο συχνός και συνήθως έχει κάποια δευτεροπαθή αιτία, όπως τραυματισμός, ενδοφθάλμια φλεγμονή, διαβήτης, συγγενείς μεταβολικές διαταραχές, χρόνια υπασβεστιαιμία ή ορισμένες αλλεργικές καταστάσεις, όπως η ατοπική δερματίτιδα. Σπανιότερα μπορεί να σχετίζεται και με παθήσεις όπως ο πρωτοπαθής υποπαραθυρεοειδισμός.
Η αναζήτηση της αιτίας δεν είναι τυπική διαδικασία. Μπορεί να καθορίσει το πώς θα αντιμετωπιστεί ο ασθενής και αν χρειάζεται άμεση παρέμβαση. Σε ορισμένες περιπτώσεις αρκεί η παρακολούθηση, ενώ προσωρινά μπορεί να βοηθήσουν τα διορθωτικά γυαλιά ή οι φακοί επαφής.
Όταν όμως ο καταρράκτης προχωρήσει και επηρεάζει σημαντικά την όραση, η μόνη οριστική θεραπεία είναι η χειρουργική αφαίρεση του θολωμένου φυσικού φακού με φακοθρυψία και η τοποθέτηση ενδοφακού. Στους νεότερους ασθενείς, η επιλογή του ενδοφακού χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή.
Το βασικό μήνυμα είναι ότι η θολή όραση σε έναν νέο άνθρωπο δεν πρέπει να θεωρείται αυτομάτως αποτέλεσμα της μυωπίας, της κούρασης ή των ατελείωτων ωρών μπροστά σε μια οθόνη. Όταν η εικόνα αλλάζει επίμονα, τα φώτα ενοχλούν περισσότερο, η νυχτερινή οδήγηση δυσκολεύει ή τα γυαλιά δεν προσφέρουν πλέον καθαρή όραση, χρειάζεται έλεγχος από οφθαλμίατρο.
Η έγκαιρη διάγνωση μπορεί να αποκαλύψει όχι μόνο την ύπαρξη καταρράκτη, αλλά και τον παράγοντα που βρίσκεται πίσω από την πρόωρη εμφάνισή του, ανοίγοντας τον δρόμο για την κατάλληλη αντιμετώπιση.